Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΗΣ ΑΣΗΜΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΗΣ ΑΣΗΜΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

1934: ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

 

Τὸ Πάσχα στὰ ἑλληνικά χωριά δὲν εἶναι μονάχα ἀτομική χαρά ἀλλά κι ὁμαδική. Οἱ ἄνθρωποι στὰ ὀρεινά μέρη μας συνεορτάζουν. Ἡ χαρά τοῦ ἑνός σπιτιοῦ εἶναι χαρά ὅλων τῶν σπιτιῶν. Κοινά τὰ γνωρίσματα τῆς πασχαλινῆς ἑορτῆς καὶ κοιναί αἱ συγκινήσεις, αἱ ἐντυπώσεις. Ἡ κοινότης ἐμφανίζεται αὐτή τὴ μέρα στὴν καλύτερη παράστασή της. Μιά τέτοια ζωηρή ὁμαδική πασχαλινή εὐμορφιά μποροῦμε νὰ δοῦμε ἐκδηλωτικότερη καὶ στὸ μεγάλο χωριό τοῦ Παρνασσοῦ, τὴν Ἀράχωβα Βοιωτίας. 

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Για το περίφημο δελφικό σύμβολο Ε

 

Του Στάθη Ασημάκη

(αναδημοσίευση & συμπλήρωση)

Από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας υπήρξαν πολλές προσπάθειες αποκωδικοποίησης του σημαντικού δελφικού συμβόλου Έψιλον (Ε), που έπαιζε τον ρόλο τού πλέον χαρακτηριστικού σήματος του δελφικού ιερού.

Αυτό είχε τοποθετηθεί τρείς φορές στο αέτωμα του απολλώνιου ναού στους Δελφούς: μια σε ξύλο, δεύτερη σε χαλκό και τρίτη σε χρυσό.

Το παλαιότερο από αυτά τα Έψιλον (Ε) ήταν ξύλινο και αναφέρεται ως το ''Ε των Σοφών'', γιατί αφιερώθηκε από τον Σόλωνα κατά μια εκδοχή, σύμφωνα δε με άλλη αφιερώθηκε από όλους μαζί τους αναγνωρισμένους τότε σοφούς.

Όταν αυτό φθάρθηκε, οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον ναό το δεύτερο, το οποίο ήταν χάλκινο. Και σε αντικατάσταση και αυτού, η Λιβία Δρουσίλλα, η σύζυγος του Οκταβιανού Αυγούστου, αφιέρωσε το τρίτο και τελευταίο, από καθαρό χρυσάφι.

Η μοναδική πληροφορία για το δελφικό Ε  προέρχεται από τον Πλούταρχο (46 μ.Χ. - 127 μ.Χ.), ο οποίος, ως ιερέας του Απόλλωνα, πρέπει να ήταν κοινωνός και γνώστης των Δελφικών Μυστηρίων.

Το γεγονός ότι ο Πλούταρχος αφιέρωσε μια ολόκληρη διατριβή γι’ αυτό το σύμβολο, δείχνει τη μεγάλη σημασία που είχε ως κλειδί για τα δελφικά δρώμενα.

Στην διατριβή του αυτή, προβάλλονται διάφορες ερμηνείες που κυκλοφορούσαν τότε, άλλες αδύναμα και άλλες ισχυρά τεκμηριωμένες, κάποιες δε από αυτές αλληλοαναιρούμενες.

Αναφορικά με ορισμένες ερμηνείες, ο Πλούταρχος στη διατριβή του: «Περί τοῦ ἐν Δελφοῖς Ε» παίρνει θέση με πληθώρα αναλύσεων. Σχετικά με άλλες, δεν παίρνει σαφή θέση και αρκείται απλώς στο να καθοδηγήσει διακριτικά τον αναγνώστη, ώστε να μην κατηγορηθεί ότι αποκαλύπτει κάτι από τα δελφικά μυστήρια.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μια Αμερικανίδα στο Λιβάδι Παρνασσού

 

Η Έντιθ Κράμερ (1916 - 2014) στο ατελιέ της. (Αυτοπροσωπογραφία) w.w.w.

Ήταν το 1963, εποχή μέσα Σεπτέμβρη μάλλον, όταν μια Αμερικανίδα ζωγράφος (αυστριακής καταγωγής), η Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer), ηλικίας 47 ετών τότε, έφθασε στην Αράχοβα, στον δρόμο της για τους Δελφούς.

Εδώ, θα έμεινε έκθαμβη από τις βραχώδεις υπώρειες του Παρνασσού που κρέμονται πάνω από το χωριό. Εξάλλου, μέσα από το σχολείο της και από τα προσωπικά της νεανικά  διαβάσματα, θα είχε μάθει, μάλλον, πολλά για το ιερό αυτό βουνό, για τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τις Νύμφες του, που τριγυρνούσαν εκεί σε τοπία ειδυλλιακά, γεμάτα μυστήριο και μαγεία.

Το καλλιτεχνικό της ένστικτο την ώθησε να κάνει μια στάση μεγαλύτερη απ’ τη συνηθισμένη. να βγάλει απ’ τις αποσκευές της τα ζωγραφικά της σύνεργα και να ανεβεί στον Παρνασσό. για να δει και να ανιχνεύσει τοπία, ώστε να αποτυπώσει εικαστικά κάτι συναρπαστικό που θα το είχε ως πολύτιμο αναμνηστικό, όταν θα επέστρεφε στη βάση της, στην Αμερική.  

Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, θα αναζήτησε πληροφορίες, για το πώς θα μπορούσε να ανεβεί στο βουνό, ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της. Το πιο πιθανό, θα ρώτησε για κάποιον έμπειρο οδηγό, για να την οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Και αυτός υπήρχε εκείνα τα χρόνια. και ήταν ή ο Νίκος Καραμέρης  - πασίγνωστος σε όλους τους Αθηναίους ορειβάτες εκείνης της εποχής - ή ο διάδοχός του Νίκος Γεωργακός.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2024

Σωκρατικό «μάθημα», για όσους θέλουν να ασχοληθούν με τα κοινά

 

Ένας διάλογος μεταξύ Σωκράτη και Γλαύκωνα, αναφορικά με τις γνώσεις που οφείλει να έχει για τα ζητήματα της πόλης, όποιος θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική. 

Εισαγωγικά

Ο Γλαύκων του παρακάτω διαλόγου ήταν παππούς του Πλάτωνα από την πλευρά της μητέρας του φιλοσόφου, της Περικτιόνης. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, στο έργο του «Απομνημονεύματα» (Ο βίος και η φιλοσοφία του Σωκράτους), στον οποίο χρωστάμε και τον υπόψη διάλογο, πληροφορούμαστε τα εξής:

Οσάκις ο Γλαύκων επιχειρούσε να αγορεύσει ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου, επειδή επιθυμούσε να γίνει ένας εκ των αρχόντων της πόλης, ενώ δεν ήταν καλά - καλά είκοσι ετών, και κανένας από τους φίλους και συγγενείς του δεν μπορούσε να τον αποτρέψει,  τον κατέβαζαν από το βήμα δια της βίας και γινόταν καταγέλαστος. ο Σωκράτης, λοιπόν, όταν μια μέρα τον συνάντησε τυχαία στο δρόμο, βρήκε την ευκαιρία να τον συζητήσει, με σκοπό να τον νουθετήσει πολιτικά.

Να σημειώσουμε ότι τους ασχημονούντες και τους άσχετους ρήτορες στο βήμα της Εκκλησίας του Δήμου, τους κατέβαζαν βιαίως κάτω, με διαταγή του επιστάτη των Πρυτάνεων,  οι Σκύθες τοξότες,  που εκτελούσαν, εν καιρώ ειρήνης, αστυνομικά χρέη, ενώ εν καιρώ πολέμου, ως ιπποτοξότες προηγούνταν του Αθηναϊκού ιππικού, ως οι πλέον ικανοί και έμπειροι έφιπποι τοξότες, ανερχόμενοι στους διακόσιους (200).

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Περί (Α)Ράχοβας

 


Μέρος 1ο
Η κατάληξη

Θα ξεκινήσουμε την έρευνα, αναφορικά με το τοπωνύμιο (Α)ράχοβα, αντίστροφα, δηλαδή  επιχειρώντας πρώτα να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα που σχετίζεται με την κατάληξη -οβα (-ova), πασίγνωστη ως σλαβική, και φορτωμένη έως τώρα με βεβαιότητες ως προς την προέλευσή της.

Το πρώτο, λοιπόν, ερώτημα που τίθεται είναι αυτό: «η κατάληξη αυτή όντως είναι αποκλειστικά σλαβική ή απαντάται και σε άλλες γλώσσες, όχι βεβαίως ως δάνειο από την παλαιοσλαβική, αλλά ως αυτοτελής;»

Σύμφωνα με την ισχύουσα άποψη, στις σύγχρονες σλαβικές γλώσσες οι καταλήξεις: -ova, -ovo έχουν την έννοια: “του ανήκειν σε τόπο (οποιονδήποτε)” ή “τόπος (οποιοσδήποτε) που ανήκει σε κάποιον”.

Μάλιστα, το πρωτοσλαβικό μόρφημα (κτητικό ή πατρωνυμικό δηλωτικό τόπων) -ov δημιουργεί επίσης και συσχετιστικά επίθετα, δηλαδή επίθετα (αρσενικό -ov, θηλυκό -ova, ουδέτερο -ovo) που συσχετίζουν κάποιο αντικείμενο με κάποιο άλλο. Δηλαδή, το σλαβικό -ov έχει την ίδια λειτουργία με το ελληνικό -ιος.

Έτσι, όπου εντοπιστεί τοπωνύμιο με τέτοια κατάληξη, χωρίς πολλή σκέψη χαρακτηρίζεται αμέσως ως σλαβικό.

Αν ανατρέξουμε στην αρχαιοελληνική γραμματεία και συγκεκριμένα στους περίφημους “Παράλληλους βίους” του Πλούταρχου, ειδικότερα δε στο Πελοπίδας - Μάρκελλος”, διαπιστώνουμε ότι τοπωνύμιο Ova(Όβα), υπήρχε έξω από τη Ρώμη, το ενωρίτερο τουλάχιστον από τον 3ο π.Χ. αιώνα που έδρασε ο ύπατος Μάρκελλος, και το αργότερο το 2ο μ.Χ. αιώνα που έγραψε ο Πλούταρχος το εν λόγω έργο του.

Συγκεκριμένα, ο αρχαίος συγγραφέας κάνει μνεία μιας πόλης κοντά στη Ρώμη, όπου οι Έλληνες την ονόμαζαν Εύαν και οι Ρωμαίοι Όβα, στην οποία ο Ρωμαίος ύπατος Μάρκελλος θα έπρεπε να τελέσει το μικρό του θρίαμβο, ενώ το μεγάλο του θρίαμβο θα έπρεπε να τελέσει στο Αλβανό Όρος, και όχι στη Ρώμη, λόγω φθόνου των πολιτικών του αντιπάλων. Μάλιστα, εξηγεί και την προέλευση της ονομασίας αυτής της πόλης, που έχει ξεχωριστή σημασία, και τη συσχετίζει με τη λατινική λέξη ovis = πρόβατο.

