Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

12. Le premier amour! Ντολμάδες(σαρμάδες- χαζουρλούπια) -Αρνί καπαμά!

 

      
           Του Στέργιου Μπακολουκά
             Όταν οι νομάδες τσιγγάνοι πέρναγαν από την Αράχοβα μέχρι και τα μέσα  της δεκαετίας του εξήντα, σειόταν ο τόπος από τον θόρυβο και την χανταβάρα (φασαρία)! Σαράντα τουλάχιστον κάρα διάβαιναν για  ώρα πολλή  τον κεντρικό δρόμο, δυό φορές τον χρόνο, μπρος και πίσω!
Και τις δύο φορές κατασκήνωναν για λίγες μέρες στις δυο εισόδους του Χωριού, στον Κούκουρα οι μισοί και οι άλλοι στα πίσω αλώνια (Ντόλτσε Βίτα). Απάχαζε ο τόπος από τα γαυγίσματα των σκυλιών, τον κρότο των σιδερένιων, γύρω από τους τροχούς, στεφανιών, τις οπλές των ζώων, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα γκαρίσματα των γαϊδουριών, τις φωνές και τα τραγούδια των τσιγγάνων, τις τσιρίδες των παιδιών και τις διαμαρτυρίες των ντόπιων καταστηματαρχών της αγοράς, για τις καβαλίνες που άφηναν στο διάβα τους τα ζωντανά που έσερναν τις ξύλινες καρότσες με τις ακτινωτές χοντρές καρόροδες!
       Προκαλούσαν εντύπωση κατά πως ήταν βαμμένες σε όλα τα χρώματα της ίριδας,  με διαφορετικό όμως κυρίαρχο χρώμα η κάθε μια για να ξεχωρίζει η οικογένεια που το κατείχε. Φορτωμένες με όλα τα συμπράγκαλα ενός νοικοκυριού, κουβέρτες, βελέντζες, τραπέζια, μαξιλάρια, σκαμνιά, πολυθρόνες, κατσαρόλες, και οτιδήποτε άλλο θα γινόταν χρήσιμο στην μόνιμη διαβίωσή τους  στην ύπαιθρο. Αλλά και με τα σύνεργα της δουλειάς τους, καλάμια όλων των ειδών και όλων των διαμετρημάτων, ψάθες, ψαθιά και ψαθάκια, σκελετούς από καρέκλες και διάφορα ξύλα, άλλα κατεργασμένα και άλλα όχι. Όλ’ αυτά σκεπασμένα παράταιρα με μουσαμάδες. Θρονιασμένα πανουσόμαρα (επιπλέον του κανονικού φορτίου), στην κορυφή του …..γιούκου, αγνάντευαν τα γυναικόπαιδα! Ουραγοί σε κάθε άμαξα, δεμένα από το χαλινάρι τους, τα εφεδρικά μουλάρια, άλογα, η γαϊδούρια.  Το ίδιο ακολουθούσαν  δεμένα βελάζοντας διαμαρτυρόμενα,  πρόβατα, κατσίκες  και γουρούνια. Ακόμα και κότες τσούτιαζαν (κούρνιαζαν) στην κορυφή από τα παραπέτια  των ξύλινων κατασκευών, δίπλα στους ανθρώπους. Όλα αυτά ανακατεμένα δημιουργούσαν ένα τραγελαφικό μπούγιο, που νόμιζες ότι κανένας δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό. Φυσικά γελιόσουν, διότι για τους ίδιους όλα αυτά ήταν σε ….απόλυτη ευταξία, το ίδιο ακριβώς όπως και η νομαδική ζωή τους.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

1872 – 1975 Η σφραγίδα του Δήμου Αραχώβης: ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ως δημοτικό έμβλημα.

 

Σφραγίδα του Δήμου Αραχώβης σε έγγραφο στα τέλη του 19ου αιώνα.


Η ιστορία των δημοτικών σφραγίδων δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο της διοικητικής οργάνωσης του ελληνικού κράτους, αλλά και έναν πολύτιμο καθρέφτη της ιστορικής μνήμης και της συλλογικής ταυτότητας κάθε τόπου. Μέσα από τα σύμβολα που επιλέγονται να κοσμήσουν μια σφραγίδα αποτυπώνονται οι αξίες, οι ιστορικές αναφορές και οι προσωπικότητες που οι τοπικές κοινωνίες θεωρούν άξιες διαχρονικής τιμής.

