Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΚΑΠΕΛΑΔΕΣ



ΟΙ  ΚΑΠΕΛΑΔΕΣ


Χρονογράφημα                                      
                                         Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος


Μαστόροι και μαστοράτζες.
Ντοτόροι, δικολάβοι, πολιτικοί, αεριτζήδες και παρατρεχάμενοι…
Φουρνάρηδες, μανάβηδες, μαρμαράδες, σιδεράδες, καφετζήδες και τόσοι άλλοι…

Κι είναι κι ένα παλιό και ξαστοχημένο επάγγελμα που ξαναβγήκε στον αφρό!
«Οι πιλοποιοί.»
«Οι καπελάδες», με δυο κουβέντες.
Όχι οι έντιμοι επαγγελματίες, αυτοί που δεν υπάρχουν πλιόνε, μονέ οι… άλλοι.
Οι μπαταχτσήδες και οι σκιτζήδες των καιρών.

Αυτοί που μαστορεύουνε κατά καιρούς ρεπούμπλικες, ημίψηλα, ψηλά και γυναικεία καπέλα από τσόχες σε χρώματα με βέλο και φτερά…
Ψάθινες βελλαδούρες με φρούτα και… ζαρζαβατικά…
Τραγιάσκες, φέσια, μπερέδες και σκουφάκια για τη φτωχολογιά, την αργατιά, την πλέμπα και τους επαναστάτες…

Πίλους για γούστα Ογρωπαϊκά, μπαγιασόν Φραντσέζικα για λιμοκοντόρους…
Και ψαθάκια για «φοιτητές» και «ποπολάρους.»

Μιλάω δηλαδή, για τους «αητούς» της αγοράς.
Αυτούς που φέρνει η κάθε εποχή. Η κάθε κοινωνία, σαν τα αγκάθια στο περιβόλι με τα ρόδα.
Κι έχουνε και τη δικιά τους θεωρία.
«Η κεφαλή τ’ ανθρώπου και η αγορά γένηκαν για το καπέλωμα», σου λεν’ κι ορκοπατιούνται κιόλας.

Και μολογάν ακόμα πως «όρντινο είναι μα και κανόνας της ζωής!»
Όπως ο ήλιος και η βροχή μες στους καιρούς, το ίδιο η κεφαλή κι η αγορά, «από Θεού φτιαγμένες είναι», για καπέλωμα.
Καμώνονται κι απ’ την άλλη, γιορτοφορεμένοι και καλότροποι, πως τάχατες το έργο τους είναι και φιλανθρωπικό!
Και πάει λένε με την εποχή!
Την εποχή και την αναμπουμπούλα, που αβγατίζει του κόσμου τις ανάγκες.
Γι’ αυτό και στέκουν το λοιπόν στη μούγκα, με μάτια ορθάνοιχτα και τεντωμένα αυτιά.
Κι ότε που έρθει η ώρα, πρεμούρα αλογάριαστη τους πιάνει κι η γλώσσα τους ροδάνι!

Γι’ αυτό και τότενες, ότε που ήρθε το ΕΥΡΩ τους έπιασε πρεμούρα.
Αλάλιασμα κι αφιόνι.
Και εμείς οι «μπουνταλλάδες», χαιρόμασταν που ήρθε το ΕΥΡΩ, χωρίς να το πολυκατέχουμε και το γιατί.
Ενώ αυτοί…
Σβουρίξανε, πιλάλησαν, αλώνισαν την πιάτσα και βάναν τα «καπέλα» τους, σ’ ανθρώπους και πραμάτειες.
Ρεπούμπλικα φορέσαν στις ντομάτες, ψαθάκι στ’ αγγουράκια, ημίψηλο στο κρέας, φέσι στο κατσικάκι, στο λάδι μπαγιασόν και βελλαδούρα στις σαλάτες.

