Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2020

«Ο Μουτζούρης»

 


Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

Το φως της μέρας έγειρε σιγά-σιγά στο ζεστό του κρεβάτι. Ήταν τόσο αποσταμένο… Σήμερα είχε πολλή δουλειά. Φώτιζε την τελευταία μέρα του χρόνου. Κι έκανε τόσο κρύο, είχε τόσο πολύ χιονίσει, ξεπάγιασε στα πόδια του ολημερίς, βλέποντας κόσμο να τρέχη πάνω-κάτω, αριστερά, δεξιά. Το ’νοιωθε ότι κάτι συνέβαινε.

Έβλεπε ένα πλήθος από νέους, νέες, γέρους και κάθε ηλικίας ανθρώπους, να τρέχουν σε καταστήματα, σε σπίτια, σε αποθήκες, με τα μάγουλα και τη μύτη κατακόκκινα απ’ την παγωνιά του Δεκέμβρη, αλλά με πρόσωπο γελαστό και μάτια λαμπερά. Το ’νοιωθε ότι όλο τούτο το πλήθος ετοιμαζόταν να δεχτή το καινούργιο χρόνο. Να δεχτή το νεαρό αυτό, που γεμάτος ελπίδες, υποσχέσεις, όνειρα και γοητεία για το άγνωστο, ερχόταν στολισμένος χαμογελαστός. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν πανέτοιμες ν’ ανοίξουν τα μεσάνυχτα και να τον δεχτούν με λαχτάρα.