Για τον Δήμο Αραχώβης, η πρώτη γνωστή δημοτική σφραγίδα χρονολογείται από το 1839. Ήταν κυκλική και έφερε περιμετρικά την επιγραφή «ΔΗΜΑΡΧΕΙΟΝ ΡΑΧΩΒΗΣ», αποτελώντας το πρώτο επίσημο διακριτικό του νεοσύστατου δήμου κατά τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Η απλότητα της μορφής της αντανακλούσε την εποχή της δημιουργίας των πρώτων δημοτικών θεσμών, χωρίς να περιλαμβάνει ακόμη κάποιο ιδιαίτερο εθνικό ή τοπικό εικονογραφικό σύμβολο.

Η πρώτη σφραγίδα του δήμου Αραχώβης σε έγγραφο του 1839.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, η δημοτική αρχή της Αράχωβας προχώρησε σε μια επιλογή με έντονο ιστορικό και συμβολικό περιεχόμενο. Όπως πληροφορεί η εφημερίδα «Αιών» της 13ης Οκτωβρίου 1872, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε η νέα σφραγίδα του Δήμου να φέρει στο κέντρο της την εικόνα του Γεωργίου Καραϊσκάκη και τον αριθμό 1826, ενώ περιμετρικά να αναγράφεται η επιγραφή «Δήμος Αραχώβης». Η απόφαση εγκρίθηκε από την κυβέρνηση, η οποία διέταξε την κατασκευή της νέας σφραγίδας σύμφωνα με την πρόταση του Δήμου.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Κίρρα και Κρίσσα

 

Του Στάθη Ασημάκη

(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:

«[…]

Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,

υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.

Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν

Κρῖσάν τε ζαθέην  καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα.

οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,

οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,

οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.

τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,

Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,

και σημαίνουν:

«[…]

Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,                                                          

υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.

Τους έστειλε η Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η  πετρώδης                                                                

η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπέας 

κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας                                                         

κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει

και η Λίλαια, που χτίστηκε επάνω στις πηγές του

κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι                                                                           

Οι πολεμάρχοι εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.

[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)

 αναφέρεται η πόλη Κρίσσα με το επίθετο ζαθέην = ιερή, ενώ δεν γίνεται μνεία για την πόλη Κίρρα (παρότι αυτή παραλιακή), πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία δεν θα υφίστατο ως πόλη στα ομηρικά χρόνια. Ίσως ήταν ένα απλό επίνειο της Κρίσσας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

11. Φακές, Λαθούρια, Ρεβίθια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

      Ο Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του  Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε ανάψει τα καντήλια,  είχε προσευχηθεί γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον  οικισμό των καλυβιών  του Λιβαδιού της Αράχοβας).

      Κατευθύνθηκε ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο, πετρόχτιστο, στηθαίο του,  εξουθενωμένος και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη από γιδότριχα κάπα του. Τα  κουμπιά στην κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα, φανερώνοντας  το λούχωμα (απότομο ζέσταμα και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την  ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο, ακουμπισμένο στο πλάι,  ενώ πάνω του   είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική  σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά. 

           Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής  ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ανεμώρεια & Άμβροσσος

 


Του Στάθη Ασημάκη
(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

 Η τεκμηρίωση της θέσης της ομηρικής Ανεμώρειας που επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού. Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω βάσιμα, αφενός στο να την ταυτίσουμε με τη φωκική πόλη Αιολιδείς, την οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου του Απόλλωνα, και αφετέρου στο να την τοποθετήσουμε στη σημερινή θέση «Καστρούλι» Ζεμενού (στα μυκηναϊκά χρόνια) και στη διπλανή θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά χρόνια).
    Αυτό μας βοηθάει, επιπλέον, ώστε να λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος (Άμβρυσσος), η οποία δεν αναφερόταν στον κατάλογο νηών στην Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά εμφανίστηκε, πολύ αργότερα στις αρχαίες ιστορικές πηγές.
    Ειδικότερα, η πρώτη συγκεκριμένη αναφορά  για την ύπαρξη της Αμβρόσσου, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε, γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο στο βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18, της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου, στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί του Φιλίππου του Ε΄ της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και συγκεκριμένα καταγράφει:
    «[…] Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit. Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat […]», που σημαίνει:
   «[…] Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο Φλαμινίνος) τον Φανοτέα (Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…]».

