Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

1936: ΣΤΑ «ΚΟΥΔΟΥΝΑΔΙΚΑ» ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΣΑΣ

 

Εν ώρα εργασίας σε κάποιο "κουδουνάδικο" της Άμφισσας.

     Εκεί κάπου στη Παρνασσίδα, μέσα στη κοιλάδα, που σχηματίζουν ο Παρνασσός και η Γκιώνα, βρίσκεται χωσμένη κάτω από τη Τοπόλια με τις κλωνόγυρτες εληές και αντίκρυ στην Σιγδίτσα, που έγινε γνωστή ως γεννέτειρα του περίφημου οικονομολόγου Αναργύρου Σιμοπούλου, η Άμφισσα. Τα Σάλωνα. 
 Έπαιξαν σπουδαίο ρόλο τα Σάλωνα στην Επανάστασι του 1821. 
Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά
και στο Χρυσό κριάρια
και στης Μαρίας την ποδιά,
σφάζονται παλληκάρια.
 Φημίζονται αλήθεια οι Σαλωνίτικες εληές για το μέγεθοςτους. Το «πρώτο πράμα», που δε το βλέπομε οι Αθηναίοι, είναι σαν δαμάσκηνο της Μαδαγασκάρης. Και σαρκώδες, εύχυμο μ’ ένα μικρό κουκούτσι.   
 Νόστιμο δέεε! Μέσα στα Σάλωνα μπορεί να έχη αυτή την εποχή τουλάχιστον 20 - 22 δραχμές η οκά.     Όλο σχεδόν αυτό το « πρώτο πράμα» βγαίνει στο εξωτερικό. Έξη έως επτά εκατομμύρια συνάλλαγμα εισάγει το χρόνο η Άμφισσα από εληές. 
 Σαν νάφαγα, μου φαίνεται, στον ύπνο μου Σαλωνίτικες εληές - πρώτο πράμα-που μου τις είχε στείλει πεσκέσι ο Δήμαρχος Αμφίσσης, ο Γιδόγιαννος. Ας είναι καλά ο άνθρωπος. 
Η Άμφισσα όμως έχει και κάποιο άλλο προϊόν. Έχει βιοτεχνία. Σπουδαία βιοτεχνία, από την οποίαν εισάγει άφθονο συνάλλαγμα κάθε χρόνο: Τά Κουδουνάδικα.
Ολόκληρη συνοικία «Κουδουνάδικα», εργαστήρια που σφυρηλατούν μπακίρι και κάνουν τροκάνες για τραγιά, πρόβατα και γίδια. 
Αντιλαλούν όλη μέρα οι δρόμοι της από τα οφυροκοπήματα, σαν τη δική μας οδόν Ηφαίστου, πούναι τα «Γύφτικα». 
 Περνώντας απ' έξω βλέπετε τους τεχνίτες ν’ αναιβοκαταιβάζουν αδιάκοπα το σφυρί τους πάνω σε μικρά ατσαλένια αμόνια, ξεγυρίζοντας με τέχνη το χάλκινο έλασμα, και το φτειάνουν κουδούνια. 
Θα δήτε στο καθένα κουδουνάδικο κρεμασμένα πλήθος κουδούνια με τα γλωσσίδια τους, κουδούνια μικρά για προβατάκια, κουδούνια μεγάλα για προβατίνες, μεγαλήτερα για τραγιά. Και κάτι μεγάλα σαν καρπούζια. 
 — Για γκαμήλες είν’αυτά; ρώτησα τον Δήμαρχο, που μ’εξεναγούσε. — Αυτά, μου λέει, είναι για τα «κεσέμια». 
 — Δηλαδή ; 
 — Γιά τά «μπροστάρια». 
Θυμήθηκα τότε το ανέκδοτο του Όθωνος με τον Δήμαρχο : 
— Κεσάτια Βασιληά μου. 
— Δηλαδή ; 
— Δε γίνετ’ αλισιβερίσι. 
— Δηλαδή ;
 — Δεν έχομε νταλαβέρι. 
Μα ο ευγενικός ξεναγός μου Δήμαρχος εκατάλαβε την αγνοιάν μου κι έσπευσε να μου εξηγήοη. 
—Τα φορούν οι τράγοι, που πηγαίνουν μπρος απ' το κοπάδι. 
— Καί δεν τους κουράζει τόσο βάρος ; ρώτησα.  