Γιόμισε στα ξάφνου το ΒΙΛΑΕΤΙ μας καπέλα!
Που βρέθηκαν τόσα καπέλα;
Που ήσαντε κρυμμένοι τόσοι πιλοποιοί;
Κι ύστερα σου λένε, πως οι σκάρτοι είναι λίγοι!

Την αφεντιά μου όμως εξάφνιασε εκείνο που δεν ταίριαζε με τη συγκαιρινή μας τη ζωή, τα πάθια μας και που μας το φόρεσαν αγάλι-αγάλι οι πολιτικοί, σ’ όλους μας κατά πως κάνουν στο στρατό, καπέλο που το λέγαν «Δίκωχο.»
Καπέλο με παράξενη κοψιά, που δεν του απολειπότανε η τέχνη και η μαστοριά, τόσο που να ‘χει εύκολο στασιό στα μικρομέγαλα κεφάλια μας!
Και πώς να το κατέχω ο καψερός, πως τούτοι σαν σπουδαγμένοι που ήσαντε σε πολιτείες αλαργινές, αλλόγλωσσες, ότι θα κάτεχαν κι αυτοί του καπελά την τέχνη και τη μαστοριά.

Και μας το φόρεσαν τελικά το «Δίκωχο», στη λυπητερή της ΔΕΗ!
Γι’ αυτό και το ονοματίζω «Δίκωχο», (δυο λογαριασμοί σε ένα), και μάλιστα τόσο καλά που κάποιοι ξενομπάτες, αλλόγλωσσοι και διαβατάρηδες που συνορίστηκαν την τέχνη τους, ξεθάρρεψαν και πάτησαν, σε κάποιωνε πολιτικόν μας και μακρυχέρηδων καμώματα και πανωκάπελα μας βάνανε στο «Δίκωχο» και το εδικό τους το Ογρωπαϊκό και Μνημονιακό καπέλο σ’ ολάκερο το ΒΙΛΑΕΤΙ μας.

Ε, ρε και να ‘σουνα λέει από μια μεριά,
τη μέρα εκείνη τη συφοριασμένη, που ο ήλιος όμως έλαμπε στα ολόχρυσα μαλλάκια της ΠΑΤΡΙΔΑΣ μας, να δείς τα μάτια της να σκοτεινιάζουν, να ξαρματώνεται το δίκιο και η λογική κι όλες τρόγυρα των ανθρώπων της οι καρδιές να κλείνουν.
Από τότενες είναι που στέγνωσε ο αγέρας, σωπάσαν τα πουλιά κι οι γέροντες πεθαίνουν μ’ ένα σκούρο θάμπος στα γκρίζα τους τα μάτια.
Κι οι ΝΕΟΙ μας, σε τούτη την κατάσταση…
«ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΕΟΙ», είπενε ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ ο σοφός, με φανερή τη θλίψη και τη βραχνάδα στη φωνή του!

Και έτσι φορέσαμε όλοι μας τα καπέλα μας!
Άλλος στραβά, άλλος στα ίσια, κάποιοι ριχτό μπροστά και κάποιοι προς τα πίσω…
Είναι κι η πλέμπα που το φοράει ως τ’ αυτιά, και δεν πειράζει λένε οι «Ειδικοί.»
«Πονάνε λένε και υποφέρουνε και οι πολιτικοί», με τα παχειά μιστά, μα τα ‘χει λένε, κάποιοι άλλοι, αυτά η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΓΟΡΑ.
Το Σύστημα της ΣΩΤΗΡΙΑΣ μας, που είναι πλιόνε ΦΟΡΟΜΠΗΧΤΙΚΟ και ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ!
Όπως παλιότερα λέγαμε : Το σύστημα αυτό το ΚΑΟΥΜΠΟΫΚΟ!

Δεν ξέρω αν πρέπει τελικά να ορθωθώ ή να αφεθώ να συντριβώ.
Κάλιο όμως του αείμνηστου ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ, τα λόγια του να θυμηθώ :
«Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ !»