Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ




ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΧΡΙΣΤΟΣ Ε. ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

     Το περιβόλι της καρδιάς μου, η χώρα μου, που ανθοβολεί, μοσκοβολεί και κάθε τόσο απ΄άκρη σ’ άκρη τη γυρνάω.
Από τα χρόνια τα παλιά … Στις πέτρες και στα μάρμαρα, που κάποια μου κρύβονται ακόμα κι άλλα στα μάτια μου μπροστά, λαμποκοπάν και ιστορίματα μου μολογάνε … !
Στα χρόνια τα κατοπινά … Του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ τα χρόνια, «των ερειπίων και της ερημίας…»
Στου ΡΑΓΚΑΒΗ τον τόπο, «της ταπεινής γεωργίας και αιωνίας πενίας…»
Στου ΡΗΓΑ του ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗ το όνειρο και τ’ όραμα, «που θα’ πρεπε η χώρα ετούτη, ίσαμε το ΔΟΥΝΑΒΗ να φτάνει και όμως δεν ξεπερνάει το ΣΠΕΡΧΕΙΟ.»

Η  Χ ώ ρ α  μ ο υ !

Το περιβόλι της καρδιάς μου που οι ταπεινοί του οι ναοί, τα σπίτια του με την αρχιτεκτονική τους και τις ξυλοδεσιές τους, πολιτισμό παράγουν, γεννούν δικαιοσύνη κι ολούθε τρόγυρα, «μυρίζουν ευγένεια ξύλου παλαιού», όπως ο Λόγος του ΕΛΥΤΗ !

Η  χώρα μου, μέσα στων χρόνων τα στενέματα, στης θάλασσας τις λύπες και της πέτρας, σε κεραυνούς και σ’ αστραπές, κατάσαρκα χαλικωμένη με πόνους άπειρες φορές από καταχτητές, ανιστορήθηκε και χτίστηκε από ξαρχής με του λαού το αίμα!
     Τότενες… τότενες που της ΕΥΡΩΠΗΣ,  τηράγαμε τις θαμαστές φωτογραφίες των εργοστασίων της κι οι κεφαλάδες της Πατρίδας μας υποδεχόσανται τον ΟΘΩΝΑ το βασιλιά.
     
     Κι Εμείς,
Ξωτάρηδες, αγρότες, ταπεινοί, με την ελπίδα, τ’όνειρο μπροστά μας, πισώπλατα τον ήλιο, βαδίζαμε δίχως στα ‘σώψυχά μας κακωσύνη για την αποβροχάρικη λιακάδα που τόσο άργεψε να’ ρθει, φροντίζοντας τη γη μας τη γονιμική.
    
   
  Και το συνερισιό μας μεγάλο για τα σχέδια των κονσολάτων Γερμανών και των δικών μας κεφαλάδων, αν τάχατες θα έπρεπε να στήσουν, λέει, βιοτεχνίες,εργοστάσια να στραταρίσει ο τόπος.
Κι ο ΟΘΩΝΑΣ, ο βασιλιάς, «Καινό δαιμόνιο είναι η βιομηχανία», έδωσε γνώμη και κωλοκάθησαν ευτύς τα σχέδια κι η χώρα.
Πάντα βέβαια υπάρχει βαρύτερη μια γνώμη απ’ τις ‘άλλες, που καθιστάρικα κουμαντάρει το αύριο ενός τόπου, για το σωσμό και τα πρωτεία των τσιφλικάδων και των κοτσαμπάσηδων της κάθε εποχής.
Σε χρόνους βιαστικούς και ασυγκράτηχτους, το σημείωσε κι ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ σε γράμμα του προς τους ΥΔΡΑΙΟΥΣ στα 1822! «Αν οι άρχοντές μας αδελφοί, διαθέτανε τα μέσα και τον πλούτον των, η Πατρίς ήθελον είναι σε άλλη πολύ διαφορετικήν κατάστασιν.»
    
     Τότενες το’ πε ο ΘΟΔΩΡΗΣ της ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ!
     Σήμερα το ξαναλέμε κι εμείς στα 2013! «Αν η πλουτοκρατία μας πλήρωνε τους φόρους της, η Πατρίδα μας δεν θα κόλλαγε στη μούργα και στα χρέη.»


Κι όμως στην εποχή του ΟΘΩΝΑ, όσο κι αν το πάσκισαν προύχοντες ξενομερίτες και ντόπιοι το διάφορό τους και τη ρέγουλα να κρατήσουν, ξόμπλιασε το κουμάντο τους με τον καιρό κι έτσι ξεπετάχτηκαν Έλληνες πατριώτες και βάναν στ’ αυλάκι το νερό.
 Στήσαν καρνάγια στη ΣΥΡΑ, στις ΣΠΕΤΣΕΣ, στο ΓΑΛΑΞΕΙΔΙ, ανοίξαν μεταλλεία, ταμπάκικα για δέρματα, τσαγκαράδικα, κρασοπουλειά, στην Πειραιώς υφαντουργεία… Στου ΚΑΝΕΛΟΠΟΥΛΟΥ αγγεία, καραμπούδια, κεραμμύδια…
Στου ΚΟΥΠΑ λέβητες, καζάνια… Το Φωταέριο, το Γκάζι, τα πολεμάρματα του ΜΠΟΔΟΣΑΚΗ, (ΠΥΡΚΑΛ), τα Τσιμέντα, του ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ οι λιχουδιές…
Του ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ τα καπελάδικα, οι μύλοι στο ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ, του ΜΟΛΟΚΟΤΟΥ οι λανάρες, της ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ-ΠΑΤΡΑΪΚΗΣ και του «ΑΙΓΑΙΟΥ», χασέδες, ντρίλια, σεντόνια και άλλα του σπιτιού χρειασίδια, πλεχτά, λογιώ – λογιώ σκουτιά του ΛΕΚΚΑ, του ΤΣΙΡΟΖΙΔΗ, του ΔΟΥΡΙΔΑ…
Λάδια και λίπη της ΕΛΑΪΔΑΣ, χυμοί, κομπόστες της ΣΕΚΟΒΕ, είδη υγιεινής, πλακάκια του ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, τον ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟ τον ΚΕΡΑΝΗ, κι άλλους πολλούς που ξαστοχάω.
Κι εκεί γύρω στο 1955 – 1965, ότε που έκλαιγε ολάκερη η ΕΛΛΑΔΑ στα λιμάνια και στους σταθμούς των τραίνων τι φεύγανε τα άξια, τα Ελληνικά τα χέρια για άλλες χώρες,γκρινιάξανε οι κεφαλάδες μας, τι τάχατες τους ‘μπόδιζαν, ως είπανε, τα τόσα εργοστάσια στην ΑΤΤΙΚΗ, κι έπρεπε γι΄αυτό να ξεμακρύνουν για να χτιστούν καινούργια, μεγάλα χτήρια. Οι Πολυκατοικίες!!


