Του Στέργιου Μπακολουκά
Στις δυο δεκαετίες που ακολούθησαν το μεγάλο πόλεμο,
το ψωμί που κυριαρχούσε στο τραπέζι των
νοικοκυριών της Αράχοβας είχε δυο χαρακτηριστικά: ήταν τόσο μαύρο, σχεδόν
κατάμαυρο, όσο κι ο έβενος, και κολασμένα νόστιμο, περισσότερο και από μελ’τωμένο
….παντεσπάνι. Η μυρουδιά του σε λίγωνε
και σε χόρταινε πριν ακόμα το βάλεις στο στόμα σου. Το ζύμωναν οι γυναίκες του χωριού σε τεράστια
καρβέλια δυο και τριών οκάδων το καθένα, και σε ποσότητα σύμφωνη με
τα στόματα, που το κάθε σπίτι είχε να θρέψει.
Το λιγότερο μια φορά το μήνα, οι γυναίκες του σπιτιού
ακολουθούσαν αυτή τη διαδικασία, αναπιάνοντας προζύμι αποβραδίς στο ζ’μουσκάφ’δου (ξύλινη σκάφη για ζύμωμα ψωμιού) και την άλλη
μέρα, οι ίδιες σαν χειροδύναμοι παλαιστές, αφού ανασήκωναν τα μανίκια τους,
ζύμωναν τα καρβέλια τους και τα έψηναν
στους χτιστούς ξυλόφουρνους που κάθε σπίτι είχε στην αυλή του. Μετά,
αφού κρύωναν, τ’ αράδιαζαν σε μια
μακρόστενη ξύλινη τάβλα στερεωμένη απ’ τις δυο πάντες με σύρμα ψηλά στο ταβάνι
του κατωγιού, για να μην τα φτάνουν τα ποντίκια και τα …παιδιά, και σιγά-σιγά τα κατανάλωναν.