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Οι υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς

Χάρτης της αρχαίας Φωκίδας

 Οι παρεξηγημένοι και, τελικά, υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς είναι πιο πολύ γνωστοί για την έχθρα τους προς το Δελφικό Ιερό, για τις ήττες τους στους Ιερούς πολέμους, κυρίως δε για την ολοκληρωτική καταστροφή των πόλεών τους από τον Φίλιππο, τον βασιλιά της Μακεδονίας.  Ακόμα είναι γνωστοί και για το άσβεστο μίσος που υπήρχε μεταξύ αυτών και των Θεσσαλών.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι Φωκείς, παρότι μικροί σε μέγεθος δεν δείλιασαν ποτέ. Αντιτάχθηκαν σε όσους κατά καιρούς τους επιβουλεύθηκαν, δηλαδή,  στους Θεσσαλούς, στους Βοιωτούς, στους Αθηναίους, στους Σπαρτιάτες και, τέλος, στους Πέρσες, την ίδια στιγμή που οι Θεσσαλοί και οι Θηβαίοι συμμάχησαν με τους Ασιάτες, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα.

«Αυτή η συνεχής πολεμική «γυμναστική» δεν τους άφησε χρόνο και περιθώρια για να ζήσουν ειρηνικά, να αναπτυχθούν οικονομικά και, εν τέλει, να δημιουργήσουν πολιτισμό. Αυτός είναι, ίσως, και ο λόγος που οι Φωκείς δεν γέννησαν πνευματικές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες καθ’ όλη τη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, όπως ας πούμε οι γείτονές τους Βοιωτοί. Αξίζουν, πάντως, σίγουρα τον θαυμασμό μας για το ότι πάλεψαν δυνατά και αποφασιστικά και μάλιστα με μεγάλο κόστος και θυσίες για τα δίκαιά τους και την ελευθερία τους, απέναντι εχθρών υπέρτερων, όλους αυτούς τους αιώνες. Μπορεί, τέλος, να υποστηριχθεί, βάσιμα, ότι οι αρχαίοι Φωκείς ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα λαού στον ελληνικό χώρο, την εποχή εκείνη, με δυνατό αντιστασιακό φρόνημα, για την εξασφάλιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους.» («Σύμμεικτα Ι», Στάθη Ασημάκη, Αθήνα 2020).

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Μια πληροφορία για τη Σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου

 



Του Στάθη Ασημάκη

 Αναφορικά με τη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, η παραδεδεγμένη άποψη είναι ότι αυτή ταυτίζεται με τη σπηλιά Μαύρη Τρούπα, που βρίσκεται στην περιοχή της Βελίτσας (Άνω Τιθορέας) και συγκεκριμένα στα μέσα ενός βράχου - Ισώματα - στο πετροβούνι Ανατολικό, κατά την αριστερή ακρορεματιά του Καχάλη ποταμού, μια ώρα με τα πόδια μακριά από το χωριό Βελίτσα1. 

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

10. ΛΑΜΠΡΗ!..... ΑΡΝΙΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΛΑ!

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

 Ο μεσόκοπος άντρας,  όρθωσε το κορμί του και βάζοντας το ένα χέρι  αντήλιο στο κούτελο και τ’ άλλο στη μέση του, παρατήρησε καχύποπτα τον ηλικιωμένο χωρικό που πλησίαζε  καβάλα αντρίτσα στο γάιδαρό του, από τη βορεινή πλευρά του οροπέδιου των Δερβενοχωριών, έχοντας κατεύθυνση προς τον ορεινό όγκο της Πάρνηθας. 

Η παρέα των  πέντε νέων ανδρών είχε οδηγηθεί απ’ τον ίδιο, σ΄ αυτά τα κλαδεμένα αμπέλια, επειδή αυτός  γνώριζε καλά την περιοχή, ώστε να μαζέψουν τ’ αποκάθαιρα κλήματα, χρήσιμα για το ψήσιμο των πασχαλιάτικων αρνιών τους.

