Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

9/12 Το Φαρμάκι!



Του Στέργιου Μπακολουκά

Είναι μερικοί άνθρωποι, που  αποπνέουν  τέτοια σιγουριά και γαλήνη, ώστε με ευκολία  τη μεταδίδουν σε όσους είναι γύρω τους.  Είναι αυτοί που έχουν μέσα τους ένα έμφυτο νοιάξιμο και μια φυσική στοργή για όλους. Με τις πράξεις τους και τη συμπεριφορά τους τα φανερώνουν, χωρίς να τα  διατυμπανίζουν.

Είναι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που όταν κάθονται  απέναντί σου, ακούνε τι τους λες και  πάντα πρόθυμοι να σε συντρέξουν, σε κεντρίζουν να τους αναζητάς και σε κάνουν να τους ανοίγεις την ψυχή σου. Το νοιώθεις, χωρίς οι ίδιοι να το λένε, ότι είναι πάντα εκεί, διαθέσιμοι για σένα, επειδή σε θεωρούν μοναδικό, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση και πληρωμή. Ξέρεις ότι όποια συμβουλή σου δώσουν είναι σωστή και πρέπουσα. 

Τις περισσότερες φορές, άμα είσαι τυχερός και  βρεθούν στο δρόμο σου, δεν καταλαβαίνεις  αμέσως  τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους. Σιγά - σιγά, όμως, τους ανιχνεύεις και  με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι το κρυμμένο μεγαλείο τους, το οποίο  σε έλκει, όπως είπα, σαν μαγνήτης και σε κατακλύζει. Στα δύσκολα, τρέχεις να τους συμβουλευτείς  και  αποκτάς δυνάμεις που  ποτέ δεν είχες φανταστεί ότι διέθετες.

***
Ο μπάρμπα Στάθης ο Τ…….. ήταν ένας από αυτούς τους φωτεινούς, που παραπάνω ανάφερα. Απλός,  ήσυχος, μικρονοικοκύρης του χωριού, δεν φαινόταν ότι είχε κάτι παραπάνω  απ’ τους  συγχωριανούς του, ούτε ο ίδιος καυχιόταν ότι ήταν ξεχωριστός, γιατί δεν το ήξερε. Έμοιαζε σε όλα με τους συντοπίτες του, στην καθημερινότητα, τη δουλειά και γενικότερα στα φερσίματα.

Για να πορευτεί, συγύριζε το βιός του, που ήταν  δυο τρία λιοστάσια, άλλα τόσα ξερικά χωράφια στο Λιβάδι της Αράχοβας, τ’ αμπέλι του, λίγα μελίσσια, δυό γίδες με τα κατσίκια τους, μια προβατίνα με τ’  αρνιά της, ένας  γάιδαρος για τις δουλειές του υποστατικού, το μποστάνι του στα δυτικά του οικισμού και φυσικά το πέτρινο, δίπατο σπίτι, με το ξύλινο χαγιάτι και τα μεγάλα παραλληλόγραμμα παράθυρα, στο χωριό, λίγο πιο πάνω από την κεντρική αγορά. Αυτό ήταν προίκα της γυναίκας του, η οποία δούλευε κι αυτή καθημερινά, υφαίνοντας στον αργαλειό  «καρπίτια» (υφαντά επ’ αμοιβή) και βοηθώντας σε όλες τις αγροτικές δουλειές, ιδιαιτέρα,  όταν ο ελαιώνας  ήταν στη χρονιά του, ή στην εποχή του τρύγου, σταφυλιών  και μελιού. 

