Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος
Όλα είναι δρόμος,
κι όσο και πιο μακρύς ο
πηγαιμός,
τόσο και πιο πολλές οι
θύμισες.
Οι θύμισες
π’ ανάβουνε σαν τα
κεριά μες στο φεγγί μου,
και μου λιανίζουν
αγάλι-αγάλι την καρδιά!
Μιλώ
για τη ζωή, για τη
δουλειά, για το ψωμί,
στα φακοχώραφα του
Λιβαδιού, στον όργο του μαυράγανου
σταριού, των λαθουριών,
του κριθαριού, των ρεβυθιών…
Τη στρατιά της
αγροτιάς,
στη γέννα του ψωμιού
και της χρυσής ελπίδας!
Μιλώ
για των προβάτων το
χορό στις καλαμιές,
το δρόμο του μαλλιού,
την άνοιξη της “φορμαγέλας”,
το μυστηριακό το πήξιμο
της “φέτας”,
τα μικροκάλυβα, τις
στάνες,
και τις περιστασιακές
ταβέρνες, που σκάρωναν
τεχνίτες του μεζέ και
του κρασιού!









