Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

1926: Mια ωραία πανήγυρις εις την Αράχωβαν



Ἀράχωβα (Ἔκτακτος ἀνταπόκρισις). Ἡ πόλις, ἡ ὁποία κατέχει τὸ δυτικόν ἄκρον τῆς Ἀττικοβοιωτίας ἔχει τὸ  πλεονέκτημα νὰ ἀναπνέῃ τὴν αὔραν τοῦ Παρνασσοῦ εἰς ὕψος χιλίων μέτρων ὑπέρ τὴν θάλασσαν. Ἐάν μάλιστα οἱ ὑπερχίλιαι αὐτῆς οἰκίαι δὲν ἦσαν τόσον πυκνά κατασκευασμέναι, ἡ Ἀράχωβα θὰ ἦτο ἀληθής Ἑλβετική πόλις γραφικῶς περιχαρακωμένη ὑπό λοφοσειρῶν τοῦ Παρνασσοῦ, ὧν ὁ χρωματισμός ποικίλλει, ἀλλοῦ μὲν παρατηρουμένης δασώδους ἐξ ἐλάτων ἐκτάσεως καὶ μελανῆς ἐκ τῆς πυκνότητος τῶν δένδρων, ἀλλαχόθι δὲ διά μιᾶς πρασινάδας καὶ ἀλλοῦ καταστίκτου ὑπό στιβάδων ζωηρῶν ἐκ συμπεπυκνωμένης χιόνος.
    Βλέπει τις κατά τὸν περίπατόν του ἀπειρίαν λόφων ἐκ πρασινωπῶν ἀμπελώνων γραφικωτάτων καὶ ἐκτεταμένων ἐνιαχοῦ διακοπτομένων ὑπό λευκαζόντων ἀγρῶν, ὥστε τὸ πᾶν νὰ ἐμφαίνῃ ἕνα παμμέγιστον τάπητα πολυτελέστατον καὶ θαυμαστὸν, ὅν ὑποστηρίζει ἀπέραντος ἐλαιών διαυλακούμενος ὑπό χαραδρῶν. καὶ ὑδάτων, ἅτινα στολίζουσι τὴν ὅλην περιφέρειαν κατά τρόπον ἀληθῶς μαγευτικόν.
    Εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῆς πόλεως ὀρθοῦται ὑπερήφανος καὶ μεγαλοπρεπής ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου - διά τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου ἡ πόλις ὁλόκληρος θυσιάζει κατ’ ἔτος ἀμνούς ὀβελίας καθ’ ὁμάδας ψηνομένους κατά παλαιοτάτην συνήθειαν.
    Συρρέει πλῆθος ὁλόκληρον ξένων πάσης προελεύσεως φιλοξενούμενον ὑπό τῶν Ἀραχωβιτῶν, οἵτινες ἀνοίγουσι διάπλατα τὰς οἰκίας των, ἀλλά καὶ συγχρόνως τὰ οἰνοβάρελα  αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑπερχειλίζῃ ἡ φιλοξενία καὶ ἡ αἰσθηματολογία  τῆς Ἀραχώβης ἀκμαία καὶ ζωηρά πάντοτε.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου





Της Άλτας Φίλου-Πατσαντάρα

[…]
«ΑΥΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1940, που άρχισε ανέλπιστα ο πόλεμος. Ένα ξάφνιασμα στην αρχή σε όλο το χωριό και μια βουβαμάρα όταν άρχισαν να χτυπάνε ασταμάτητα οι καμπάνες και από τις δύο εκκλησίες. Μετά, φωνές σαστισμένες, τρομάρα, ανακατωσούρα παντού. Ο κόσμος τα είχε χαμένα.

Έστειλαν την Κατερίνη της Αλτάνας μοναχή της στο Καστρούλι, δυο ώρες δρόμο με τα πόδια, να πάει να πει στον μπάρμπα της τον Θεοχάρη, που ήταν στο αμπέλι, ότι έπρεπε να γυρίσει επειγόντως στο χωριό γιατί τον ζητούσαν για το μέτωπο. Ήταν η εποχή του τρύγου.