Ο μπάρμπα Στάθης T.
Παιδιά δεν είχαν. Έτσι, πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή, απλά, ταπεινά και ήσυχα και τώρα στα στερνά του, δεν παρέλειπε να δουλεύει κάθε χρόνο, την περίοδο της συγκομιδής του λιόκαρπου,  στη «μηχανή»(ελαιοτριβείο)  του Παπ’τσή, ως ειδικός στο διαχωριστήρα, εκεί δηλαδή που το λάδι χωριζόταν από τη μούργα, παίρνοντας την τελική του μορφή, για να αποθηκευτεί, στη συνέχεια, στα «Τ’λούμια»(επεξεργασμένα δερμάτια από τις προβιές των τράγων, με το στενό λαιμό και το  γερό στριφτό  λουρί, με το οποίο τα έδεναν σφιχτά), που  τα χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη ως δοχεία μεταφοράς λαδιού. Τα φόρτωναν στα μουλάρια και μ’ αυτά πήγαιναν  το λάδι στα σπίτια των νοικοκυραίων.
Ήταν μια συνηθισμένη εικόνα της εποχής, για όλο το χειμώνα μέχρι νωρίς την άνοιξη, να προηγούνται πέντε - έξη φορτωμένα ζώα, με κατεύθυνση τα κατώγια των χωριατών,  με τα γεμάτα από λάδι ασκιά, που ανεβοκατέβαιναν «κλουπακόντας»(αναταράζοντας), «ληταρωμένα» (δεμένα) γερά στα σαμάρια τους, ή αντίθετα μεταφέροντας ελαιόκαρπο, σε σακιά,  από τ’ αμπάρια των ιδιοκτητών προς το ελαιοτριβείο, κλακάροντας  τα πέταλά τους, κράπ - κράπ - κράπ… στα καλντερίμια των στενών της Αράχοβας, μ’ εκείνον  το  γνώριμο θόρυβο, που σ’ έκανε να παραμερίσεις, για να περάσουν, ακολουθούμενα από τους χειροδύναμους «λιτροβιαρέους» (εργάτες μεταφοράς, λαδιού και ελαιόκαρπου), που δεν παρέλειπαν κάθε τόσο να σφυρίζουν και να φωνάζουν προληπτικά σ’ αυτά: «Όοοξ, όοοξ!» γυρεύοντάς τους να είναι προσεκτικά  και να μη γλιστράνε.
***
Αυτή η δουλειά ταίριαζε  γάντι στο μπάρμπα Στάθη. Φόραγε τη λαδωμένη καφέ, πέτσινη, ολόσωμη ποδιά και από κάτω τις μαύρες, ψηλές, πλαστικές μπότες, και κρατώντας στις τεράστιες παλάμες του, κάτω απ’  τ’ ανασκουμπωμένα μανίκια του πουκαμίσου του, που άφηναν να φαίνονται τα χοντρά μπράτσα  με τις κατσαρές κάτασπρες τρίχες, τη μπρούτζινη «φχιέτα» (μεταλλικό, μεγάλο κύπελλο, για την άντληση λαδιού ή κρασιού) «σλαντζάριζε» (μετέφερε από δοχείο σε δοχείο) το λάδι. Έδειχνε θεόρατος και γινόταν φανερό, ποιός έκανε κουμάντο, όχι μόνο στο πόστο του, αλλά  και σ’ όλο το «λιοτρίβι» (ελαιοτριβείο).

Ακόμα περισσότερα πρόσθεταν, στην επιβλητική  παρουσία του, τ’ αδρά χαρακτηριστικά προσώπου και κεφαλιού. Μεγάλα χοντρά αυτιά αντίστοιχα με τις παλάμες του, ξεφύτρωναν πεταχτά δεξιά και αριστερά του κεφαλιού του κι από πάνω τους μια μεγάλη τούφα με κυματιστά λευκά μαλλιά παρμένα από το πλάι του, που αν και ο προορισμός τους ήταν  να σκεπάζουν το καραφλό τμήμα του, αυτά ανέμιζαν σαν μπαϊράκι, σύμφωνα με τις κινήσεις του. Τα παχιά  χείλη και η γαμψή στραβή μύτη του, λες και λέπταιναν και γλύκαιναν από τη μελιά έκφραση των ματιών του που ακτινοβολούσαν καλοσύνη, κάτω από τα δασιά  φρύδια, κι απ’ το φαρδύ χαμόγελο, που έμοιαζε με ανοιχτή αγκαλιά, και ποτέ δεν έλειπε από το πρόσωπό του.

Σε αντίθεση με το τραχύ παρουσιαστικό του,  που ήταν σμιλεμένο και ίδια σκληρό  με τον κακοτράχαλο τόπο που τον γέννησε και τον μεγάλωσε, ο χαρακτήρας του ήταν ντροπαλός, γλυκός και ήμερος, με την ψυχή του να είναι μαλακιά σαν την πάστα ελιάς, όπως αυτή έβγαινε λιωμένη από τις αρχαίες μυλόπετρες, πριν  μπει στις «σφυρίδες» (τσουβάλια από γιδότριχα)  του πιεστηρίου απ’ όπου ύστερα από τη σφίξη, έρρεε ο ποθητός χρυσοπράσινος υγρός θησαυρός.   και καταδεχτική σαν τη διάθεση της νοικοκυράς, που γιορτάζει τ’ Αϊ Γιωργιού, έχοντας το σπίτι της ανοιχτό σε όλους, με τα γλυκά πρόσφορα στη φοντανιέρα, στο τραπέζι της σάλας.

