Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΑΣ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ



Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΑΣ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ


Του Στάθη Ασημάκη

ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ σχολικά μας χρόνια ακούγαμε με θαυμασμό, για τον πολύπαθο Οδυσσέα, τον πολυμήχανο, τον γιό του Λαέρτη στην Ιθάκη. Όλοι μας λίγο πολύ, με την φαντασία περιπλανηθήκαμε μαζί του, από τη μια χώρα στην άλλη, μέχρι να φτάσει σώος στο νησί του. Λίγοι όμως μάθαμε, ότι ο Οδυσσέας δεν είναι μόνον ένας μεγάλος Έλληνας πρόγονος, αλλά είναι σύμφωνα με τον Όμηρο και την Μυθολογία και «κοντινός μας συγγενής», ένας αρχαίος «παππούς μας», γιατί οι ρίζες του βρίσκονται όχι μόνο στην Ιθάκη, αλλά και στον περίφημο Παρνασσό. Αυτόν τον Παρνασσιώτη Οδυσσέα θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω κι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στην Μυθολογία αναφέρεται, ότι ο θεός Ερμής κοιμήθηκε κάποτε στον Παρνασσό με την Χιόνη κι απόχτησε έτσι τον γιό του τον Αυτόλυκο. Στον γιό του, ο Ερμής, έδωσε το χάρισμα, ότι έπεφτε στα χέρια του να το κάνει άφαντο κι αγνώριστο. Με τον τρόπο αυτό ο Αυτόλυκος είχε κατακλέψει όλα τα ξένα κοπάδια, χωρίς κανείς να μπορεί να τον ανακαλύψει. Κάποτε όμως ο Σίσυφος, γνωστός για την εξυπνάδα του, κατάλαβε ποιος έκλεβε τα ζώα του κι έτσι σοφίστηκε να σημειώνει πια, κάτω από τα πόδια τους, το μονόγραμμά του. Όταν λοιπόν κάποια μέρα βρήκε να του λείπουν μερικά βόδια τράβηξε μια και δυο στον Παρνασσό, για να παραπονεθεί στον Αυτόλυκο. Ο τελευταίος τον καθησύχασε πως δεν τα είχε κλέψει και τον οδήγησε στα κοπάδια του, βέβαιος όντας, ότι δεν θα κατόρθωνε να τ’ αναγνωρίσει ο Σίσυφος. Όμως αυτός σηκώνοντας ένα-ένα τα πόδια των ζώων βρήκε τα κλεμμένα του.

Τότε ο Αυτόλυκος αναγκάστηκε να παραδεχτεί τις κλεψιές του και για να τον εξευμενίσει τον Σίσυφο, του πρότεινε να τον φιλοξενήσει για λίγες μέρες στο αρχοντικό του για να γίνουν φίλοι και με την ευκαιρία αυτή τον άφησε να κοιμηθεί με την κόρη του Αντίκλεια (που σε λίγες μέρες θα ταξίδευε για την Ιθάκη για να παντρευτεί τον Λαέρτη), επιθυμώντας ο εγγονός του να κληρονομήσει την εξυπνάδα την δική του και του Σίσυφου, και έτσι ο Οδυσσέας, που γεννήθηκε ύστερα από εννιά μήνες, ήταν γιός του Σίσυφου και όχι του Λαέρτη.

Στην Ραψωδία (τ) της Οδύσσειας του Ομήρου διαβάζουμε, ότι ο Αυτόλυκος ταξίδεψε μέχρι την Ιθάκη, για να γνωρίσει από κοντά τον εγγονό του κι ήταν ο ίδιος που τον βάφτισε με τ’ όνομα Οδυσσέας (το όνομα αυτό ετυμολογήθηκε από τους αρχαίους συγγραφείς από το ρήμα οδεύω, επειδή ο Οδυσσέας πιάστηκε στην κοιλιά της μάνας του που «όδευε» για την Ιθάκη, για να παντρευτεί τον βασιλιά Λαέρτη). Αργότερα, όταν ο Οδυσσέας έγινε έφηβος, επισκέφτηκε τον Παρνασσό για να γνωρίσει από κοντά την μητρική του γη και τότε με ξεχωριστή αγάπη τον υποδέχτηκαν ο παππούς του ο Αυτόλυκος, οι θείοι κι η γιαγιά του η Αμφιθέα. Αμέσως σφάξανε πεντάχρονο βόδι κι αφού το λιάνισαν με τέχνη, το πέρασαν στις σούβλες και το ψήσανε. Μια μέρα ολόκληρη γλεντούσαν και σαν βασίλεψε ο ήλιος και πήρε το σκοτάδι, τότε μονάχα σταμάτησαν το γλέντι και γλυκά-γλυκά, τους πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά του.

Την άλλη μέρα πρωί-πρωί κίνησαν για κυνήγι οι γιοί του Αυτόλυκου μαζί κι ο Οδυσσέας τράβηξαν ψηλά στον Παρνασσό, που ήταν γεμάτος δάση, κι αφού πέρασαν τις ανεμόδαρτες βουνοπλαγιές έφτασαν σε κοιλάδα, όταν πια ο ήλιος είχε βγει για τα καλά κι έριχνε τις ακτίνες του στους κάμπους. Προχωρώντας μπήκαν σε πυκνό λαγκάδι, ενώ από το ποδοβολητό αυτών και των σκυλιών τους πετάχτηκε και χίμηξε πάνω τους ένας κάπρος. Τότε ο τολμηρός Οδυσσέας για να τον χτυπήσει όρμησε κρατώντας το κοντάρι σηκωμένο, αλλά ο κάπρος πρόφτασε κι ίσα ορμώντας, πλήγωσε του Οδυσσέα το πόδι. Αμέσως τότε οι θείοι του έδεσαν πρόχειρα την πληγή του και γύρισαν όλοι μαζί στο σπίτι του Αυτόλυκου. Εκεί ο παππούς γιάτρεψε τον λατρευτό εγγονό του και δίνοντας δώρα πολλά στον Οδυσσέα τον έστειλε χαρούμενο πίσω ξανά στην Ιθάκη.

Αν τώρα σκεφτούμε α) ότι η κοιλάδα του Παρνασσού, που αναφέρεται στην Οδύσσεια, μπορεί εύκολα να σχετιστεί με το σημερινό Αραχωβίτικο λιβάδι, β) ότι η ανεμόδαρτες βουνοπλαγιές μπορούν να σχετιστούν με τους πρόποδες Πετρίτης-Βλαχόλακκα-Σταυρός, που αποτελούσαν τον Αρχαίο Κατοπτήριο χώρο κι απ’ όπου καταίγιζαν με ισχυρούς ανέμους την Αρχαία Ανεμώρεια (εξού και τ’ όνομά της από τους Ομηρικούς ακόμα χρόνους) και γ) ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από το ξεκίνημα των κυνηγών μέχρι την άφιξή τους στην κοιλάδα του Παρνασσού είναι ο ίδιος, που χρειάζεται κανείς για ν’ ανεβεί από κάποια θέση μεταξύ Αράχωβας-Δελφών μέχρι το σημερινό λιβάδι της Αράχωβας, τότε μπορούμε να δεχτούμε, ότι τα ανάκτορα του Αυτόλυκου στον Παρνασσό βρίσκονταν κάπου μεταξύ της σημερινής Αράχωβας και των Δελφών κι έτσι ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος είναι «κοντινός μας συγγενής» είναι ένας αρχαίος «παππούς μας».


Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην τριμηνιαία τοπική έκδοση του περιοδικού '' Η Αράχωβα'' την άνοιξη του 1989.