«Τι είναι, ωρέ; Τι γίνεται;» τη ρωτούσαν οι αγωγιάτες, που ανέβαζαν στο χωριό φόρτωμα τις κόφες και τα σακιά με τα σταφύλια από τα αμπέλια. Οι καμπάνες και των δύο εκκλησιών δεν σταμάτησαν από το μεσημέρι και μετά να χτυπάνε ασταμάτητα. Ο κόσμος που ήταν στα αμπέλια ανησύχησε και κοιτούσαν κατά το χωριό, μπας και έβλεπαν καπνό, σημάδι ότι κάποιο σπίτι καιγόταν. Ήταν συνήθεια να χτυπούν οι καμπάνες και να καλούν τον κόσμο να τρέξει σε βοήθεια για να σβηστεί η φωτιά. Ετούτη η φωτιά όμως που άναψε εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη του 1940 δεν θα έσβηνε εύκολα…

«Πόλεμος! Πόλεμος!» τους απαντούσε εκείνη με κλάματα. «Πάω να πω στον μπάρμπα μου πως τον ζητάνε για το μέτωπο…»

Σε λίγο οι πρώτες κλάσεις άρχισαν να φεύγουν, μαζί και ο μπαρμπα-Θεοχάρης, ο αδελφός της Αλτάνας. Άλλοι με τα πόδια και άλλοι με φορτηγά. Στα «Μαύρα Λιθάρια», στην ανατολική άκρη του χωριού, είχαν μαζευτεί τα γυναικόπαιδα και με κλάματα και μοιρολόγια αποχαιρετούσαν με μαντίλια αυτούς που έφευγαν για το μέτωπο. Και ήταν πολλοί από το χωριό, όπως και πολλοί ήταν αυτοί που δεν ξαναγύρισαν…

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Πιστίλλια και παράνταλα



Τώρα, που o covid-19 μάς έχει κάνει … «πιστίλλια» και  απαγορεύεται σε όλους μας να πάρουμε τα… «παράνταλα» για να ξεδώσουμε, ας σκεφτούμε τρόπους διαχείρισης της κλεισούρας μας, ώστε να τηρήσουμε μέχρι τέλους και με ευλάβεια το σωτήριο: «μένουμε σπίτι».
Θα πείτε, τέτοιες μέρες - τέτοιες ώρες, τι να κάνουμε; Ας εφαρμόσουμε, μεταφορικά, αυτό που έκαναν παλιότερα στο χωριό μας οι πατεράδες και οι παππούδες μας, όταν είχε κακοκαιρία το χειμώνα. Τι έκαναν; Κατέβαιναν και συγύριζαν το κατώι τους! Το «μέσα» και το «έξω»,με σκούπισμα, με συμμάζεμα, με μικρομαστορέματα και μικροδιαρρυθμίσεις.
Έτσι κι εμείς σήμερα, πέρα από το τυχόν συγύρισμα του κανονικού σπιτιού, μπορούμε να συγυρίσουμε και το «πνευματικό μας κατώι» (π.χ. βιβλιοθήκες) με διάβασμα,  με κάτι πιο δημιουργικό, όσοι μπορούν, χωρίς να καθόμαστε παθητικά μπροστά στην τηλεόραση και χάνουμε το κέφι μας, ακούγοντας τόσα απανωτά δυσάρεστα απ’ όλο τον κόσμο.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Τα Καλυβιώτικα ΙIΙ


(Μνήμες  από το Λιβάδι και τα Καλύβια)


