Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Η αγαπημένη μου "θεία Αννέτα"


Του Νίκου Νικολαΐδη

Η αγαπημένη μου "θεία Αννέτα", μια Κυρία με όλη τη σημασία της λέξης, "έφυγε" για πάντα από κοντά μας το μεσημέρι της Δευτέρας 28 Ιουλίου, σε ηλικία 93 ετών, 'πλήρης ημερών' όπως θα λέγαμε. Για μένα, που η ανάμνησή της θα μένει ανεξίτηλη στο μυαλό και την καρδιά μου, ήταν κάτι παραπάνω από "συγγενής" (η πιο πιστή και ειλικρινής φίλη της μητέρας μου), ήταν ο σύνδεσμός μου με το παρελθόν μιας ανέφελης παιδικότητας και η απόδειξη πως όταν κάποιος αγαπήσει πολύ τη ζωή, μπορεί να τη γευτεί χωρίς παράπονα και μεμψιμοιρίες, παρά τις όποιες αντιξοότητες.
Η Αννέτα Τσότρα-Μουσουλμάνου ήταν μια από τις τρεις κόρες της εύπορης οικογένειας του Βελισσάριου Τσότρα (στη φωτογραφία του 1921 την κρατάει βρέφος στην αγκαλιά του, ενώ διακρίνονται και οι δυο ακόμη αδελφές και η μητέρα της, εν μέσω συγγενών), του ανθρώπου που μαζί με τον ανιψιό του έφερε πρώτος το ηλεκτρικό ρεύμα στην πόλη της Αράχοβας, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο (και θορυβώδες) εργοστάσιο!

Ολόκληρη η οικογένεια του Βελισσάριου Τσότρα, παρατεταγμένη για μια κλασική φωτογραφική απεικόνιση στις αρχές του 1921 στη γραφική Αράχωβα Βοιωτίας. Ο αείμνηστος Τσότρας βαστά στην αγκαλιά του την νεογέννητη τότε, Αννέτα


Η Αννέτα, που είχε δυο ακόμη αδελφές την Ιωάννα και τη Μαρία, γνωρίσθηκε με το συντοπίτη της αξιωματικό της Αεροπορίας Λουκά Μουσουλμάνο, με τον οποίο παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκαν σε οικία που αγόρασαν στο Αιγάλεω, επί της οδού Κερασούντος. Δεν απέκτησαν δυστυχώς, παιδιά και η Αννέτα διοχέτευσε όλο το δυναμισμό και τη διάθεση για προσφορά που την χαρακτήριζαν στον τοπικό Οδηγισμό, του οποίου αποτέλεσε ενεργό μέλος για δεκαετίες. Ακόμη θυμάμαι τον εαυτό μου να την βοηθώ στη σύνταξη των πρακτικών από τις δραστηριότητες του συλλόγου, όπως και τα γράμματα που έστελνε σε συγγενείς της στην πρώην Ανατολική Γερμανία, τους οποίους ήλπιζε να ξαναδεί...

Τα Χριστούγεννα του 1985 ο "θείος Λουκάς" Μουσουλμάνος "έφυγε" ξαφνικά κι αναπάντεχα από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία 67 ετών και η Αννέτα έμεινε μόνη, αλλά σύντομα ξεπέρασε το μεγάλο της πόνο. Κατάφερε να ανακτήσει γρήγορα την αισιοδοξία της και τη δίψα για τη ζωή, βοηθώντας την αδελφή της Μαρία που έμενε στον Πειραιά, στην οποία συμπαραστάθηκε έως το τέλος. Τα τελευταία χρόνια υπέφερε από ανίατη πάθηση των ματιών που σταδιακά της αφαίρεσε την  όραση, αλλά και πάλι δεν έχασε το κουράγιο της. Έσβησε ήσυχα στο σπίτι της, ανήμερα των 50των γενεθλίων μου.

Θα τη θυμάμαι όσο ζω...