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2024

«Βαθυσκαφής ολκός ριζωμάτων»

 

του Δημήτρη Ηλ. Ρεντίφη
Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ, Αθήνα 2023, σελ.552

Από το φθινόπωρο του 1964, που πρωτοέφτασε ο Δημήτρης Ηλ. Ρεντίφης, ως καθηγητής Φιλόλογος, στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο της Αράχοβας, μέχρι σήμερα, συμπληρώνονται εξήντα (60) χρόνια.

Ήμουν, τότε, στην αρχή της τρίτης (Γ΄) τάξης, δηλαδή, ούτε πρωτάκι άπειρο, αλλά ούτε τελειόφοιτος που θα μπορούσα να κρίνω με ικανοποιητικούς όρους έναν καθηγητή μου. Αυτό, όμως, που θυμάμαι ακόμα και σήμερα είναι ότι μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη του σχολικού εκείνου έτους, μια έντονη φήμη άρχισε να πλανιέται στο Γυμνάσιο για τον νέο αυτόν Φιλόλογο από τους Τσουκαλάδες. Φήμες, για άλλου τύπου καθηγητή, που μαγνήτιζε την τάξη με τις γνώσεις του και με τη μεγάλη του όρεξη για διδασκαλία.

Την άλλη χρονιά το διαπίστωσα ο ίδιος, όταν ανέλαβε να μας διδάξει Λατινικά, έστω για λίγο καιρό, καθόσον καταργήθηκε το μάθημα αυτό, με βάση το νέο τότε αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολούθησε. Αργότερα, διδάχτηκα επίσης από τον ίδιο: Ιστορία για λίγο διάστημα, Ψυχολογία, καθώς και Αρχαία Ελληνικά. Ως τελειόφοιτος είχα πλέον διαμορφώσει άποψη για τον καθηγητή Δημήτρη Ρεντίφη, που συνοψίζεται σε μια μόνο λέξη:  ανεπανάληπτος!

Εάν, όμως, τότε κάποιος με κτυπούσε στην πλάτη και μου ψιθύριζε ότι αυτός ο καθηγητής θα με / μας δίδασκε και εξήντα (60) χρόνια μετά, αυτό δεν θα μπορούσα, όχι μόνο να το σκεφτώ, αλλά ούτε να το φανταστώ. θα έμοιαζε απλώς σαν μια τρελή σκέψη στο μυαλό μου. Και, όμως, συνέβη και, πράγματι, εξακολουθεί να με / μας διδάσκει ως επιφανής φιλόλογος με την ίδια ζέση, με τον ίδιο οίστρο, και σίγουρα με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, που προκύπτει μέσα από τα εξήντα (60) χρόνια βαθυσκαφούς έρευνάς του σε ποικίλα θέματα Φιλολογίας, Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας, Λαογραφίας και Θεατρολογίας.

Η τελευταία φορά που «μπήκαμε» στην… «τάξη» του ήταν πριν πέντε (5) ακριβώς έτη, με το όγδοο βιβλίο του: «Πηγάσιοι Δρόμοι», εκδόσεις «Γκοβόστη». Τώρα, με το νέο του βιβλίο: «Βαθυσκαφής Ολκός Ριζωμάτων», εκδόσεις «Γκοβόστη», Οκτώβριος 2023, χτύπησε ξανά κουδούνι για να μας μαζέψει και πάλι στην.. «αίθουσα».

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Οι αρμοί μας με το παρελθόν (3)

 

Του Στάθη Ασημάκη

 Γ΄ Μέρος
Οι βλάχικοι αρμοί μας
 
α)Τα βλάχικα τοπωνύμια. 
Είναι όλα τα υπόλοιπα ξενόγλωσσα τοπωνύμια που κατά βάση έχουν βλάχικη ρίζα. Υπάρχουν, βεβαίως, μερικά εξ αυτών, τα οποία έχουν αρβανίτικη ή σλαβική ρίζα, αυτό όμως δικαιολογείται από το γεγονός ότι λέξεις με τέτοιες ρίζες ήταν σε ευρεία χρήση και στους Βλάχους, ειδικότερα τους Αρβανιτόβλαχους. Συγκεκριμένα, τα τοπωνύμια βλάχικης προέλευσης είναι:
1)Τρίτσιρις. Τοποθεσία - διάβαση ανατολικά του Ζεμενού. Πιθανόν, από τη βλάχικη λέξη τριτσεάρε = διάβαση.
2)Αρδίνια. Τοποθεσία ανάντη του Ζεμενού με μεγάλη ορατότητα. Πιθανόν, από τη βλάχικη λέξη άρντου = καίω, που παραπέμπει σε φωτεινή θέση, όπως και πράγματι είναι, καθώς ο ήλιος τη φωτίζει όλη μέρα και μάλιστα από την αυγή, ειδικά τις μέρες που βρίσκονται κοντά στην εαρινή και φθινοπωρινή ισημερία, σε αντίθεση βεβαίως με την απέναντι σκιερή τοποθεσία «Σπέντζο». 
Επίσης, πιθανή η εξήγηση που στηρίζεται στη λατινική λέξη arduus = ανάντης, ανωφερής, ψηλός, καθόσον πρόκειται για μια ανωφερή υψηλή θέση πάνω από το Ζεμενό. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω τοπωνύμιο δεν είναι βλάχικο, αλλά ρωμαϊκό τοπωνυμικό κατάλοιπο.
3)Βερτιπό. Βρίσκεται πάνω από την «Παλαμονίδα», πριν από το «Μακρύ λιθάρ’» και τον «Αϊ Νικόλα». Είναι ένα ευρύ βαθούλωμα που βαστάει χιόνι για πολύ καιρό, και διαθέτει πλούσια χλωρασιά. Μπορεί, καταρχάς, να σχετιστεί με τη σλαβική λέξη вертеп (βερτέπ) = σπήλαιο.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Οι αρμοί μας με το παρελθόν (2)