Του Γιώργου Δ. Ανδρέου

Το Καφέ– οίνο – κρεο– παντοπωλείο

Έγραφα κλείνοντας το προηγούμενο σημείωμα:
Άρχιζε όμως , νυχτώνοντας,  και η νυκτερινή  ζωή στα Καλύβια  με επίκεντρο το καφέ, οίνο, κρεο, παντοπωλείο, που δεν μπορούσε να μην υπάρχει στον οικισμό, τότε που έσφυζε από ζωή το καλοκαίρι.
 Σχεδόν  από τις αρχές Ιουνίου άρχιζαν οι προετοιμασίες για να ανοίξει το  υποτυπώδες κατάστημα  στο Καλύβια για την εξυπηρέτηση των εκατοντάδων τότε  Αραχωβιτών που άρχιζαν να ανεβαίνουν σιγά – σιγά. Θυμάμαι το μαγαζί αυτό από όταν άνοιγε στο δικό μας καλύβι, στο κέντρο σχεδόν του οικισμού.  Το «δημητρακέϊκο» καλύβι ήταν  μακρόστενο παραλληλόγραμμο 25 σχεδόν μέτρα μήκος και 8-9μ.  βάθος, πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή όπως όλα τότε , χωρίς ταβάνι με εμφανή τα ελάτινα πάτερα, τα καδρόνια και τα σανίδια της οροφής, με τρεις χωριστές πόρτες εισόδου. Μέσα ήταν χωρισμένο με  όρθια ελάτινα σανίδια, σε τρία χωριστά διαμερίσματα.  Παρένθεση. Ανάμεσα στις πολλές ιστορίες και τα ανέκδοτα της ζωής στο Λιβάδι,ήταν και αυτό του νεαρού  Αραχωβίτη, «μαμαλιγκά»,  που πήγε φαντάρος και γυρίζοντας όχι μόνο είχε εγκαταλείψει τη ρουμελιώτικη βαριά προφορά  με τα συγκομμένα φωνήεντα, αλλά  μιλούσε επιτηδευμένα «Αθηναίικα», όπως λέγανε τότε στην Αράχωβα, κοροϊδεύοντας τους όψιμους πρωτευουσιάνους. Χρησιμοποιούσε μάλιστα και καθαρευουσιάνικες λέξεις.  Ανέβηκε με τον πατέρα του στα καλύβια ο νεαρός, όταν απολύθηκε από το στρατό και βλέποντας σε ένα  «πάτερο» της σκεπής του καλυβιού  «σβουνιά» από βόδι, ήταν σημειωτέον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 αρκετά τα βόδια στο Λιβάδι, ρώτησε  «πατέρα, πως ανήλθε  ο βους και εσβώνησε»; Κόκκαλο ο πατέρας.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Τα Κουκουριώτικα(III)


Σκηνέςαπό τα μέσα της δεκαετίας του ’50
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 