Ο ….εποχούμενος στον γάιδαρο γέρος, φθάνοντας κοντά στην παρέα των περίεργων γι’ αυτόν  μουσαφιραίων, τους χαιρέτησε απορημένος:

-        Καλημέρα ορέ καλόπαιδα! τι χαμπάρια;  τις κληματσίδες που μαζεύετε τι τις θέλετε;

Ο Ζάχος- έτσι έλεγαν τον μεγαλύτερο της παρέας- τον πλησίασε και του είπε σοβαρά:

-        Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα! Μήπως κάνουμε λάθος που τις μαζεύουμε χωρίς άδεια; τον ρώτησε ξέροντας ότι για τους ντόπιους αυτές ήταν άχρηστες, ίσως επειδή δεν γνώριζαν την χρησιμότητά τους!

-        Κάθε άλλο, του απάντησε ο Χωρικός! Το αμπέλι είναι δικό μου, το κλάδεψα πριν από λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να  συγκεντρώσω τα ‘‘αποκάθερα’’  για να τα κάψω και να τώρα που εσείς με γλυτώσατε από την ταλαιπωρία, γι’ αυτό και σας έχω υποχρέωση! Όμως συνεχίζω να αναρωτιέμαι τι θα τις κάνετε τόσες πολλές κληματόβεργες  που συγκεντρώνετε;

-        Να, θα ψήσουμε μ’ αυτές τ΄ αρνιά της Λαμπρής! Του απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Ζάχος.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ένα μοναδικό κειμήλιο από τη Μάχη της Αράχωβας !

 


Το Πολεµικό Μουσείο αποσκοπεί στη διάπλαση ενός κοινού µε υψηλό υπόβαθρο της ιστορικής συνείδησης, διά του εξωραϊσµού του µε κειµήλια µοναδικά, µέσω των οποίων οι επισκέπτες οικειώνονται µε τα ιστορικά γεγονότα. Στον κειµηλιακό πλούτο του Μουσείου ανήκει ο «Κάβουρας»1, το καριοφίλι του Μοναχού Παφνούτιου Χαρίτου, συνοδευόµενο από την αυθεντική δωρητήρια επιστολή, αποτελώντας έτσι, µία ζωντανή µαρτυρία ότι η συµβολή του κλήρου στον Αγώνα υπήρξε καταλυτική. Πρόκειται για µία ιστορική σελίδα βρίθουσα µεγάλων γεγονότων, στην οποία περιγράφεται µετά πατριωτικής υπερηφάνειας µία των ενδοξοτάτων περιπετειών του αιµατηρού αγώνος της εθνικής µας Παλιγγενεσίας.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


Του Μέγα Ι. Κονίτσα

Στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού, σ’ ένα μεγαλόπρεπο, καταπληκτικό και επιβλητικό τοπίο, ανάμεσα στον ειδυλλιακό ελαιώνα που κατηφορίζει ως τη ρεματιά του Πλειστού ποταμού, τ’ άξεστα ρουμάνια και τους κρεμαστούς βράχους των Φαιδριάδων, που πρώτοι αυτοί δέχονται τα ροδόχρυσα φιλήματα της αυγής, τη θρυλική Κασταλία πηγή που το κελάρισμα του νερού της σκορπάει παράξενους τόνους μουσικής, το ναό της Προναίας Αθηνάς, ιερό της Γνώσεως και της Σοφίας, είναι οι Δελφοί, το αιώνιο σύμβολο του ελληνικού πνεύματος. Το φως, η μαγεία, η αγριότητα και η ομορφιά είναι πλούσια συγκεντρωμένα εκεί. Στο αντίκρυσμά των καταλαμβάνεσαι από ιερό ρίγος, γιατί νοιώθεις την παρουσία του Θεού να βρίσκεται δίπλα σου.