 

Του Στάθη Ασημάκη

 Β΄ Μέρος
Οι ρωμαϊκοί μας αρμοί

 α)Τα λατινικά τοπωνύμια. Στα ρωμαϊκά χρόνια, στην περιοχή της Αράχοβας, οι ρωμαϊκές φρουρές δεν έλειψαν ποτέ λόγω της ύπαρξης, αφενός του γειτονικού Μαντείου Δελφών και, αφετέρου, λόγω της στρατηγικής θέσης του Ζεμενού. Φαίνεται ότι αυτή η κυριαρχία άφησε τα ίχνη της, τα οποία διασώζονται, κατά τη γνώμη μου, μέχρι και σήμερα, στα παρακάτω τοπωνύμια και λέξεις που είναι σε χρήση στην Αράχοβα. Συγκεκριμένα:

1)Ζεμενό. Η  παλιά σημαντική καλλιεργήσιμη περιοχή, σε αυχένα, ανατολικά της Αράχοβας. Πολύ πιθανόν από τη λατινική λέξη semino, are = σπέρνω, οπότε semino > σέμινο > σεμινό ή  και σέμινου > σεμινό. Πράγματι, το Ζεμενό ήταν ο δεύτερος σιτοβολώνας της Αράχοβας μετά το Λιβάδι Παρνασσού.
Η άποψη που σχετίζεται με τη σλαβική λέξη жзмень (ζμεν) = στενό (ζμενό > ζεμενό) δεν είναι κατά τη γνώμη μας ισχυρή, δεδομένου ότι το τοπωνύμιο αυτό δεν χαρακτηρίζει τον εκεί ευρύ αυχένα στην ολότητά του, αλλά μόνο την καλλιεργήσιμη κοίτη του. Οι όχθες τού εν λόγω αυχένα χαρακτηρίζονται με σωρεία άλλων τοπωνυμίων.
Εξάλλου, και το τοπωνύμιο Ζεμενό Κορινθίας δεν βρίσκεται σε αυχένα, αλλά πάνω σε ευρύ εύφορο πλάτωμα με απέραντο και εξαιρετικά γραφικό ορίζοντα, ένα δηλαδή καταπληκτικό μπαλκόνι με θέα τον Κορινθιακό κόλπο. 

Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

Οι αρμοί μας με το παρελθόν

 

Του Στάθη Ασημάκη

 Γενικά
Η αρχαιολογική σκαπάνη βρίσκει, συνήθως, κατόπιν πολλής έρευνας, αλλά και τύχης, τα τεκμήρια εκείνα που μπορούν να δομήσουν το προφίλ ενός τόπου, μέσα στο χρόνο. Ένας άλλος δρόμος για το σκοπό αυτό είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα τοπωνύμια («επιγραφαί επί του εδάφους γεγλυμμέναι») μαζί με το γλωσσικό ιδίωμα («επιγραφή…“πτερόεσσα”»), εφόσον το σχετικό υλικό που είναι διαθέσιμο είναι ικανοποιητικό.
Και ενώ μπορεί να επιτευχθεί, σχετικά εύκολα, η ανάλυση της δομής ενός γλωσσικού ιδιώματος, αντίθετα η τοπωνυμική έρευνα είναι, συνήθως, δυσκολότερη. Πράγματι, η μελέτη ενός τοπωνυμίου δεν απαιτεί μόνο επίπονη διερεύνηση (υπάρχει πάντα κίνδυνος γλωσσικών «αντικατοπτρισμών» που μπερδεύουν τα πράγματα) και προσεκτική επισκόπηση της περιοχής, αλλά επί πλέον και γνώση της μικροϊστορίας της, πράγμα καθόλου εύκολο, ειδικά όταν η σχετική έρευνα προχωρεί σε απώτερες εποχές.
Εάν, όμως, και η «τοπωνυμιογλωσσική σκαπάνη» τύχει και βρει επαρκή στοιχεία για τα επιμέρους στρώματα που επικάθισαν στην εξεταζόμενη περιοχή, μέσα στο διάβα του χρόνου, τότε μπορεί να δομηθεί με καλή προσέγγιση το προφίλ της, οπότε μπορούμε να μιλάμε για ρίζες και  αρμούς.   
Τώρα, αναφορικά με το τοπωνύμιο Αράχοβα που είναι ένα από τα πλέον εμβληματικά του ελληνικού χώρου, αυτό έχει ως γνωστόν χαρακτηριστεί σλαβικό, και είναι φορτωμένο με βεβαιότητες που μάλλον αποθαρρύνουν περαιτέρω έρευνες.  