Gerrisremigis
Ερωτήματα στ’ αυλάκι
Εκείνα τα χρόνια, στη γειτονιά μου, όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν κήπο για τα χρειώδη: σίναπα και λάπαθα το χειμώνα και κάθε είδους ζαρζαβατικό το καλοκαίρι. Το πότισμα   γινόταν, από τη δημοτική τρίκρουνη βρύση του Κούκουρα, με το μεγάλο δίπλα πλάτανο. Ξεκινούσε από θαμπά και διαρκούσε μέχρις αργά το βράδυ. Γινόταν με τη σειρά, σε επάλληλους ποτιστικούς κύκλους. Τη νύχτα, το νερό της βρύσης αφηνόταν ελεύθερο,κατάντη,κι έτρεχε στους στενούς κατηφορικούς δρόμους του χωριού για τον ελαιώνα. 
Στη διαδρομή του ποτίσματος υπήρχαν τρεις(3)“δεσιές” και φυσικά τρεις(3)“καταπότες”, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ομάδες περιβολιών. Στην πρώτη και μεγαλύτερη“δεσιά”, λόγω της εκεί διαμόρφωσης του εδάφους, σχηματιζόταν μικρή λιμνούλα, που ήταν η χαρά των παιδιών της γειτονιάς.
Εκεί, το τσαλαβούτημα τα καλοκαίρια ήταν για μας δροσιστική απόλαυση, αλλά και το κυνηγητό απ’ τους μεγάλους αναπόφευκτο, αφού ξυπόλητοι με το χοροπηδητό μας χαλάγαμε τη “δεσιά”,και το νερό έτρεχε προς τον “καταπότη”, που δεν έπρεπε, κι έτσι η παροχή λιγόστευε.  
Η  νοικοκυρά που πότιζε εκείνη την ώρα, δεν αργούσε να καταλάβει το πρόβλημα κι ερχόταν δρόμο - δρόμο προς την πλευρά της βρύσης, για την αναζήτηση  του αιτίου κι ήταν έτοιμη για καβγά.
Όταν μας έβλεπε να χορεύουμε «το χορό των νερών», το κυνήγι ήταν αναπόφευκτο και οι κατάρες πήγαιναν σύννεφο. “Να π’να μη σώστι αχρόνιαγα - μαύρα”. Εμείς τρέχαμε μακριά, αλλά σε λίγο πάλι το χαβά μας, οπότε στη δεύτερη εμφάνιση της, έριχνε τα πιο δυνατά φραστικά όπλα της: “Να π’ναμη σώστι, Να π’νασας πάνι παρτσές-αμτσιές - κουμμάτια”.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

1937: ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕ ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ


Ο μαέστρος Δ. Μητρόπουλος διευθύνει την Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, 
στο αρχαίο Θέατρο των Δελφών τον Σεπτέμβριο του 1937.

ΑΘΗΝΑΙ, Σεπτέμβριος 1937. – Πρωΐ – πρωΐ το πλοίο μας αράζει στην Ιτέα. Είναι μια γλυκειά, φωτεινή ημέρα, ούτε ένα συννεφάκι στον ουρανό, ούτε μια ρυτίδα στη θάλασσα, οι κορυφές του Παρνασσού προβάλλουν πέρα στο γαλανό βάθος τις υπερήφανες γραμμές τους, η μικρή πόλις απλώνεται ράθυμα σ’ όλη την παραλία, λες και τεντώνεται με ηδυπάθεια, στις θωπείες του ήλιου. Θεία γαλήνη. Μ’ ερωτούν αν θέλω να βγω, να ιδώ την Ιτέα. Όχι. Θα μείνω εδώ, στην γωνιά μου, στο καράβι, ως που νάρθη η ώρα που θ’ ανεβώ στο προσκήνημα. Όλη μου η σκέψι είναι προσηλωμένη τώρα απάνω. Και τίποτα δεν πρέπει να την ταράξη. Η ψυχή και ο νους πρέπει ν’ ανεβούν ολοκάθαρα εκεί, στο Ιερό του Απόλλωνος.

Το αυτοκίνητο, αφού περάση απ’ το πράσινο πέλαγος των ελαιώνων, αρχίζει την ανάβασι στις κορδέλλες του βουνού. Τα μάτια πονούν απ’ την ωμορφιά που αντικρύζουν. Σε κάθε στροφή κι’ ένα νέο πανόραμα. Τίποτα το απαλό εδώ, τίποτα το τρυφερό. Γραμμές σκληρές, κορυφές γυμνές, μια αγριάδα συγκλονιστική, ιδίως μέσα στην αντίθεσι του ολογάλανου αυτού ουρανού, της πλημμύρας του φωτός και των χρωμάτων, του μικρού λιμανιού της Ιτέας, που από κει ψηλά φαντάζει σαν ζωγραφιστό. Κι’ όταν πια το αυτοκίνητο σταματήση στην είσοδο της ορεινής κοιλάδας, που απετέλεσε κάποτε τον ομφαλό της γης και προχωρήστε προς τα ιερά, τότε νοιώθετε την καρδιά σας να σφίγγεται μπροστά στη μεγαλοπρεπή τραγικότητα του τοπίου, τραγικότητα που καθιστούν ακόμα πιο συγκλονιστική, όλα αυτά τα δοξασμένα ερείπια, τα σπασμένα μάρμαρα, οι στήλες, τα αγάλματα…