Το Μαντείο των Δελφών, ο ήλιος του αρχαίου Ελληνικού στερεώματος, με το πανελλήνιο θρησκευτικό κύρος του Ιερού του Απόλλωνα και την απέραντη εκτίμησή του που έβγαινε από την προαιώνια μαντική παράδοσή του και που ικανοποιούσε τον ασίγαστο πόθο του ανθρώπου για τη γνώση του αβέβαιου και την αποφυγή του εφιαλτικού σήμερα, έκανε τους Έλληνες και τους βαρβάρους να ξεκινάνε από μακρυνούς τόπους, ταξιδεύοντες μήνες ολόκληρους, και να ζητάνε την ευμένεια κι την προστασία του. Είναι η Μάννα του παγκοσμίου πνεύματος μέσα στο φυσικό μεγαλείο της ζωοδότρας γης. Στηριζόταν στην ηθική κι’ είχε γίνει ο ανώτατος ρυθμιστής και επόπτης της θρησκευτικής λατρείας.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Για το περίφημο δελφικό σύμβολο Ε

 

Του Στάθη Ασημάκη

(αναδημοσίευση & συμπλήρωση)

Από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας υπήρξαν πολλές προσπάθειες αποκωδικοποίησης του σημαντικού δελφικού συμβόλου Έψιλον (Ε), που έπαιζε τον ρόλο τού πλέον χαρακτηριστικού σήματος του δελφικού ιερού.

Αυτό είχε τοποθετηθεί τρείς φορές στο αέτωμα του απολλώνιου ναού στους Δελφούς: μια σε ξύλο, δεύτερη σε χαλκό και τρίτη σε χρυσό.

Το παλαιότερο από αυτά τα Έψιλον (Ε) ήταν ξύλινο και αναφέρεται ως το ''Ε των Σοφών'', γιατί αφιερώθηκε από τον Σόλωνα κατά μια εκδοχή, σύμφωνα δε με άλλη αφιερώθηκε από όλους μαζί τους αναγνωρισμένους τότε σοφούς.

Όταν αυτό φθάρθηκε, οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον ναό το δεύτερο, το οποίο ήταν χάλκινο. Και σε αντικατάσταση και αυτού, η Λιβία Δρουσίλλα, η σύζυγος του Οκταβιανού Αυγούστου, αφιέρωσε το τρίτο και τελευταίο, από καθαρό χρυσάφι.

Η μοναδική πληροφορία για το δελφικό Ε  προέρχεται από τον Πλούταρχο (46 μ.Χ. - 127 μ.Χ.), ο οποίος, ως ιερέας του Απόλλωνα, πρέπει να ήταν κοινωνός και γνώστης των Δελφικών Μυστηρίων.

Το γεγονός ότι ο Πλούταρχος αφιέρωσε μια ολόκληρη διατριβή γι’ αυτό το σύμβολο, δείχνει τη μεγάλη σημασία που είχε ως κλειδί για τα δελφικά δρώμενα.

Στην διατριβή του αυτή, προβάλλονται διάφορες ερμηνείες που κυκλοφορούσαν τότε, άλλες αδύναμα και άλλες ισχυρά τεκμηριωμένες, κάποιες δε από αυτές αλληλοαναιρούμενες.

Αναφορικά με ορισμένες ερμηνείες, ο Πλούταρχος στη διατριβή του: «Περί τοῦ ἐν Δελφοῖς Ε» παίρνει θέση με πληθώρα αναλύσεων. Σχετικά με άλλες, δεν παίρνει σαφή θέση και αρκείται απλώς στο να καθοδηγήσει διακριτικά τον αναγνώστη, ώστε να μην κατηγορηθεί ότι αποκαλύπτει κάτι από τα δελφικά μυστήρια.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

1912: ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΣΤΗ ΛΙΒΑΔΕΙΑ


Αναμνηστική φωτογραφία των διδασκάλων της Βοιωτίας που συμμετείχαν
στο συνέδριο στη Λιβαδειά.