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Πόθεν το Ζεμενό ;

 

Του Στάθη Ασημάκη

Όταν ασχολήθηκα για πρώτη φορά με το σημαντικό και εμβληματικό τοπωνύμιο της περιοχής μας, το Ζεμενό, στο πλαίσιο της έρευνας για τη συγγραφή του πρωτόλειου: «Αράχοβα Τοπωνυμιογλωσσικά», που εκδόθηκε το 2000 και επανεκδόθηκε συμπληρωμένο το 2006, ξεκίνησα, προσπαθώντας να  το προσεγγίσω ερμηνευτικά, από τον πολύ Max Vasmer, συγκεκριμένα από το γνωστό βιβλίο του: «Die Slaven in Griechenland», το οποίο θεωρείται και χρησιμοποιείται ως ευαγγέλιο, για τοπωνυμικά ζητήματα της Ελλάδας από τους κάθε είδους σλαβολόγους.
Ειδικότερα, ο Max Vasmer, αναφερόμενος στο Ζεμενό Κορινθίας (το Ζεμενό Αράχοβας ως μικροτοπωνύμιο το αγνοούσε πλήρως), το ερμηνεύει ως χαμηλό τόπο και επικαλείται τo σερβικό Zemun που οδηγεί, κατά τη γνώμη του, στη σλαβική λέξη zemljьnъ = γη - χώμα.
Μια ευρύτατη δηλαδή έννοια, που δύσκολα, όμως, θα μπορούσε να ονοματίσει κάποιους τόπους, αφού παντού και όχι μόνο σε σλαβικό χώρο, κάθε τοποθεσία δεν είναι παρά γη και, εν πάση περιπτώσει, εάν δεν είναι βραχώδης, έχει χώμα. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από το σερβικό τοπωνύμιο Zemun, δεν υπάρχει άλλο αντίστοιχο, όχι μόνο στο σλαβικό βαλκανικό χώρο, αλλά και στην ανατολική σλαβική Ευρώπη.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2023

Πόθεν το όνομα Γκιόνα;

 

« Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κι η Λιάκουρα της Γκιόνας

- Βουνό μου, που 'σαι πιο ψηλά και πιο ψηλά αγναντεύεις,

   πού να 'ναι, τι να γίνονται, οι κλέφτες Ανδρουτσαίοι;

- Τι να σου πω, βρε Λιάκουρα, τι να σου πω, βουνό μου,

την κλεφτουριά την χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι.»

 Σύμφωνα με την υπάρχουσα αποδεκτή, σήμερα, άποψη το όνομα του βουνού Γκιόνα σχετίζεται με την ονομασία του πουλιού Γκιόνης (προέρχεται από την αλβανική λέξη gjon σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη), επειδή τάχα  μεγάλοι πληθυσμοί του πουλιού αυτού είναι μόνιμα εγκατεστημένοι στο εν λόγω βουνό (βλέπε w.w.w. Wikipedia, Λήμμα «Γκιώνα»). Μια εξήγηση, όμως, που δεν πείθει, όσο και αν λεκτικά υπάρχει μεταξύ των παραπάνω όρων συμφωνία.

Μια καλύτερη εξήγηση φαίνεται ότι βρίσκεται στο άρθρο ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΞΗΡΟΛΙΒΑΔΟΥ (28. 08. 2009, ‘ΛΑΟΣ’) του Γ. Κ. Τσιαμήτρου που είναι ενταγμένο στο βιβλίο του ιδίου, με τίτλο: «ΒΛΑΧΙΚΑ / ΑΡΜΑΝΙΚΑ, ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ κλπ. (Άρθρα του Γ. Κ. Τσιαμήτρου κατά ημερολογιακή και χρονολογική σειρά σε εφημερίδες και ιστοσελίδες της Βέροιας)». Συγκεκριμένα, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Το βουνό Τζένα στ’ ανατολικά του Βόρα (Καϊμακτσαλάν) ανάγει την αρχή του στο «φρύδι», που στα βλάχικα λέγεται τζεάνâ (πληθ. τζεάνι και τζένουρι «βουνά») και στα μογλενίτικα βλάχικα τζένα.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Η ΑΡΑΧΩΒΑ… …θυμάται και τιμά…

 

Του Λουκά Μπακάλη

Από τον Στάθη Ασημάκη

 Σεμνός, αθόρυβος, αλλά σημαντικός πνευματικός άνθρωπος της Αράχωβας, ο οποίος τιμά όχι μόνο τη γενέτειρά του, αλλά και τη Βοιωτία ολόκληρη, είναι ο συμπολίτης μας κ. Λουκάς Αντ. Μπακάλης, συνταξιούχος σήμερα εκπαιδευτικός (φιλόλογος καθηγητής) που διετέλεσε Λυκειάρχης, με επιπλέον σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία.

Υπήρξε ένας από τους βασικούς στυλοβάτες του περιοδικού «Η Αράχωβα», του οποίου η έκδοση κράτησε μια ολόκληρη δεκαετία και πρόσφερε πολλά στον πολιτιστικό τομέα του χωριού μας. Επίσης, αρθρογραφούσε επί σειράν ετών στο περιοδικό: «Λάμπρος Κατσώνης» του ομώνυμου Συλλόγου Λεβαδέων και  έχει συντάξει κατά καιρούς μελέτες, σχετικά με εκπαιδευτικά, ιστορικά, μυθολογικά  και χριστιανικά θέματα.