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Τα Κουκουριώτικα(II)

Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60  

Η σκάλα μας, λίγο πριν αρχίσει  το κουσούλτο.
Ζωγρ. Πίνακας  Γ. Σύρου (Ραπανάκια)

Η σκάλα της εξώπορτας

To πατρικό μου,  πριν την πρώτη του ανακαίνιση, δεν είχε ανοίγματα προς τη μεριά του δρόμου, όπως και το αδερφομοίρι του, αυτό του γεροΠαναγιώτη Ζαβού, για  τους ίδιους λόγους, κλιματικούς, δηλαδή για την αποφυγή του βορινού χειμωνιάτικου κρύου. Έτσι, η πρόσβαση γινόταν από τη διπλανή κοινή  μπασιά.
Ο πατέρας μου στην οικοδομική ανακαίνιση που έκανε, αποφάσισε να παραβλέψει τους κλιματικούς λόγους και θεωρώντας ότι θα ήταν πιο ωραίο να βγάλει ανοίγματα (είσοδο και παράθυρα) προς την πλευρά του δρόμου, άλλαξε εντελώς  την αρχική κάτοψη.
Έκτοτε, μπορεί ο ψυχρός αέρας, το χειμώνα, να κτυπούσε κατευθείαν πάνω στην εξώπορτα και τα παράθυρα, και να γινόταν πιο αισθητό το κρύο, όμως το σπίτι είχε πάρει άλλη όψη. Είχε αποκτήσει εξωστρέφεια, διότι με τη σκάλα από την πλευρά του δρόμου και όχι απ’ τη μπασιά έγινε ευκολότερα προσβάσιμο και εντέλει πιο... κοινωνικό.
Η σκάλα αυτή φτιάχτηκε με τρία μεγάλα σκαλοπάτια, κι ήταν εξωτερικά βατή από τρεις κατευθύνσεις, κάθετα και  παράλληλα με το δρόμο. Τα σκαλοπάτια της τσιμεντένια, αλλά με σχετικά περιποιημένη όψη. Με αυτόν τον τρόπο ανοίχτηκε ένα καινούργιο κεφάλαιο, όχι μόνο στην επικοινωνία του σπιτιού, αλλά και στο παιχνίδι των παιδιών της γειτονιάς.
Κι ενώ από το παράθυρο της φωτοκαγιάς έβλεπα, όταν ήμουν μικρός, την απέναντι «Κίρφη»(«Ξεροβούνι»), από τη σκάλα μας, καθώς περνούσα την εξώπορτα, έβλεπα την κορυφογραμμή του «Πετρίτη» με δέος να δεσπόζει, σχεδόν να επικρέμαται πάνω από τον Κούκουρα. Είναι ο «Κατοπτήριος χώρος»των αρχαίων, τον οποίον ύμνησε ο μεγάλος ποιητής Πίνδαρος με τον στίχο του:
«Οὔρειάς τε σκοπιάς θεῶν, νιφοβόλον τ’ ὄρος ἱερόν».

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

10/12 Πρώιμος Έρωτας!



