Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΟΤΗ ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ



Στην ‘’Γενική εφημερίς της Ελλάδος’’ αριθμ. Φυλ. 18 της 8 Ιανουαρίου 1827 σελ. 71 γράφει :

‘’Εις ‘Ράχωβαν επί της εκεί γενομένης μάχης έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων και μια ιδιόγραφος επιστολή του διαβοήτου προδότου Γεωργίου Ν. Βαρνακιώτου. Περί του ανθρώπου τούτου εγίνετο άλλοτε πολύς λόγος, και το όνομά του συχνάκις αναφέρετο αλλ’ έπειτα ελησμονήθη, και έπρεπε να λησμονηθή, και ούτε άξιος ήτον τόσον πολλού λόγου. Ούτε ημείς ηθέλαμεν αναφέρει το όνομα του προδότου, εάν δεν επαρακαλούμεθα παρ’ ανδρών, των οποίων την παράκλησιν δεν ημπορούσαμεν ν’ αποποιηθώμεν , να καταχωρίσωμεν εις την εφημερίδα την ειρημένην επιστολήν. Η επιστολή αύτη γράφεται προς τον Αλβανόν Ταχίρ-αγάν Αμπάζην εις Αθήνας, και έχει ως ακολούθως :

Ενδοξότατε και πολυτιμημένε μου Ταχίραγα σε προσκυνώ.

Παρακαλώ τον θεόν δια την ζωή σου, και δια τα χαερλή τιμημένα μουράτια της καρδιά σου αμήν.

Αφ’ ου εχώρισα από την ενδοξότην σου, με όλον οπού σου έστειλα ταπεινόν μου, απόκρισίν της δεν έλαβα. Εμέ εφέτος με ηύραν πολλά κεντέρια. Ανάμεσα εις τα άλλα έχασα και τον αδελφόν μου τον Γιάννον και ένα παιδί, όπου είχε, και ας έχη δόξαν ο θεός, και να ζήση ο αυθέντης μας,(1) και η ενδοξότη σου.

Έμαθες και τα όσα μου κάμνει ο φίλο σου ο Μπεκήραγας.(2) Που είναι οι όρκοι του, και όπου σε έβανε κεφίλην, ότι θέλει μου γίνη αδελφός εις τούτον τον κόσμον και εις τον άλλον; (3) που σε άφησε τώρα; Τούτο δεν είναι οπού να με ζημιώση δέκα και είκοσι πουγγεία, αλλά θέλει να μας δώκη ραγιάδες των τζομπαναρέων(4) μας. Ο θεός να του το πληρώση, όπως δούλεψε και χάλια δουλεύει.

Εγώ εξεκίνησα να έλθω εις τον αυθέντην μας, να σταθώ μαζί του, διά να γλυτώσω από του τόσου χρόνου τα κεντέρια, και κατά τύχην μ’ήλθεν εχθές χαμπέρι από τον Κάλαμον, ότι ο Ανδρέας Ίσκου και ο Ράγκος εβγήκαν, και επήγαν εις το λιμάνι της Ζαβέρτας, και αντάμωσαν τον Τζόγκαν, διά να έλθουν να πλακώσουν τον Γιώτην, και να υπάγουν να πιάσουν και το Δραγομέστον, το Βασιλάδι, και διά τούτο γυρίζω εκείθε,(5) όπου σεμπέτσι του Μπεκήραγα τον βλέπω τον τόπον μου ωσάν την κόλασιν. Αυτού στέλλω τον εδικόν μου τον χατζή και σε παρακαλώ να κάμης τον τζαρέν, όπου να του δώση ο αυθέντης μας τον λουφέν, ωσάν οπού ηξεύρεις εις τι χάλι είναι ο ταϊφάς μου.

Αγά! Ετούτος με τα συνειθισμένα του καμόματα, όσα χάρτζια είχεν αφήσει ο αυθέντης μας τα επήρεν αυτός. Διά εμένα άφησε διακόσια, και από είκοσι γρόσια το χάρτζι, όπου γίνονται εκατόν, καθώς τα έχει όλου του ασκερίου. Που να πρωτοτρέξω εγώ με εκατόν χάρτζια, και να ήναι και ο ταϊφάς μου χαλασμένος δια την Τουρκιάν,(6) καθώς τους ηξεύρεις; Διά τούτο να κάμης βακούφην τον αυθέντη μας, να του τα αυγατίση αν ορίζη και να τα δίνη, καθώς όλου του ασκερίου ειδέ τα κάτη δεν έχω, και πώς να δουλεύσω δεν ηξεύρω, και διά όλα αυτά παρακαλώ να έχω τιμημένον σου τζεβάσι, και να μου τα οϊδίσης ότι ποίος άλλος έχει την γνώρισιν και την αγάπην εις εμέ ; Και μένω εις τους ορισμούς σου.

1826 Σεπτεμβρίου 7 από Νέπακτον

Εις τους ορισμούς σου πάντα

Γεωργάκης Νικολού
(τ.σ.)


1 : Αυθέντης είναι ο Κιουταχής.
2 : Ο διοικητής της Πρεβέζης.
3 : Ο Μπεκήρ-αγάς θέλει γενή αδελφός του Βαρνακιώτη ! πόθεν ; και πώς ; - Ο άπιστος, και επίορκος Έλλην και χριστιανός ελέγχει άπιστον και επίορκον τον Αλβανόν και μωαμετανόν ! Αλλ’ ελησμόνησεν ίσως ο καλός Βαρνακιώτης το, Προδοσίαν μεν φιλώ, προδότην δε μισώ. Και ποίαν πίστιν ; ποίαν φυλαξιν όρκων ζητεί παρ’ απίστου Αλβανού ο άπιστος προς την ιδίαν αυτού πατρίδα και επίορκος Βαρνακιώτης;-
4 : Δηλαδή, θέλει να μας κάμη υπηκόους των ποιμένων μας, και ποιμένας ονομάζει ο ευγενέστατος Βαρνακιώτης κατ’ εξοχήν τον Τζόγκαν, και κατά δεύτερον λόγον τον Ανδρέαν Ίσκου, και Ι. Ράγκον, οίτινες φιλιωθέντες προς τον Μεκήρ-αγάν, εδιωρίσθησαν δια μεσιτείας αυτού εις τας αρχαίας αυτών καπιτανίας, και τούτο δεν ήθελεν ο φιλόδοξος Βαρνακιώτης, διά να μην έχη αντιζήλους, και μη σμικρυνθή το βασίλειόν του.
5 : Διά να φανεί πιστότερος δούλος, και να δείξη περισσοτέραν δούλευσιν προς τον αυθέντην του, διά να ανταμειφθή και πλουσιώτερα, πλάθει ο καλός Βαρνακιώτης και ανύπαρκτα, και, ακόμη περισσότερον, αφάνταστα, και απόδειξις τούτου προφανής είναι αυτός ο χρόνος. Σεπτεμβρίου 7 εγράφη η επιστολή, και τώρα είναι Ιανουάριος του 1827,και όμως, ότι πλάθει ως γενησόμενον ο Βαρνακιώτης δεν έγινεν. Ο σκοπός της ψευδολογίας εξηγείται κατωτέρω, όστις είναι ο λουφές !

6 : Διά την Τουρκιάν ! και διά τι να μη χαλασθή διά την Ελλάδα ; Αλλ’ ας χαλούνται διά την Τουρκιάν, και η Τουρκιά ηξεύρει πως θέλει ανταμείψει τας θυσίας των, ως αντήμειψε δηλαδή και άλλους, όσοι πιστώς την υπηρέτησαν.