Η γνώμη του ήταν πάντα σωστή και συνετή. Απλόχερα την έδινε σε όσους του τη ζήταγαν. Αυτά, οι συγχωριανοί του τα γνώριζαν. Ήξεραν, δηλαδή, την ορθότητα της κρίσης του και την  ντομπροσύνη του  χαρακτήρα του, γι’ αυτό και όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη, από προβλήματα προσωπικά τους ή κοινά, του χωριού, πάντα τον ρώταγαν.

Το ίδιο και τα παιδαρέλια  του σχολειού, ξέροντας την καλοσύνη του, όσο το ελαιοτριβείο ήταν ανοιχτό, πολλές φορές  μέχρι πέρα το Μάρτη - στη φούρια δούλευε και τη νύχτα -  μαζεύονταν γύρω του.

Κρατούσαν ένα κομμάτι κατάμαυρο ψωμί στα χέρια τους και αφού το καψάλιζαν στο τεράστιο καμίνι που έκαιγε, έχοντας ως καύσιμη ύλη τα υπολείμματα της ελιάς («λιοκότσι»), κατακόκκινο και κρεπαρισμένο από την επί μερόνυχτα συνεχή χρήση του, ζεσταίνοντας τον αχανή χώρο του εργοστασίου και στέλνοντας τούφες «λαθουρί» καπνού στον αέρα, περνώντας μέσα από τον ψηλό «μπουχαρέ» (φουγάρο), που υψωνόταν αρκετά μέτρα πάνω από το κτήριο, προδίδοντας έτσι τη θέση του λιοτριβιού, σκορπώντας  μυρουδιές λαδιού και ελιάς ολούθε και προσανάβοντας  με ελπίδα κι εμπιστοσύνη τις ψυχές των ορεσίβιων χωριανών, για το επερχόμενο θαύμα, ότι να, ο χειμώνας σώνετε και η άνοιξη, όπου να ’ναι, έρχεται γεμάτη υποσχέσεις. αυτός το βούταγε στο λάδι γενναιόδωρα, για το καθένα ξεχωριστά, με υπομονή και καλοσύνη, δίχως ποτέ να βαρυγκωμήσει, όση δουλειά και αν είχε.

Έδινε, έτσι, την ευκαιρία στα παιδιά να ξεγελάσουν την πείνα τους και στη συνέχεια αυτά να παίξουν ανέμελα, χωμένα στο λιοκότσι, που στοιβαγμένο, ίσα με τις «μανάδες» (γωνιακά μεγάλα ξύλα της σκεπής) από το ξύλινο νταβάνι, άχνιζε γεμάτο γήινα αρώματα!  

Αυτά τα ίδια παιδιά που το χειμώνα  τάιζε, το καλοκαίρι του «έτρωγαν» (του έκλεβαν τη νύχτα), τα χλωροκούκια που καλλιεργούσε στο μποστάνι του, ενώ εκείνος, κάθε χρόνο, το ξανάσπερνε αγόγγυστα, έστω και αν ο ίδιος για συνεχόμενες εποχές δεν είχε καταφέρει να γευτεί, ούτε ένα σπυρί από τον καρπό τους!

Όταν, πολύ αργότερα, ένα από αυτά τα παιδιά μεγάλωσε και  έφυγε από το χωριό για σπουδές, σε μια επιστροφή του στα πατρογονικά, για  να πάρει ανάσα και  …αμπάριζα, τον βρήκε στο καφενείο και τον ρώτησε:

- Μπάρμπα Στάθη, γιατί κάθε χρόνο φύτευες  στο μποστάνι κουκιά,  αφού ήξερες ότι θα σού τα φάμε; ή έστω, γιατί δεν τα φύλαγες από εμάς τους …. ‘’τρουποφράχτες’’;

Και η αφοπλιστική απάντηση:

