Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΑΡΑΧΩΒΑ




Του Γιάννη Βλαχογιάννη

Οι πληγές του γέρου είχαν ανοίξει πάλι κ’ έτρεχαν. Τότε έπεφτε στις υποχοντρίες του ο κακόμοιρος. Όλα τούφταιγαν. Κ’ οι θύμησες οι περασμένες έμοιαζαν κ’ εκείνες σαν πληγές που του πονούσαν. Όμως, ενώ πονούσε, κ’ ενώ σπάραζε, ήθελε και να τις ανιστορεί. Κ’ εύρισκε σ’ αυτό μια γλύκα, πώς να πω, φαρμακερή. Νόμιζες πως κ’ η ψυχή του μάτωνε ‘κει που μιλούσε. Κι’ ο γέρος μια μιλούσε, μια αναστέναζε.

- Αχ , αυτή η πληγή!.. που βρίσκει το τόσο αίμα… Τόσα χρόνια πάει αυλάκι… θάκανε ποτάμι… Από την ώρα που πληγώθηκα, πενήντα χρόνια αστείρευτα, σώνει πια! Πονώ… και τι κατάλαβα;… αίμα χαμένο σαν το ρέμα του νερού.

Βρέθηκα στην Αράχωβα – ποιος με ρωτάει; Καλά με ρώτησε! Δεν ήμουν, όχι, στην Αράχωβα – κι’ ας μούφαγε τα στήθια εκεί το βόλι… Στάθηκα άτυχος, μωρέ παιδιά, γι’ αυτό βογγάω τώρα, όχι για τις πληγές. Αχ, και να μη ρίξω κ’ εγώ ένα τουφέκι, να μη φάω έναν Τούρκο κ’ εγώ με το σπαθί!


Μεσ’ το κυνήγι τα’ ασυλλόγιστο, που κάναμε στους Τούρκους, εγώ ξένος στάθηκα, χωρίς να θέλω. Η μοίρα μου με καταράστηκε… ένα κεφάλι κ’ εγώ αρβανίτικο δεν μπόρεσα να πάρω. Ένα – το ηύρα καταγής, το ντράπηκα, κι’ αυτό. Γιατί; Θα σας το πω, μωρέ παιδιά!

Ο Καπετάνος μ’ έβαλε σκοπό. Εκεί να μείνω, μούπε, να μην κουνηθώ.. «Χάθηκες, και μας έχασες». Είπε ο Καραϊσκάκης! Τούχω παράπονο τρανό δεν του το συμπαθάω – άγια τα κόκκαλά του! Σκοτάδι και χιονούρα. Δεν έβλεπα μπροστά μου. Όλοι κοιμώντανε. Καμιά ντουφεκιά, να δείχνει πως είναι πόλεμος. Άξαφνα, μια ντουφεκιά… πληγώθηκα. Ήρθε από μακριά το βόλι, ήταν η μοίρα μου που τόστειλε. Στο χιόνι απάνω απλώθηκα σιγά. Ένοιωθα το αίμα μου να τρέχει. ήθελα να φωνάξω – ο Καπετάνος πρόσταξε άχνα να μη βγάλω. Λιγώθηκα κι’ αποκοιμήθηκα.

Τις αυγές, ήρθα στο νου μου. Ακόμα νύχτωνε – Τούρκοι χιλιάδες, ‘μπρός στα μάτια μου, περνούσανε! Κοιμώνταν οι δικοί μας, παγωμένοι, στο χωριό. Ήθελα να φωνάξω, να σκίσω το λαρύγγι μου, κι’ ας πέθαινα – δε μπόρεσα να βγάλω μήτε στεναγμό.

Κ’ οι Τούρκοι ροβολούσαν… και γλιστρούσαν… κ’ έφευγαν. το χιόνι τους βοηθούσε.

Κόπηκε η λαλιά του γέρου. Αγρίεψαν τα μάτια του. Με το χέρι τ’ άσαρκο, έδειχνε κατά τη θύρα.

- Ακούτε; Ακούτε; Φεύγουν! Φεύγουν! Ποτέ δεν ξαναστάθηκε τέτοια φυγή! Τους πήραν οι δικοί μας! Δε θα γλυτώσει ψυχή.

Μ’ έξαψη τρομερή θέλησε ν’ ανασηκωθεί. Κ’ έπεσε πάλι. Τρέξαμε κοντά του. Το αίμα πλημμύριζε το στρώμα του. Άξαφνα τρομάξαμε κ’ εμείς. Όξω από το σπίτι άγρια ανεμοζάλη μάνιζε και περνούσε – χιλιάδες Τούρκοι φεύγανε! Και παν, και παν!


Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΕΑ ΖΩΗ (ΠΕΡ, Γ – ΤΟΜΟΣ VII – 4)  το 1912.