Έχοντας βαθιά μέσα στην καρδιά του την ιδιαίτερη πατρίδα του είναι ευαίσθητος σε κάθε θέμα που αφορά το χωριό μας. Τον τελευταίο καιρό, αποφάσισε να καταθέσει στο … Λαογραφικό και Ιστορικό Ταμείο της Αράχωβας ένα εξαιρετικό πνευματικό του έμβασμα μέσα από το βιβλίο του, με τίτλο: «Η ΑΡΑΧΩΒΑ …θυμάται και τιμά… »,  το οποίο εξέδωσε πριν λίγες μέρες.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Το άστρο της Βηθλεέμ

 

Μέσα από τους μελετητές και το «Κατά Ματθαίον» Ευαγγέλιο

Το ζήτημα του άστρου της Βηθλεέμ έχει απασχολήσει εδώ και πολλούς αιώνες αμέτρητους ερευνητές (θεολόγους, φιλοσόφους, αστρολόγους και αστρονόμους).

Όπως είναι φυσικό, οι απόψεις τους διίστανται. οι Θεολόγοι το θεωρούν κυρίως ως υπερβατικό φαινόμενο, οι αγνωστικιστές το αμφισβητούν και μάλλον το απορρίπτουν, ενώ αρκετοί αστρονόμοι το προσεγγίζουν επιστημονικά, έως ένα βαθμό βέβαια, διότι υπάρχουν σημεία, στα οποία προσκρούουν οι λογικές εξηγήσεις τους.

Επομένως, το να ασχοληθεί κάποιος, που δεν έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες, με αυτό το θέμα, φαίνεται εξ ορισμού περιττό και άσκοπο. Πάντα, όμως, υπάρχουν αφορμές για σκέψεις από όλους μας, αναφορικά με το υπόψη ζήτημα.

Μια τέτοια αφορμή για να γραφούν οι σκέψεις που ακολουθούν, ήταν αρχικά ένα ωραίο, λιτό μεν, αλλά περιεκτικό άρθρο του κ. Έραστου Φίλου, Δρ. Φυσικής, σχετικά με το άστρο της Βηθλεέμ («Το αίνιγμα του άστρου της Βηθλεέμ»), το οποίο εστάλη στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο από τη σύζυγό του, κα Άλτα Πατσαντάρα, αγαπητή συμπατριώτισσά μου, μαζί με ένα ωραίο χριστουγεννιάτικο δικό της κείμενο.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Τα Κουκουριώτικα (VII)


 

Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 

 14. Τέλος, μερικά κωμικά κι ευτράπελα.

Ο Γέρο Στάθης, ο πατέρας του Γιάννη, του παιδικού μου φίλου, ήταν ένας αγαθός άνθρωπος, καθόλου αυστηρός ή καταπιεστικός προς τα παιδιά του, και δεν είχε λίγα,  πέντε (5) τον αριθμό! Για να τα φέρει  βόλτα, εκτός από την ασχολία του στα κτήματά του έκανε και τον αγωγιάτη, μεταφέροντας αραχοβίτικα προϊόντα - κυρίως κρασί - σε χωριά του κάμπου.    

Είχε ένα ιδιότυπο και παραστατικό τρόπο να διηγείται ιστορίες, κι εμείς τα παιδιά προσέχαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις αφηγήσεις του, είτε στο λάκκο, τη Λαμπρή, είτε σε κάποιο καλοκαιρινό κουσούλτο. Μάλιστα, είχε τη συνήθεια, να διανθίζει τις διηγήσεις του συχνά με το στερεότυπο: Toυ λοιπόν κει χάμου”. Μόλις, τον άκουγα να μιλάει, σε ομήγυρη, από τη μια πρόσεχα τις ιστορίες του και από την άλλη μετρούσα:  “τα λοιπόν κεί χάμου”.

Σάββατο 28 Μαΐου 2022

Οι «φίλοι» μου

 

Πολλές φορές σκέφτηκα να γράψω για τους αγαπημένους μου «φίλους», που συνεχώς  μου το υπενθύμιζαν εδώ και πολύ καιρό. και άλλες τόσες το ανέβαλλα, είναι αλήθεια. Αλλά αυτοί, όχι μόνο είναι ευχάριστοι και μελωδικοί, αλλά και  επίμονοι. Εν τέλει, τα κατάφεραν…

Πράγματι, σχεδόν κάθε μέρα, είτε άνοιξη και καλοκαίρι είτε φθινόπωρο ακόμα και χειμώνα, τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα νωρίς τα πρωϊνά, αλλά και τα απογεύματα, φαίνεται ότι ζητούν να γράψω. όχι επαινετικά λόγια - ανάγκη δεν το έχουν - αλλά για να μεταφέρω μέσα από τις μελωδίες τους, τους φόβους και τις προειδοποιήσεις τους. Έτσι, παρόλο που δεν είμαι καλός στις «μεταφράσεις», δεν μπορώ πια να αρνηθώ την επιθυμία των υπέροχων αυτών φτερωτών φίλων μου.

***

Ζω επί τέσσερις περίπου δεκαετίες στον Βύρωνα, μια περιοχή που βρίσκεται υπό την εποπτεία του Υμηττού. Τόσα χρόνια, απασχολημένος με τις έγνοιες τις δουλειάς και τις φροντίδες της οικογένειας, δεν έδινα σημασία σε μελωδικά τους καλέσματα, γιατί παρόλες τις προσπάθειές τους δεν μπορούσαν να με αποσπάσουν από τον αχό της πόλης και της κίνησης.

Έπρεπε να πλησιάσουν τα χρόνια της σύνταξης, να ρίξω τους ρυθμούς μου, για να αρχίσω να τους ακούω, να τους προσέχω και να τους ξεχωρίζω μέρα τη μέρα καλύτερα, αρχικά, στο απέναντι πάρκο της Ανάληψης και στο όμορο ομώνυμο Μετόχι («Ανάληψη») της αγιορίτικης Μονής Σιμωνόπετρας.