- Ήξερα ότι εσείς μου τα τρώγατε,  …. αλλά  για  σας τα έσπερνα! Άλλωστε ακόμα και τώρα, άμα νταγιαντάνε(αντέχουν, βαστάνε) οι δυνάμεις μου, πάλι κουκιά σπέρνω κάποιες  χρονιές, με την ελπίδα τα παιδιά να φανούν και πάλι. Όμως, αυτά δεν τ’ ακουμπάνε  πλέον, χορτάτα που είναι,  δεν τα καταδέχονται. Κι έτσι, μου μένει η ελπίδα,  που κάθε χρόνο απεγνωσμένα την ανανεώνω  και κοντά,  μοναχός  μου,  στανάχωρα τα τρώω, γιατί χωρίς τα παιδιά  καμιά νοστιμιά δεν έχουν!   
***
Δίπλα, λοιπόν, στο μεγάλο καμίνι που έκαιγε μέρα -  νύχτα και ακριβώς απέναντι από το διαχωριστήρα του λαδιού, όπου βρισκόταν η επικράτεια του μπάρμπα Στάθη, υπήρχε ένα μεγάλο, βαρύ, λιγδιασμένο, ξύλινο τραπέζι, με πάγκους από τη μιά και την άλλη πλευρά του, στους  οποίους κάθονταν οι εργάτες για να φάνε, ή οι πελάτες του λιοτριβιού, που περίμεναν τη σειρά τους για να φορτώσουν το λάδι τους.

Σ΄ αυτό το τραπέζι ένα μαρτιάτικο ξημέρωμα, ύστερα από ένα βαρύ, καταθλιπτικό χειμώνα, που ακόμα δεν έλεγε να τελειώσει, ήρθε και  κάθισε ο Παναγιώτης ο Γ…. , περιμένοντας να τελειώσει η νυχτερινή βάρδια του Στάθη  Τ…. με σκοπό να του μιλήσει. Ο ηλικιωμένος άντρας,  βλέποντάς τον να στέκει και να τον κοιτάζει υπομονετικά, χωρίς να έχει φέρει δικές του ελιές στο λιοτρίβι, κατάλαβε ότι είχε έρθει για κείνον, γι’ αυτό και τον πλησίασε.

- Καλημέρα Παναγιώτ’, τι χαμπέρια;

- Γειά σου Στάθ’. τα χαμπέρια δεν είναι καλά για μένα,   γι’ αυτό ήρθα να πάρω τ’ν ορμήνια σ’  κι αν μπορείς, να με βοηθήσεις!

- Κάτσε αυτού, κοντά στ’ φωτιά  να πυρώνεσ’. Σε λίγου, να τελειώσει η δ’λειά μ’, θα πιούμε καφέ και θα τα ειπούμε.

Δίχως άλλη κουβέντα, γέμισε νερό ένα μεγάλο, γανωμένο από μέσα και κατάμαυρο απ’ έξω από τη μουτζούρα, καφέμπρικο και, αφού του πρόσθεσε δυο πλούσιες κουταλιές καφέ και κάμποση ζάχαρη, που πήρε μέσα από ένα μεταλλικό  καφεκούτι με χωρίσματα, το έχωσε στη χόβολη. Ύστερα ακούμπησε δυο τσίγκινες, μισοστραπατσαρισμένες, αλλά καθαρές, κούπες στο τραπέζι, που τις κατέβασε από ένα συρμάτινο  «κλουβί» (κλωβός φύλαξης τροφίμων, ήταν το ψυγείο της εποχής),  το οποίο ήταν στερεωμένο μ’ ένα μεγάλο καρφί στον τοίχο και, αφού  στράφηκε στον Παναγιώτη, του είπε:

- Ανακάτεψ’ τουν καφέ, άμα ζεσταθεί, και πρόσεξέ τον, μέχρι να ρθω,
και απομακρύνθηκε πηγαίνοντας στο πόστο του, για να παραδώσει στον αντικαταστάτη του.

Αυτοί οι δυο,  ήταν συγχωριανοί, αλλά  δεν ήταν ούτε φίλοι, ούτε γείτονες. Γνωρίζονταν,  όμως, και ήξεραν λίγο πολύ ο καθένας τη ζωή του αλλουνού. το χωριό δεν ήταν δα και πολιτεία! Ηλικιακά διέφεραν μισή γενιά. μικρότερος ήταν ο Παναγιώτης. ήταν γύρω στα εξήντα. Ήταν κι αυτός ένας νοικοκύρης του χωριού με γυναίκα και παιδιά μεγάλα, παντρεμένα και με φρέσκα εγγόνια. Είχε πάρει τις αποφάσεις του και προσπαθούσε ν’ ακουμπήσει σε κάποιον, ζητώντας αν’στύλωμα. Θεώρησε ότι ο Στάθης Τ…. ήταν ο κατάλληλος να τον συντρέξει, γι’ αυτό και τον επισκέφτηκε πρωί-πρωί, ψάχνοντας  αποκούμπι σ’ αυτόν,  δίχως να έχει άδικο.