Με αφορμή της παραπάνω φωτογραφίας από τη συλλογή μου, συγκέντρωσα τα παρακάτω άρθρα από τον ελληνικό ημερήσιο και απογευματινό τύπο τα παρακάτω:

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΕΝ ΛΕΒΑΔΕΙΑ

ΛΕΒΑΔΕΙΑ, 2 Ιουλίου. (Ιδ. τηλεγρ. «Σκρίπ»). – Επιβλητική εγένετο χθες η έναρξις του συνεδρίου των διδασκάλων της Βοιωτίας. Ο επιθεωρητής κ. Παπαδόπουλος δι’ ωραίου λόγου εξήρε την αποστολήν του διδασκάλου και τας δυσχερείας, καθ’ ων έχει ούτος ν’ αντεπεξέλθη.
Περί τους 80 διδάσκαλοι και διδασκάλισσαι προσήλθον εις το Συνέδριον, όπερ θα λήξει την Τετάρτην ή Πέμπτην διά κοινού γεύματος.
Μετά μεσημβρίαν οι διδάσκαλοι συνήλθον εις ιδιαιτέραν σύσκεψιν, καθ’ ην κατόπιν προσκλήσεως ελθών εις Λεβαδείαν ωμίλησεν ο αντιπρόσωπος της Πανελληνίου Ενώσεως των Δημοδιδασκάλων κ. Λαχανοκάρδης, εξάρας τον σκοπόν και τονίσας το έργον της Ενώσεως. Ο λόγος του κ. Λαχανοκάρδη κατεχειροκροτήθη. Ενεγράφησαν δε μέλη και μη όντες μέχρι σήμερον ως πολλοί υποδιδάσκαλοι.

(Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» 3/7/1912)

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μια Αμερικανίδα στο Λιβάδι Παρνασσού

 

Η Έντιθ Κράμερ (1916 - 2014) στο ατελιέ της. (Αυτοπροσωπογραφία) w.w.w.

Ήταν το 1963, εποχή μέσα Σεπτέμβρη μάλλον, όταν μια Αμερικανίδα ζωγράφος (αυστριακής καταγωγής), η Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer), ηλικίας 47 ετών τότε, έφθασε στην Αράχοβα, στον δρόμο της για τους Δελφούς.

Εδώ, θα έμεινε έκθαμβη από τις βραχώδεις υπώρειες του Παρνασσού που κρέμονται πάνω από το χωριό. Εξάλλου, μέσα από το σχολείο της και από τα προσωπικά της νεανικά  διαβάσματα, θα είχε μάθει, μάλλον, πολλά για το ιερό αυτό βουνό, για τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τις Νύμφες του, που τριγυρνούσαν εκεί σε τοπία ειδυλλιακά, γεμάτα μυστήριο και μαγεία.

Το καλλιτεχνικό της ένστικτο την ώθησε να κάνει μια στάση μεγαλύτερη απ’ τη συνηθισμένη. να βγάλει απ’ τις αποσκευές της τα ζωγραφικά της σύνεργα και να ανεβεί στον Παρνασσό. για να δει και να ανιχνεύσει τοπία, ώστε να αποτυπώσει εικαστικά κάτι συναρπαστικό που θα το είχε ως πολύτιμο αναμνηστικό, όταν θα επέστρεφε στη βάση της, στην Αμερική.  

Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, θα αναζήτησε πληροφορίες, για το πώς θα μπορούσε να ανεβεί στο βουνό, ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της. Το πιο πιθανό, θα ρώτησε για κάποιον έμπειρο οδηγό, για να την οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Και αυτός υπήρχε εκείνα τα χρόνια. και ήταν ή ο Νίκος Καραμέρης  - πασίγνωστος σε όλους τους Αθηναίους ορειβάτες εκείνης της εποχής - ή ο διάδοχός του Νίκος Γεωργακός.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

9. Μεγάλο Σαραντάημερο! Κουκιά ξερά! Κουκιά χλωρά!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

Προσοχή! Τα κουκιά ΔΕΝ είναι για όλους! Κάποιοι άνθρωποι στους οποίους λείπει ένα συγκεκριμένο ένζυμο, μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα δηλητηρίασης!

Κουκιά Ξερά!

Παππούλη να σου βράσω λίγα κουκιά για να πιείς το κρασάκι σου; Ρώτησε το εντεκάχρονο αγόρι, σχεδόν παρακαλετά, εκφράζοντας έτσι την αγάπη του στον γέρο. Εκείνος βυθισμένος στις σκέψεις του, είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του λίγο κάτω από τη γωνία του κεντημένου με το βελονάκι τζακόπανου και πάταγε τα πόδια του  στο παράσταθο (εξωτερικό μέρος της παραστιάς), πυρώνοντας το γέρικο κορμί του μπρος από τον μισοσβησμένο σταχτολόγο του αρχαίου τζακιού.

