Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ 1833



[…] Κατά την πορείαν μας προς τους Δελφούς, εφθάσαμεν εις εν μέρος, όπου υπήρχε βαθεία πετρώδης χαράδρα, σχηματιζομένη από καθέτους βράχους, από τους οποίους έτρεχε διαυγέστατον ύδωρ. Ολίγον περαιτέρω, το ύδωρ τούτο εχύνετο διά τριών κρουνών εις μεγάλην μαρμαρίνην δεξαμενήν, οπόθεν υπερεξεχείλιζεν επί των φαλακρών βράχων.

Από βράχου εις βράχον, το διαυγέστατον ύδωρ κατήρχετο προς την κοιλάδα, την οποίαν διέρρεεν ως καθαρόν ρυάκιον.

Εκεί είδομεν γυναίκας αι οποίαι έπλυνον αφωσιωμέναι εις την εργασίαν των και αι οποίαι μόλις λοξώς κάπως μας παρετήρησαν. Τας ηρωτήσαμεν πως ωνομάζετο η τοποθεσία η οποία εφαίνετο εκεί πλησίον και όπου μόνον καλύβια υπήρχον. Αλλά καμμίαν απάντησιν δεν ελάβομεν από αυτάς. Ήτο φανερόν ότι δεν εγνώριζον ελληνικά.