Ο καφές άχνιζε μυρωδάτος στα τάσια, όταν οι δυο άντρες κάθισαν στη γωνία του τραπεζιού και σκύβοντας από πάνω του, σχεδόν ενώνοντας τα κεφάλια τους, λες και θα ‘’καθάριζαν’’ τα καπίκια από την …πρέφα, άρχισαν να τον πίνουν συνομιλώντας σιγανά.

- Πώς μπορώ να σ’ φανώ χρήσιμος Παναγιώτ’;

- Έχω αρκετό καιρό που δεν είμαι καλά. Η ζωή μ’ έχει γίνει μίζερη και άνοστ’, σαν αλάδιαγα κι ανάλατα λάχανα. Δεν φχαριστιέμαι με τίποτα, δεν έχω όρεξη να βγω ούτε στο καφενείο. Μπούχτ’σα να ζω, βαρέθ’κα!

- Γιατί βρε Παναγιώτ’, μήπως τσακώνεσ’ με τη γυναίκα σ’  και τα παιδιά σ’;
- Όχι, κάθε άλλο, αυτή η έρμη στενοχωριέται για μένα και μου συμπαραστέκετ’. Τα παιδιά μου έχ’νι τα δικά τ’ς σπίτια να νοιαστούν.

- Μήπως για να βγάλεις το χειμώνα, δεν φρόντ’σες για τ’ απαραίτητα;

- Όχι, όλα τα ’χα τακτοποιημένα! Ξύλα  κατέβασα νωρίς από τον Παρνασσό, έφερα και από τις ελιές, θα περισσέψουν και για τ’ χρόν’. Κρασί φέτος έκαμα μπόλικο, μοίρασα και στα παιδιά, γιατί πήγε καλά η χρονιά και απόσταξα και λίγο τσίπουρο. Με το στάρι, είχα καλή  σοδιά, από όψιμο, διμηνιό,   απ’ τα χωράφια  της γυναίκας μ’ στο Λιβάδι. Γιόμ’σα και το κατώι με κάμποσα  γέργαθα(δικτυωτά πλέγματα για μεταφορά άχυρων) με άχυρα για του μπ’λάρ’.  Όσο για λάδι, έβγαλα αρκετό, ακόμα και για τα σπίτια των παιδιών μου, στ’ μηχανή του Συνεταιρισμού, την περασμένη βδομάδα, όταν με άφ’σε ο καιρός  να μαζέψω τις τελευταίες  χαμάδες που είχα ακόμα. Σταλάματα στα κεραμίδια δεν είχα, γιατί «ξανάσουρα» (επανατοποθέτηση κεραμιδιών στη στέγη μετά από επιδιόρθωση) νωρίς. Τα κορίτσα γέννησαν το καλοκαίρι  και δεν είχαμε λεχώνες που θέλουν τη λάτρα τους, όσο για μουσαφιραίους, που κι αυτοί θέλουν περιποίηση, ευτυχώς, φέτος το χειμώνα, δεν ήρθε κανένας.

- Τότε; Τι δεν έχ’ς; Τι σ’ λείπ’; Γιατί είσαι τόσο αναστατωμένος;

- Τίποτα δεν λαχταράω, ούτε μ’ λείπει κατιτίς! Μονάχα να! χόρτασα τ’ ζωή και δε θέλω να ζήσω άλλο. κουράστηκα, μπαΐλντισα!

-Και τι σκέφτεσ’ να κάμ’ς; Πώς μπορώ να βοηθήσω;

Ο Παναγιώτης ο Γ…. αναδεύτηκε συνεσταλμένα στη θέση του και  έσκυψε ακόμα περισσότερο το κεφάλι του, διπλώνοντας τα χέρια του μπροστά. Ύστερα, χωρίς να τον κοιτάζει του απάντησε ψιθυριστά:

- Αποφάσισα ν’ αφήσω τούτη τη ζωή, να πεθάνω, αλλά δεν ξέρω τον τρόπο! 

Έλεγα μπας κι εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Να μου δώσεις κανένα  ….φαρμάκι, γινωμένο από εκείνα τα βοτάνια  που όποιος ξέρει, τα μαζεύει  στον Παρνασσό πέρα το καλοκαίρι. Να φύγω ήσυχα, χωρίς  φασαρίες και χωρίς να ντροπιάσω τα παιδιά μου. 