Το παλικαράκι γνώριζε την αδυναμία του παππού του  στα ξερά κουκιά και  φρόντιζε, όταν έβρισκε  ευκαιρία,  να την εκμεταλλευτεί για να του εκφράσει την δική του λατρεία προς αυτόν, αλλά και επειδή  το ίδιο είχε μυηθεί σε αυτές τις φτωχικές γεύσεις τούτων δω των ταπεινών φαγητών, οι οποίες όμως  παραδόξως του άρεσαν πάρα πολύ.  Ήταν βέβαιος ότι με αυτόν τον τρόπο θα έβγαινε διπλά ωφελημένος! και τον παππού του θα ευχαριστούσε αλλά και ο ίδιος θα του έκανε παρέα, τρώγοντας κουκιά και ακούγοντας διηγήσεις για πραγματικά γεγονότα, αλλά και μυθικές αντίστοιχες   ιστορίες, οι οποίες πάντα κάτι ήθελαν να του διδάξουν! 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

8. Μπουμπόλια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

             Ποτέ δεν έμαθαν την λειτουργία του. Ούτε  κατάφεραν να συνειδητοποιήσουν γιατί το κράταγαν τόσα χρόνια, αφού σε τίποτα δεν τους χρησίμευε.  Ίσως  δεν το πέταξαν επειδή παρόλο που είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που το απόκτησαν, τους σαγήνευε το χρώμα του το οποίο παρέμενε άφθαρτο και γυαλιστερό. Αυτό το  ‘’μηχάνημα’’, όπως το αποκαλούσαν, ήταν κατασκευασμένο από μέταλλο που δεν σκούριαζε! Ένας ακόμα λόγος που γλύτωσε ήταν οι μνήμες που κουβάλαγε από την εποχή που ήταν αρκετά νεότεροι, τότε που δεν τους πέρναγε από το μυαλό ακόμα η ιδέα ότι μπορεί και να γεράσουν.

Αποτελείτο από δύο ‘’σίδερα’’ κάθετα μεταξύ τους. Το οριζόντιο ακουμπούσε κατά το μήκος του  στο έδαφος, έχοντας φάρδος δέκα πόντους και μάκρος ένα μέτρο. Το κάθετο είχε το ίδιο πλάτος αλλά στο μισό  μέγεθος. Αυτό κατέληγε σε στρογγυλή χειρολαβή στην απάνω μεριά,  στην οποία ήταν προσαρμοσμένο  ένα επιπλέον ξεχωριστό κομμάτι, που συνδεόταν με συρματόσχοινο με τη βάση της κατασκευής, ίδιο με το  χειρόφρενο  ενός σύγχρονου …. σκούτερ. Στην ένωση των δύο κομματιών  ένα διπλό γρανάζι γινόταν οδηγός μιας ντίζας η οποία ήταν τυλιγμένη σε μορφή ελικοειδούς σπείρας. Το οριζόντιο μέταλλο έμενε σταθερό στο έδαφος, ενώ αντίθετα το κάθετο μετακινείτο παλινδρομικά μπρος πίσω, με τον χαρακτηριστικό ήχο κρακ-κρακ-κρακ,  αναγκάζοντας το γρανάζι να μαζεύει την ντίζα. Όταν όμως το φρένο από την χειρολαβή την ελευθέρωνε, ακουγόταν ένας εκκωφαντικός μεταλλικός θόρυβος…. Γκάααπ!  και το ‘’μηχάνημα’’ επανερχόταν στην αρχική του αδράνεια, χωρίς όμως να έχει παραχθεί απολύτως κανένα χειροπιαστό έργο!!!! Το μόνο που έμενε στον όποιο παρατηρητή, από αυτό το εργαλείο ήταν η εντύπωση που προκαλούσε με την περίεργη εμφάνισή του και με τον τελικό θόρυβο που δημιουργούσε. Αυτό λοιπόν το παράξενο αντικείμενο ήταν ….λάφυρο πολέμου! και βρισκόταν σταλιασμένο εκεί σε μια γωνία του μαραγκούδικου σχεδόν είκοσι χρόνια.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

7. Αρνί … χωτό! Σαλάτα με ψητά, κρεμμύδια, πατάτες και ελιές !