Του Στέργιου Μπακολουκά

Αρχές δεκαετίας του εξήντα. Παραμονές Χριστουγέννων, σε μια φτωχική κωμόπολη, σκαρφαλωμένη στα 1.000 μέτρα που αισθανόταν, όμως, κεφαλοχώρι και ως πολυάριθμη, σε τέτοιο υψόμετρο, είχε την τύχη να φιλοξενεί εξατάξιο Γυμνάσιο.
Ο χειμώνας που είχε μπει, ήταν αλλιώτικος, μήτε χιόνια έπεσαν, μήτε πολύ κρύο έκανε. Μονάχα, να, πέρα κει κατά το Μάρτη, έριξε μια ξέπνοη πασπάλα, ίσα για φοβέρα. Για δυο νεαρά παιδιά του σχολειού, όμως, ήταν ακόμα πιο διαφορετικός, γιατί ο έρωτας τράνταξε τις καρδιές τους, βάζοντάς τα να χορέψουν στο δικό του, αρχαίο ρυθμό! 
Οι δυο έφηβοι φοιτούσαν στις τελευταίες τάξεις του «Μεικτού Εξαταξίου Γυμνασίου Α…». Ο νεαρός Ν…. , μαθητής της παλιάς ογδόης, ήταν ντόπιος. Είχε αθλητικό κορμί, ήταν μελαχρινός, νευρώδης, ξερακιανός, με σκληρά χαρακτηριστικά, αλλά…. κακός μαθητής. Προερχόταν από φτωχικό, πλην νοικοκυρεμένο σπιτικό. Ήταν καπάτσος, μελιστάλακτος πολλά υποσχόμενος έφηβος!

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Εφοπλιστές και εφοπλιστές…



Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του Ορλώφ (1770) και η Σκεύω Πινότση, έγκυος και ετοιμόγεννη,έφτασε, όπως αναφέρεται, στην Πόλη για να επισκεφτεί στη φυλακή το σύζυγό της, Υδραίο πλοίαρχο Σταυριανό Πινότση, τον οποίο είχαν φυλακίσει οι Οθωμανοί για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά.
Εκεί, λοιπόν,μέσα στη φυλακή, στις 11 Μαΐου 1771,  γεννήθηκε η κόρη τους, και ο πολέμαρχος της Μάνης Παναγιώτης Μούρτζινος, επίσης φυλακισμένος,ίσως για τον ίδιο λόγο, ο οποίος έπαιξε το ρόλο της μαμής, βάφτισε τη νεογέννητη και της έδωσε το όνομα της μάνας του, Λασκαρίνα.
Η Σκεύω μετά το θάνατο του άντρα της επέστρεψε με τη νιογέννητη κόρη της οίκαδε, αλλά για λόγους οικογενειακούς δεν εγκαταστάθηκε στην Ύδρα, παρά στις Σπέτσες,όπου παντρεύτηκε τον Δημήτριο Λαζάρου - Ορλώφ.
Η μικρή Λασκαρίνα μεγάλωνε με τα οκτώ(8) ετεροθαλή αδέλφια της και όταν έφτασε σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη Δημήτρη Γιάννουζα και στα τριάντα της χρόνια τον πλοίαρχο Δημήτρη Μπούμπουλη. Και οι δυο αυτοί άντρες σκοτώθηκαν από Αλγερινούς πειρατές. Της άφησαν, όμως, μια τεράστια περιουσία,την οποία η Λασκαρίνα αύξησε με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες.
Έχοντας ήδη μυηθεί, κατ’ εξαίρεση, στη Φιλική Εταιρεία, στον κατώτερο βεβαίως βαθμό, αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές στο μυστικό αυτό σύνδεσμο, αγόραζε με κίνδυνο για την ίδια και τα παιδιά της όπλα και πολεμοφόδια, τα οποία έκρυβε στο σπίτι της.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