Αν και γύρω τους ο θόρυβος του εργοστασίου ήταν δυνατός, ανάμεσά τους επικράτησε  σιωπή. Και οι δυό, σχεδόν δεν ανάσαιναν. Ο Στάθης  Τ... σήκωσε με απόφαση το κεφάλι του και απλώνοντας τα χέρια του τον σκούντησε ελαφρά, αναγκάζοντάς τον να τον κοιτάξει:

- Άκου δω Παναγιώτ’, η απόφαση που πήρες είναι δύσκολη και για να σε βοηθήσω πρέπει να ξέρω ότι είσαι σίγουρος γι’ αυτό που θες να κάμ΄ς. Αυτό που μου ζητάς δεν είναι εύκολο για κανένα μας.

- Είμαι έτ’μος, το ’χω χωνέψει, το σκέφτομ’ όλο το χειμώνα, δεν αντέχω άλλο, γι’ αυτό ήρθα σε σένα. Λύτρωσέ με, σε παρακαλώ. Σ’ εκλιπαρώ! 

- Εντάξει!  Αφού είναι έτσι, έλα εδώ αύριο το πρωί ξημερώνοντας, που θα τελειώσει η αράδα μ’  στο διαχωριστήρα και κάτ’ θα κάμω για σένα, αφού μου υποσχεθείς ότι ως ταχιά θα το ξανασκεφτείς καλά, πολλές φορές ακόμα.

Χώρισαν, χωρίς να πουν άλλες κουβέντες. Ο καθένας τράβηξε το δρόμο του.

***
Την άλλη μέρα, τα χαράματα, ο Παναγιώτης ο Γ…. ξυρισμένος, καθαρός και φορώντας τα καλά του, κάθισε στην ίδια χθεσινή θέση, στην άκρη του τραπεζιού, περιμένοντας τον Στάθη Τ…. Κράταγε στα χέρια του ένα  υφαντό σακουλάκι, διπλωμένο στη μέση. Φόραγε μια μπλε σκούρα τσόχινη τραγιάσκα και οι κινήσεις του ήταν νευρικές και κοφτές. Ο μπάρμπα Στάθης εμφανίστηκε ξαφνικά αιφνιδιάζοντάς τον, παρόλο που εκείνος τον περίμενε. Έριξε με το μεγάλο φτυάρι κάμποσο λιοκότσι στη φωτιά και ύστερα κάθισε απέναντί του. Είχε βγάλει τα ρούχα της δουλειάς και φορούσε τα καθημερινά του. Είχε πλυθεί και ήταν ξέσκεπος με χτενισμένα τα λίγα λευκά μαλλιά.

- Καλημέρα Παναγιώτ’!  ήρθες!

- Ναι! και όπως μου είπες χθες, τα ξανασκέφτ’κα καλά όλα και δεν άλλαξα την απόφασή μ’. Ήρθα για να με βοηθήσεις, όπως στου ζήτ’σα. Έφερα και λίγο τσίπουρο για να σε κεράσω. Έτσι για να σε τιμήσω.

Σήκωσε το ταγάρι που έφερε μαζί του και έβγαλε από μέσα μια μικρή μποτίλια με  δυό ρακοπότηρα και τ’ ακούμπησε στο τραπέζι. Τα γέμισε με το καθαρό  ποτό  και έσπρωξε το ένα προς την πλευρά του Στάθη. Τα ήπιαν, χωρίς να πουν τίποτα. Ο μπάρμπα Στάθης άνοιξε τη χούφτα του και απίθωσε στο τραπέζι, ένα διπλωμένο χαρτί από λεπτό αλουμίνιο που το είχε πάρει από κάποιο πακέτο τσιγάρα. Του έβαλε επίσης μπροστά του μια κούπα γεμάτη νερό.

- Παναγιώτ’, αυτή η κίτρινη σκόνη που έχει μέσα το χαρτί, είναι αυτό που χρειάζεσ’. Πιες την και σε δυό ώρες, θα γίνει η επιθυμία σ’. Μονάχα φεύγοντας από δω, πρέπει να πας στο σπίτ’ και να ξαπλώσεις στο κρεβάτι σ’, για να μην βάλεις τ’ςδ’κούς σ’ στ’ νάδ’ (ψυχική ταραχή, έντονη αγωνία για κάποιο ζήτημα)! να σε ψάχνουν.

- Εντάξει, κατάλαβα, αυτό θα κάμω, σ’ ευχαριστώ!

Πήρε το χαρτάκι το ξεδίπλωσε με τρεμάμενα χέρια και χωρίς να διστάσει, αφού έριξε τη σκόνη στο στόμα του, ήπιε νερό και την κατάπιε. Ύστερα ξαναγέμισε τα ποτήρια τσίπουρο και σήκωσε ψηλά το δικό του.