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

              Αφού πέρασαν  το εκκλησάκι της Παλιοπαναγιάς, στα δυτικά του Λιβαδιού της Αράχοβας, στη στροφή   από το μπουτσνάρ’  της Παλιοβούνας , κάτω ακριβώς από το Σαρανταύλι (Κωρύκειο Άντρο), μπήκαν στην Αραχοβίτικη περιοχή και η  ψυχή τους στάθηκε στον τόπο της. Βρέθηκαν στην … επικράτεια του Χωριού τους κι έτσι ακυρώθηκαν οι πιθανότητες να τους ‘’πιάσουν στα…πράσα’’ και να εκτεθούν, βρισκόμενοι στη δύσκολη θέση να δώσουν εξηγήσεις.

Είχαν ξεκινήσει το πρωί της Κυριακής, αχάραγα ακόμα, να ‘’πάρουν’’ έναν έλατο, στο Κρόκι  Δελφών. Σεπτέμβριος ήταν και ή υλοτομία επιτρεπόταν, αλλά εκείνη τη χρονιά τα ξερά έλατα στην περιοχή της Αράχοβας ήταν λίγα, αντίθετα στην αντίστοιχη των Δελφών περίσσευαν. Η ανάγκη δημιουργεί θράσος και το θράσος σπρώχνει σε αποφάσεις ακόμα και παράνομες, ή έστω  οριακά …ηθικές!

               Ο Βλαχογιώργης λοιπόν, κάτοικος Αράχοβας, πήρε τον δεκαπεντάχρονο γιό του για παρέα και ‘’εισέβαλε’’, εποχούμενος στο τρακτέρ του το οποίο έσερνε την άδεια πλατφόρμα του, στην Δελφιώτικη   περιοχή του Δρυμού, έχοντας σημαδέψει εκεί ένα κατάξερο …αστραφτερό έλατο, ικανό να τροφοδοτήσει την θαλπωρή της στόφας μιας οικογένειας, για όλο τον χειμώνα.

Η ……… ‘‘επιχείρηση’’ σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε Κυριακή πρωί με σκοπό να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα που θα τους δημιουργούσαν προβλήματα με το δασαρχείο ή με τους νόμιμους, ντόπιους Δελφιώτες ιδιοκτήτες! 

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

6. Τράγος κοκκινιστός με χοντρά μακαρόνια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

                   Το δεκαπεντάχρονο παιδί που βοηθούσε τον θειό του στις δουλειές του εστιατορίου, μόλις είχε τελειώσει αυτές που του αναλογούσαν  στη σάλα του μαγαζιού, μετά το μεσημεριανό σερβίρισμα των πελατών. Είχε μαζέψει και μεταφέρει στην κουζίνα, πιάτα,  μαχαιροπίρουνα και ποτήρια. Είχε σκουπίσει τον χώρο και τακτοποιήσει τις καρέκλες στις θέσεις τους. Πλέον όρθιος, ακουμπισμένος με τον ώμο στον παραστάτη της οξώπορτας, έχοντας  διπλωμένη την ριγέ ποδιά  μπροστά του, στο μισό της προς τα πάνω  και με περασμένο το ένα του  χέρι  από κάτω της, χωμένο στην τσέπη του παντελονιού του, σφύριζε ξένοιαστα, παρατηρώντας τα παιδιά που έπαιζαν φωνάζοντας, διασκορπισμένα στην πλατεία μπροστά του.

Ξαφνικά, λες και κάτι τον τσίμπησε, όρθωσε το κορμί, έβγαλε το χέρι του από την τσέπη του παντελονιού και συγκέντρωσε την προσοχή του στους δυό άντρες που έρχονταν προς τη  μεριά του. Αφού βεβαιώθηκε ότι αυτοί πράγματι κατευθύνονταν προς την ταβέρνα, έστρεψε το κεφάλι του προς το εσωτερικό της, όπου βρισκόταν ραχατεύοντας ο ιδιοκτήτης συγγενής του, αναγγέλλοντάς του με συνωμοτική χαμηλή φωνή, γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και απορία ταυτόχρονα:

‘’Μπάρμπα! ’κείν’οι οι δυό ματάρχουντ’!’’