Δεν γνώριζα το όνομά τους, ούτε τους διέκρινα γύρω μου. Όμως, ήταν θέμα χρόνου να τους συναντήσω, γιατί σχεδόν καθημερινά με καλούσαν μελωδικά και επίμονα με το δυνατό, καθαρό και λίγο κρουστό κελάδημά τους.

Η πρώτη σύσταση έγινε αρχές κάποιου Νοέμβρη, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Διασχίζοντας ένα πρωινό, σχεδόν θαμπά, βιαστικός το δρόμο που διχοτομεί το απέναντι από το σπίτι μου πάρκο, προκειμένου να πάρω το αυτοκίνητο, για φτάσω έγκαιρα σε ραντεβού μου, το βήμα μου συνοδεύτηκε από το γνώριμο σε μένα, τόσο καιρό, μελωδικό ήχο.  

Σε λίγο, δίπλα στα σιδερένια κάγκελα που οριοθετούν το δρόμο του πάρκου από τις λοιπές εγκαταστάσεις του, είδα έναν από τους φτερωτούς γείτονες, προπορευόμενο και κελαηδώντας, να με συνοδεύει, σαν να μου έλεγε να μην ανησυχώ και ότι όλα θα πήγαιναν καλά.

Ήταν με το μαύρο του φτέρωμα σχεδόν αόρατος μέσα στο σύθαμπο. Έφτανε, όμως, το κατακίτρινο ράμφος του και το κελάδημα, για να καταλάβω ποιος ήταν ο φίλος που με είχε επιλέξει για να τον προσέξω. Ήταν ένα ωραίο και ζωηρό κοτσύφι! Έκτοτε, σχεδόν κάθε μέρα οι φτερωτοί φίλοι μου - τα κοτσύφια της Ανάληψης - που σίγουρα κατεβαίνουν από το γειτονικό Υμηττό, ήταν η ευχάριστη παρέα που περίμενα, και απολάμβανα τη μελωδία τους.

Πίστευα αρχικά ότι γυρόφερναν κάπου εκεί στα πεύκα του πάρκου και στα κυπαρίσσια του Μοναστηριού, σ’ αυτήν τη μικρή όαση πράσινου που υπάρχει μέσα στην πυκνή αστική δόμηση του Βύρωνα.

Κατεβαίνοντας, όμως, και ένα επίπεδο πιο κάτω, προς τα «Αγαλματάκια», μια μικρή πράσινη νησίδα κατάντη της της Ανάληψης, μια μέρα πρόσεξα και διαπίστωσα ότι και εκεί στήνουν οι καλοί μου φίλοι τις «παρτιτούρες» τους και αρχίζουν  τις συναυλίες τους.

Και όταν το’φεραν οι συνθήκες, αργότερα, να μείνω με τη γυναίκα μου για κάποιο καιρό πιο κάτω και από τα «Αγαλματάκια», κοντά στο θερινό σινεμά «Λάουρα» - ένα από τα ελάχιστα που έχουν πλέον απομείνει στην Αθήνα - γρήγορα διαπίστωσα ότι οι φτερωτοί μου φίλοι μας … ακολούθησαν.

Τυχαίνει, μάλιστα, ο χώρος ακριβώς απέναντι από το διαμέρισμα που μένουμε να μην έχει οικοδομηθεί ακόμα - ποιος θα το πίστευε - και έτσι δημιουργείται από τις γύρω μακρόθεν πολυκατοικίες ένας μεγάλος χώρος, σαν  κοίλο αρχαίου θεάτρου.

Και οι «φίλοι» που φτάνουν μέχρις εδώ, δίνουν και παίρνουν με τη συναυλία τους, από νωρίς πριν φέξει ο ήλιος, όλο και νωρίτερα, καθώς οδεύουμε από την εαρινή ισημερία προς το θερινό ηλιοστάσιο και όλο και αργότερα, καθώς οδεύουμε μετά προς τη φθινοπωρινή ισημερία, και κατά αντίστροφο τρόπο τα απογεύματα. Έτσι, τα βυρωνιότικα αυτά κοτσύφια έχουν τρία μουσικά στέκια, σε τρία απανωτά επίπεδα, κάτι σαν «κρεμαστά ωδεία», κατά το ανάλογο των «κρεμαστών κήπων».

Φαίνεται ότι διεκδικούν αποφασιστικά τα μέρη των προγόνων τους, όπου ζούσαν κάποτε σμήνη ολόκληρα, τότε που, αντί για πολυκατοικίες και αυτοκίνητα, υπήρχαν άλση με γάργαρα νερά στις ρεματιές που κατέβαιναν από τον Υμηττό προς το Παγκράτι, φτάνοντας στον κάποτε μαγευτικό ποταμό Ιλισσό και το Κλεινόν Άστυ

Έχει τύχει αρκετές φορές, νωρίς το πρωΐ, ανεβαίνοντας από το ένα σπίτι στο άλλο, να ακούω τη μελωδία τους, συνεχώς, σε όλη τη διαδρομή από τη Λάουρα μέχρι και την Ανάληψη. Λες και σταδιακά με υποδέχονται μουσικά, καθώς ανεβαίνω προς τα πάνω, σταματώντας το ένα και αρχίζοντας το άλλο.

Μάλιστα, δεν  κελαηδούν πετώντας μόνο από κλαδί σε κλαδί πάνω στα υπάρχοντα εκεί δέντρα. Επιλέγουν, τις περισσότερες φορές τις γωνιακές πολυκατοικίες και, φτερουγίζοντας από γωνία σε γωνία των εκεί ρετιρέ, ώστε από ψηλά να ακούγονται καλύτερα και να έχουν εποπτεία,  γεμίζουν το χώρο με το εξαίσιο ηχόχρωμά τους. 