Να τους δης μεθαύριο τ’ Άη Γιώργη, που βγαίνουν οι τσοπαναρέοι απ’ τα χειμαδιά, για να πιάσουν τις ραχούλες......... 
Τους είδα. Είδα όλη την έξοδο των τσοπαναρέων με τα κοπάδια τους προς τα «επηγγελμένα» τοπεία, που με τα γάργαρα νερά της βουνίσιας πηγής, το βλασσερό χορταράκι και το αρωματισμένο αγέρι καταντούν για τις στάνες αληθινή «Γη της Επαγγελίας». 
Γραφικώτατο θέαμα ! Το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο τα κοπάδια. Στρατός ολόκληρος εις βαθεία φάλαγγα. Μπροστά ένας μουσάτος τράγος, καλοθρεμμένος, με την τεράστια τροκάνα στό λαιμό, καμαρωτός - καμαρωτός. Το Κεσέμι. Ξοπίσω του τα «μπροστάρια». Άλλοι τράγοι με μικρότερες τροκάνες. Τον ακολουθούν, όπως οι επιτελείς τον Αρχιστράτηγο. Έπειτα τα γίδια, τα κριάρια, τα πρόβατα. Όλα με μικρές τροκάνες στο λαιμό. 
Δεξιά κι αριστερά τα τσοπανόπουλα και τα κοπέλια μετις αγκλίτσες και τα τσοπανόσκυλα. Έπειτα τα μεταγωγικά. Μουλάρια με τα τσαντήρια συσκευασμένα και τα σύνεργά τους, καρδάρες, καζάνια......... 
Και επ' ούρας της συνοδείας η.... «μπάς κούρ». Στη ράχη του τελευταίου μουλαριού καμμιά δεκαπενταριά-είκοσι κότες, λυτές. 
Μόλις η συνοδία σταματήση, πηδούν και βόσκανε κι’ όταν ξαναξεκινήση πετούν στη θέσι τους. 
Καμμιά παρατονία. Κανένα στονάρισμα. Ακούτε τετρακόσες-πεντακόσιες τροκάνες και κουδούνια να κτυπούν ρυθμικά πρίμο, σεκόντο, τέρτσο, μπαρυτονάλε, μπάσο, αρμονικώτατα, λες και τα κούρδισε - ή τά διάλεξε- κάποιος βιρτουόζος μαέστρος. - Είδα και το διάλεγμα. Πηγαίνουν δυο - δυο στα κουδουνάδικα οι τσοπαναρέοι να ψωνίσουν. Ο ένας στέκει αντίκρυ στο μαγαζί καμμιά δεκαριά μέτρα μακρυά, με το αυτί τεντωμένο κι’ ο άλλος στην πόρτα δοκιμάζει ένα-ένα τα κουδούνια. Φαλτσάρει ένα; 
 — Άκα· φωνάζει από αντίκρυ ο άλλος. 
Αντιλαλούν όλη μέρα οι δρόμοι των Σαλώνων από τα σφυροκοπήματα και δουλεύουν εντατικά, με την ψυχή τους, όλη τη χρονιά για να ετοιμάζουν «πράμα». 
Η παραγωγή τους βγαίνει από τα σύνορα της Ελλάδος, για να φθάση μακρυά, πολύ μακρυά. Η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Βεσαραβία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σερβία και η Μικρασία προμηθεύονται κουδούνια και τροκάνες, χιλιάδες πολλές, για την κτηνοτροφία τους από την Άμφισσα. 
Υπολογίζουν εις τρία τέσσερα εκατομμύρια δραχμές το συνάλλαγμα, που εισάγει από το εξωτερικό το χρόνο η Άμφισσα με τη βιομηχανία της αυτή. 
Τώρα εσχάτως όμως η βιοτεχνία αυτή έχει αρχίσει να ατονή. Σε πολλά μέρη, που επρομήθευε πρώτα η Άμφισσα κουδούνια, κατασκευάζουν πολυτελή, από καλό μέταλλο με μπιχλιμπίδια. 

Ο ΠΕΡΙΟΔΕΥΩΝ

ΠΗΓΗ: ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1936