1934: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ ΛΟΥΚΑ



Αυτές τις χριστουγεννιάτικες μέρες ο Ελικών κι’ ο Παρνασσός έχουν τα εξαιρετικά χειμωνιάτικα θέλγητρά των. Αρκετά χρόνια τα εχάρηκα κι’ η σύμπτωσις μ’ έφερε κι’ εφέτος σ’ εκείνα τα μέρη. Με τη γλύκα, που άρχισεν ο εφετεινός χειμώνας, θαρρούσε κανείς πως ήταν σχεδόν άνοιξις.
Τις ορμητικές βροχές επακολουθούσαν καλές ηλιόλουστες ώρες και χειμώνα καιρό ίδρωνε κανείς σ’ ανηφοριές και κατηφοριές. Ευωδίαζαν τα κυπαρισσόκεδρα, οι κέδροι, τα έλατα. Μονάχα η κορυφή του Παρνασσού είχε χιονισθεί. Άλλοτε τέτοιο καιρό ήταν αποκλεισμένα τ’ αλβανόφωνα χωριά του Ελικώνος Κούκουρα, Κυριάκι και προ παντός το Ζερίκι. Εφέτος έσπερναν ακόμα οι ορεινοί τα χωράφια των παραμονές Χριστουγέννων. Και τον λεβεντόκορμο Παπασπύρο του Ζιρικίου συναντούσα χαραυγή στα χωράφια του μαζί με τα γερά σαν τα δυνατότερα έλατα ογδόντα χρόνια του. Απάνω στον ελατότοπο Μπομπόκου με τη φημισμένη βρυσούλα Κρέουζα, όπου τον χειμώνα τσιμεντώνει το χιόνι, τοίχωμα τριών μέτρων και κλείνει την δίοδον των ζαρικιτών προς την Λεβάδεια τέσσαρες βδομάδες ήταν χειμερινή καλωσύνη της ακτής της Ηλείας. Κοτσύφια κελαδούσαν, τραγούδι υλοτόμου στο ελατόδασος τα συνώδευε και κουδουνίσματα, βελάσματα προβάτων απηχούσαν. Αν εξακολουθήση η χειμωνιάτικη γλύκα, θα λησμονήσουν οι περισσότεροι ποιμένες εφέτος τα χειμαδιά των κάτω στα βουνώδη παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Σμαράγδια οι βοσκότοποι του Ελικώνος. Παντού το χορτάρι άφθονο και λαμπερό στον ήλιο, δροσόλουστο στη βροχή.
Η τόση ευτυχία εφέτος και στους μεγάλους ελαιώνας της Παρνασσίδος, που σκεπάζουν ολόκληρη τη μεγάλη, δεινή κατηφόρα προς τον ποταμόν Πλειστόν. Τα ελαιόκλαδα τσακίζονται από το βάρος του καρπού. Αραχωβίτες, καστρίτες, χρισαΐτες, τοπολιώτες τινάζουν και μαζεύουν τον ελαιόκαρπον και με την βροχήν ακόμα. Βιάζονται να προφθάσουν να μαζέψουν όσον μπορέσουν περισσότερο, γιατί ξέρουν τις χειμερινές κακίες του Παρνασσού, επιζήμιες κακίες χιονιού, πάγου για την ελαιοπαραγωγή των. Κι’ ο ελαιών της Αμφίσσης στις δόξες του. Η Άμφισσα στις μεγάλες χαρές της. Χρόνια πέρασαν πικρά για την εφετεινή ευτυχία. Μονάχα οι καϋμένοι δεσφινίτες εστάθησαν πολύ άτυχοι. Ούτε σιτάρι εφέτος, τόσο που το κράτος τους διένειμε σιτάρι για να μη πεινάσουν, ούτε καρπός στον μεγάλον ελαιώνα των κάτω στην Αντίκιρρα. Αλλά με νέον διάθεσιν αδωσιώθησαν και πάλιν στην γεωργίαν των στο μεγάλο, μακρύ, εύμορφον οροπέδιόν των. Εκεί φυτεύουν και καινούργια αμπέλια εφέτος κι’ από τα χαράματα έως το σουρούπωμα εργάζονται οκτακόσιες οικογένειες στη σπορά, στο σκάψιμο, στο αμπελοφύτευμα, στο αμυγδαλοφύτευμα. Κοκκονίτσες έκαμαν τις γκοριτσιές των τώρα. Καμιά άλλη εποχή στην Ελλάδα δεν έβλεπε κανείς τόση πλατειά και πληθωρική αγροτική εργασία.