 - Καλή αντάμωση Στάθ’! Για μια φορά ακόμα σ’ ευχαριστώ που με λύτρωσες.
 -Καλό ταξίδι Παναγιώτ’! Θα γίνει όπως τα κανόνισες!

Σηκωθήκαν όρθιοι και κατευθύνθηκαν προς την ξύλινη, με τα μεταλλικά τσέρκια ανά διαστήματα, διπλή, θεόρατη εξώπορτα του λιοτριβιού, προς την κάτω πλευρά του μακρόστενου κτηρίου. Από το σημείο αυτό και μετά,  τα βήματα του Παναγιώτη, ακολουθώντας το λυτρωτή του, άλλαξαν και έγιναν  βαρύτερα. Η διάθεσή του έγινε πιο ράθυμη και η συμπεριφορά του εμφάνισε αλλόκοτες διακυμάνσεις.

Τράβηξαν προς το άγαλμα του Καραϊσκάκη, εκεί στην άκρη του χωριού, για ν’ αγναντέψουν τον κατήφορο προς τον ελαιώνα και τη θάλασσα, που φαινόταν πίσω από το Ξεροβούνι. Ο ήλιος μόλις είχε σκάσει πάνω από το χωριό, στ’ αριστερά τους και ο ουρανός ήταν ξάστερος και πεντακάθαρος. Αυτός, όμως, είχε αρχίσει να αισθάνεται σαν κατάδικος που, πριν τον τουφεκίσουν, του επέτρεψαν  να δει για τελευταία φορά το φως.

- Ωραία μέρα έχουμ’ σήμερα Παναγιώτ’. Φαίνετ’ ο χειμώνας πέρασ’. Να στ’ ρίζα από το άγαλμα, φάνηκαν τα πρώτα χαμολούλ’δα. Σε λίγου θα ’ρθουν κι  τα χελιδόνια. Κοίτα πόσο όμορφος είναι ο τόπος μας, τώρα που καθάρ’σι απ’ τ’ απόβροχο ! Φαίνουντ’ ως πέρα τα βουνά στ’ν  Πελοπόννησο. Σε λίγου πρέπ’ να κάψουμ’ και τα λιόκλαρα για να καθαρίσ’νι τα λιοστάσια. Πρέπ’ να κλαδέψουμ’ και τ’ αμπέλια. Τα χωράφια στο λιβάδι θέλνικοίταμα για όργωμα και σπαρμουδιά, όταν στραγγίσ’νι τα νερά της Πνιγούρας. Αλλά και τα μελίσσια πρέπ’ να τ’ςαλλάξουμ’ τόπου.   Όμως, εσένα πλέον δεν σε νοιάζ΄νι αυτά, είναι υποχρέωση άλλ’νών!

- Ναι, έτσ’ είναι όπως τα λες! Όμορφο τόπο έχουμ’ και φαίνεται ομορφότερος, έτσι ψ’λά που βρίσκετ’ το χωριό. Όσο για τις δ’λειές, ποτέ αυτές δεν με κιότεψαν, πάντα μ άρεσ’ να κλαδεύω, να οργώνω και να σπέρνω.  Όμως, εγώ θα φύγω και θα ξενοιάσω, αλλά θα  φορτώσω με τ’ςδ’κές μ’ δ’λειές, τη γυναίκα  και τα παιδιά μ’, να «ιδώ» πως θα τα βγάλ’νι πέρα!

Ο μπάρμπα Στάθης του θύμισε πολλά ακόμα. Τον ρώτησε, αν είχε ετοιμάσει καμιά αρνάδα για το λάκκο  της Λαμπρής, που φέτος  έπεφτε μαζί με τ’ Αϊ Γιωργιού και αν φρόντισε να «τάξει» τη φορεσιά του (φουστανέλα), για να τον θυμούνται.  Όταν σε λίγο τα σχολιαρόπαιδα σκάρισαν, φορτωμένα τις τσάντες τους, τραβώντας για το σχολειό, τον ρώτησε πότε με το καλό τα μεγαλύτερα εγγόνια του θα πήγαιναν κι εκείνα  να μάθουν γράμματα και ποιος θα τα κανάκευε μέχρι να μεγαλώσουν, τώρα που αυτός θα έφευγε. Του θύμισε τη γυναίκα του που χήρα πλέον, δύσκολα θα τα έβγαζε πέρα.