Τέτοιο ευχάριστο συναίσθημα δεν έχω νιώσει αλλού, ούτε στις παρυφές του Παρνασσού στο γενέθλιο τόπο μου, την Αράχοβα, παρά μόνο αν τύχει και περπατήσω εκτός οικισμού, μέσα στην εξοχή, κοντά σε ρέματα.

Πρέπει να τονίσω ότι οι καληκέλαδοι φίλοι μου, στο Βύρωνα, είναι τόσο πολύ ζωηροί μουσικοί, ώστε δεν χρειάζεται να ανοίξω το παράθυρο, για να τους απολαύσω. Τους ακούω καθαρά και στα μέσα δωμάτια του σπιτιού. Ακόμα και στο μπάνιο ακούγεται το κελάδημά τους. Σιγούν μόνο τα μεσημέρια και τη νύχτα.

Δεν ξέρω, αλλά μετά τα αμέτρητα ακούσματά τους άρχισα πλέον να καταλαβαίνω καλύτερα τι θέλουν να πουν. Αρχίζω να νιώθω το κελάδημά τους, σαν μια επίμονη προειδοποίηση προς όλους τους κατοίκους της περιοχής και του Λεκανοπεδίου ευρύτερα, αλλά και γενικότερα. Είναι σαν να μας καλούν μελωδικά πάντα, αλλά αποφασιστικά και επίμονα ως εξής: «Προσέξτε άνθρωποι, έχουμε και εμείς εδώ δικαιώματα. το περιβάλλον και η φύση ανήκει σ’ όλους. Αν με αστόχαστες ενέργειες αφανίστε κάθε ζωντανό γύρω σας, θα ακολουθήσει αναπόδραστα και ο δικός σας αφανισμός…».

***

Αυτό για το οποίο κακίζω τον εαυτό μου είναι ότι για να δώσω σημασία στο μήνυμά τους, έπρεπε να φτάσω  στη σύνταξη, ώριμος πια και απόμαχος. Αλλά, αν οι καθημερινές έγνοιες μας καλύπτουν τα μηνύματα, που μας στέλνει το περιβάλλον μέσα από την πανίδα και τη χλωρίδα του, από την κατάσταση του αέρα και των νερών του, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον για την ανθρώπινη ύπαρξη, που ευθύνεται αποκλειστικά για τη διατάραξη της ισορροπίας στο γήϊνο παράδεισο, τον οποίο μας εμπιστεύτηκε ο Δημιουργός.

Ας δώσουμε μεγάλη προσοχή σε τέτοιου είδους  καλέσματα και σημάδια, έστω και την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε που λέμε. Προσωπικά, πάντως, μόνο έτσι μπορώ να μεταφράσω την επίμονη κρουστή λαλιά των φτερωτών μου φίλων.

ΥΓ. Το παρόν, ας θεωρηθεί ότι εξοφλεί και ένα άλλο χρέος προς κάποιους άλλους φτερωτούς διαβάτες που συνάντησα τυχαία, το 2009, στο λόφο της Πνύκας και με εντυπωσίασαν.

Συγκεκριμένα, δυο όμορφους τσαλαπετεινούς που γυρόφερναν εκεί μεταξύ Λουμπαρδιάρη και Πνύκας και τους οποίους πρόφτασα να φωτογραφίσω με τη μηχανή μου. Τη σχετική φωτογραφία τους, την παραθέτω στην αρχή του κειμένου. Και αυτοί οι «φίλοι», χωρίς μελωδίες, αλλά με το περήφανο και αλλόκοτο ύφος τους, ίσως το ίδιο μήνυμα έστελναν.

Η έκπληξή μου, που τους έβλεπα να γυροφέρνουν με τα λοφία τους εκεί κοντά στα αρχαία μάρμαρα, εν έτει 2009, ήταν για μένα απερίγραπτη, ανεξίτηλη και εύκολα δεν σβήνει!   

Στάθης Ασημάκης
Βύρωνας 28/5/2022

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Τα Κουκουριώτικα (VII)

 


Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 

13. Εκδρομές-Πρωτομαγιές, στην“Ανάληψη”.

Αντικειμενικά, εάν μπεις στη διαδικασία να συγκρίνεις, η δυτική περιοχή της Αράχοβας  και η εξοχή που βρίσκεται προς τα εκεί, η οποία  βλέπει τους Δελφούς, το Κρισσαίον πεδίον, τις απέναντι κορφές της Γκιώνας, αλλά και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, υπερτερεί σίγουρα της  ανατολικής περιοχής του χωριού και της αντίστοιχης εξοχής της.
     Προσωπικά, δεν εξετάζω το πώς και το γιατί, όμως το ανατολικό μέρος της Αράχοβας, όπου βρίσκεται η γειτονιά μου, το θεωρούσα από μικρός πιο χωριό μου από το υπόλοιπο. Ακόμη και η εξοχή που βρισκόταν ανατολικά ήταν για μένα πιο οικεία, και κατά τη δική μου γνώμη πιο όμορφη και πιο θελκτική από τη δυτική.
     Υποσυνείδητα αυτός ο διαχωρισμός μού πυροδοτεί ακόμα, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό, παρόμοια συναισθήματα. Νιώθω, δηλαδή, πιο οικεία και πιο ευχάριστα πηγαίνοντας ανατολικά προς την Μπάνια και το Ζεμενό, παρά όταν κατευθύνομαι προς τους Δελφούς.