Και διαμοιράστηκαν στον ΤΑΥΡΟ, στην ΚΑΛΛΙΘΕΑ, στη ΝΕΑ ΙΩΝΙΑ, στον ΠΕΙΡΑΙΑ, στη ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ, στον ΑΪ – ΓΙΩΡΓΗ, στην ΕΛΕΥΣΙΝΑ, στην ΠΑΤΡΑ, στη ΣΑΛΟΝΙΚΗ κι αλλού.
     Κι οι «στρατιές» από κοντά.
     Η εργατιά, η προσφυγιά, του μεροκάματου η πλέμπα,
     Γιομόσανε οι φτωχογειτονιές σπιτάκια μονοκάμαρα, εκκλησιές, σκολειά, φωνές παιδιών και γέλια και στα ραδιόφωνα η ΕΛΙΖΑ ΜΑΡΕΛΗ, ο ΓΟΥΝΑΡΗΣ κι ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ σκορπάγανε νότες και καϋμούς.
Η πιο λαμπρή όμως, η πιο χρυσή για την πατρίδα μας εποχή ήσαντε τα χρόνια από το 1975 μέχρι περίπου το 1984. Εξαγωγές και πάλι εξαγωγές κι από κοντα το Κράτος με 17% επιδοτήσεις στην κάθε εξαγωγή.


Μα στο κατόπι αρχίνισαν τα Ευρωπαϊκά ονείρατα κι οράματα.
Θυμάμαι τη διαφήμιση στην τηλεόραση : «200 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πελάτες, θα αγοράζουν τα προϊόντα μας!»
Και λίγο αργότερα, ο μέρμηγκας απόχτησε φτερά!
Ήρθανε τα πακέτα DELHOR, άρχισε να φουντώνει το χρηματιστήριο, πήραμε και τους ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ κι έφυγε όλο το ΒΙΛΑΕΤΙ καβάλα στ’ όνειρο, ΑΘΗΝΑ – ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ.
Βέβαια κάποια πολλά δισεκατομμύρια ΕΥΡΩ μας κόστισαν οι ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ, μα γένηκαν στ’ αλήθεια ονειρεμένοι!
Θ’ ακούνε, θα διαβάζουνε οι κατοπινοί μετά από χρόνια, ξεπερδικίζοντας τα παιδιά τους γιομάτοι περηφάνεια για το κατόρθωμά μας.


Εμείς όμως οι τωρινοί που όλα αυτά τα ζήσαμε και τα πληρώσαμε κι ακόμα τα πληρώνουμε και θα τα πληρώνουμε, δεν καλοκαταλάβαμε και χαιρόμασταν. Πετάγαμε από χαρά, φρουφρούλιαζε η καρδιά μας κι όλα τα ξαστοχίσαμε. Ακόμα και τον τουρισμό μας. Θαρρούσαμε πως πλιόνε μονάχοι τους θα ΄ρχόσαντε οι τουρίστες έτσι πως μακροταξίδεψε με τους ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ το όνομα της Χώρας μας.
Απάνω εκεί στο νου μας ήρθε, ξυπνήσαμε θαρρείς στα ξάφνου κι η εξαγγελία των προηγούμενων εκσυχρονιστών : «Όσοι επιχειρηματίες δραστηριοποιηθούν σε χώρες των ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ, πάντα με έδρα όμως την ΕΛΛΑΔΑ, θα επιδοτηθούν.»
Κι έτσι, ότε που κατακάθησε ο ενθουσιασμός κι ο κουρνιαχτός των ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ, ότι με τόσο κόπο, σε τόσα χρόνια γένηκε στην Πατρίδα μας, τώρα είχε το κίνητρο να φύγει και μάλιστα με μπαξίσι, ρεγάλο την επιδότηση για το φευγιό του!
Κι έφυγαν όλοι τους. Εκατοντάδες εργοστάσια.


Τώρα πια το περιβόλι της καρδιάς μου, η Χώρα μου, έχει διαγουμιστεί, φεύγουν και τα χρυσά μας νειάτα σκιαγμένα από την ανεργία κι’ Εμείς όλοι, Εμείς οι παραπομεινάρηδες βγάζουμε πλιόνε σε πλειστηριασμό τα όνειρά μας για ένα μιστό, μια σύνταξη της προκοπής, ένα κομμάτι Ευρωπαϊκό ψωμί !!