Μετά από κάμποση ώρα, λέγοντας αυτά και τ’ άλλα και αγναντεύοντας μαζί του τον κατήφορο την άνοιξη που ερχόταν με γοργό ρυθμό, σταμάτησε να τον ρωτάει και τον προέτρεψε να φύγει για το σπίτι του, γιατί το κουβάρι μάζεψε  και ήρθε η ώρα για να γίνει αυτό που από καιρό εκείνος σχεδίαζε!

Ξαφνικά ο Παναγιώτης κοντοστάθηκε και γυρίζοντας προς τον μπάρμπα Στάθη το κοίταξε στα μάτια και με ντροπαλό φόβο  του είπε:

- Στάθ’, το …μετάνιωσα, δεν θέλω να πεθάνω, …έκαμα λάθος! Δώσε μ’ άλλο φάρμακο να γλυτώσω. Εσύ μπορείς να το κάμ’ς, όλα τα μπορείς εσύ.

- Νομίζω, όπως μου είπες, ότι το κοιμήθηκες και δεν άλλαξες άποψη. Γιατί τώρα μου ζητάς να κάνω το αντίθετο από αυτό που με τόσο κόπο αποφάσισες;

- Γιατί τώρα κατάλαβα, που έφτασα λίγο πριν το τέλος, ότι δεν έχω δικαίωμα, προς τον εαυτό μ’ και τ’ς δικούς μ’, να  κάνω μια τόσο μεγάλη ατιμία! Γιατί για τέτοια την καταλαβαίνω.

- Εγώ, όμως, δεν μπορώ πλέον να σε βοηθήσω. Τα φαρμάκι το ήπιες. Πρέπει να πας στο σπίτι σου και να περιμένεις.

Τον έπιασε από τους ώμους και τον ταρακούνησε δυνατά, έχοντας τη βεβαιότητα ότι εκείνος μπορούσε να τον βοηθήσει. Είχε πλέον αλλάξει ριζικά άποψη. Περπάταγε γύρω από την προτομή του Καραϊσκάκη αλαφιασμένος, κοιτώντας μια προς το χωριό και μια προς τον ελαιώνα. Ύστερα σταματώντας, άρχιζε από την αρχή να παρακαλάει τον μπάρμπα Στάθη.

Μετά από κάμποσα βασανιστικά λεπτά, εκείνος τον έπιασε από το χέρι και κοιτώντας τον στα μάτια του είπε απλά και ήρεμα:

- Παναγιώτ’, έχω να σ’ δώσω ένα άλλο φάρμακο για να γλυτώσεις, όμως θέλω να μου υποσχεθείς, ότι αύριο θα πας στη Άμφισσα, στο γιατρό!

Η ελπίδα φούντωσε μονομιάς στο πρόσωπό του.

- Ναι, ναι το υπόσχομ’,
επανέλαβε με λαχτάρα και αγωνία.

Εκείνος έβγαλε ένα ακόμα χαρτάκι ασημένιο από την τσέπη του και του το έδωσε. Αφού το άνοιξε άτσαλα, κατάπιε την μπλε σκόνη που περιείχε, πίνοντας νερό με τις χούφτες του από τη βρύση στην άκρη του πλατώματος. Ύστερα κατέρρευσε! Κάθισε ξέπνοος και πλανταγμένος, στο πεζούλι, δίπλα στο κελαριστό νερό. Τα χέρια του ήταν μουδιασμένα και τα πόδια του δεν τον κράταγαν, όμως μέσα του είχε ξαναγεννηθεί, ήταν ένας άλλος άνθρωπος.
Οι δυο άντρες χώρισαν ύστερα από κάμποση ώρα, τραβώντας ο καθένας κατά το σπίτι του. Πράγματι, την άλλη μέρα ο Παναγιώτης κατέβηκε στην Άμφισσα στο γιατρό, ο οποίος διέγνωσε την κατάθλιψη που τον τριβέλιζε και με την κατάλληλη αγωγή τον συνέφερε. Και οι δυό έζησαν αρκετά καλά χρόνια ακόμα, φεύγοντας ήσυχα από τη ζωή σε βαθιά γεράματα.

Οι δυο σκόνες, που εκείνη την ημέρα του έδωσε, ήταν  …αλεύρι, ανακατεμένο με ακίνδυνα χορτάρια, για να χρωματιστεί!


Η ζωή χωρίς τους καταλύτες της δεν προχωράει. Ευτυχώς υπάρχουν μερικοί άνθρωποι, οι οποίοι δεν φοβούνται να πάρουν πάνω τους μεγάλες και δύσκολες ευθύνες, που όμως τα αποτελέσματά τους είναι σωτήρια!