Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΑΧΩΒΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΑΧΩΒΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ

 


Ανάμεσα στα πολυάριθμα δημοσιογραφικά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στον ευρωπαϊκό Τύπο κατά τον Μεσοπόλεμο και είχαν ως αντικείμενο την Ελλάδα, ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ανταποκρίσεις που συνδύαζαν την ταξιδιωτική εμπειρία με την κοινωνική παρατήρηση. Δεν περιορίζονταν στην περιγραφή των αρχαιολογικών μνημείων ή των φυσικών τοπίων, αλλά επιχειρούσαν να προσεγγίσουν τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, τους ανθρώπους του, την καθημερινότητά τους και τις αντιθέσεις μιας χώρας που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική της κληρονομιά και στις προκλήσεις της νεότερης εποχής.
Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Populaire, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και κοινωνικές εφημερίδες της Γαλλίας κατά τον Μεσοπόλεμο. Συντάκτριά του είναι η Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Magdeleine Paz, η οποία ταξίδεψε στην Ελλάδα και κατέγραψε με ευαισθησία και διεισδυτική ματιά τις εντυπώσεις της από την περιήγησή της στους Δελφούς και στην Αράχωβα.
Η Paz δεν ακολουθεί την καθιερωμένη πορεία ενός απλού περιηγητή. Αντί να αρκεστεί στην εξύμνηση της αρχαίας Ελλάδας, αντιπαραβάλλει διαρκώς το ένδοξο παρελθόν με τη ζωντανή πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου. Οι Δελφοί παρουσιάζονται όχι μόνο ως ο «ομφαλός της γης» και το σπουδαιότερο μαντικό κέντρο της αρχαιότητας, αλλά και ως ένας τόπος που προκαλεί στον επισκέπτη σκέψεις γύρω από τη σχέση της εξουσίας, της θρησκείας και της ανθρώπινης ανάγκης για βεβαιότητα. Η συγγραφέας αποδομεί, σε ορισμένα σημεία, τη μυθοποιημένη εικόνα του δελφικού ιερού, ερμηνεύοντας τον ιστορικό του ρόλο μέσα από μια σύγχρονη, κοινωνική και πολιτική οπτική.
Η πραγματική, ωστόσο, πρωταγωνίστρια του άρθρου δεν είναι ούτε τα μνημεία ούτε οι αρχαιότητες. Είναι η νεαρή Αραχωβίτισσα Χρυσούλα, μια υφάντρα που γίνεται ο ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στην αρχαία παράδοση και στη σύγχρονη ελληνική ζωή. Μέσα από τη μορφή της αναδεικνύεται ο κόσμος της αραχωβίτικης υφαντικής, η εργατικότητα των γυναικών, η φτώχεια της ορεινής κοινωνίας, αλλά και η αξιοπρέπεια, η φιλοξενία και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η αφήγηση μετατρέπεται σταδιακά από ταξιδιωτική περιγραφή σε ανθρώπινη μαρτυρία, όπου η προσωπικότητα της Χρυσούλας επισκιάζει ακόμη και το μεγαλείο των Δελφών.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ένα ιρλανδικό βλέμμα στην Αράχωβα του 1856 και το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

 


Υπάρχουν ταξιδιωτικές μαρτυρίες που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής περιγραφής τόπων και ανθρώπων και μετατρέπονται, με το πέρασμα του χρόνου, σε πολύτιμες ψηφίδες της ιστορικής μνήμης. Μια τέτοια μαρτυρία δημοσιεύτηκε στην ιρλανδική εφημερίδα The Nation του Δουβλίνου, στις 25 Ιουλίου 1857, με τίτλο «Προσωπικές αναμνήσεις—Τρεις μήνες στην Ελλάδα», και υπογραφή του William Smith O’Brien. Το κείμενο αποτελεί το έβδομο κεφάλαιο των ταξιδιωτικών του αναμνήσεων που πραγματοποίησε την άνοιξη του 1856 μαζί με τον γιό του και καταγράφει ένα σημαντικό τμήμα της περιήγησής του στην Ελλάδα.
Ο O’Brien ξεκινά την αφήγησή του από τη Λιβαδειά και, ακολουθώντας τη διαδρομή προς την Αράχωβα και τους Δελφούς, επιλέγει να περάσει πρώτα από τη Χαιρώνεια. Η επίσκεψη στο ιστορικό πεδίο μάχης, το αρχαίο θέατρο και κυρίως τα κατάλοιπα του κολοσσιαίου Λέοντα της Χαιρώνειας προκαλούν στον Ιρλανδό περιηγητή έντονη συγκίνηση. Μπροστά στο μνημείο του Ιερού Λόχου των Θηβαίων αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει ποιητικά τα συναισθήματά του, συνδέοντας την αρχαία ελληνική ιστορία με τις ιδέες της ελευθερίας και της αυτοθυσίας.
Από τη Χαιρώνεια ο δρόμος τον οδηγεί προς τον Παρνασσό και την Αράχωβα. Η εικόνα του τοπίου αλλάζει καθώς το ταξίδι προχωρεί προς τα ορεινά. Ο περιηγητής παρατηρεί με ενδιαφέρον τις καλλιεργημένες πλαγιές και ιδιαίτερα τους αμπελώνες της Αράχωβας, επισημαίνοντας την επιμέλεια με την οποία οι κάτοικοι καλλιεργούν τα αμπέλια τους. Η παρατήρησή του αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται στην ομορφιά του τοπίου, αλλά μας μεταφέρει και μια εικόνα της παραγωγικής δραστηριότητας της περιοχής στα μέσα του 19ου αιώνα.
Η πραγματική όμως αποκάλυψη για τον O’Brien είναι η ίδια η Αράχωβα και οι άνθρωποί της. Φιλοξενούμενος για μία νύχτα στο σπίτι του Δημάρχου, περιδιαβαίνει το χωριό και φθάνει σε ένα μικρό πλάτωμα στον δρόμο προς τους Δελφούς. Εκεί βρίσκεται σε εξέλιξη το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου. Χίλιοι περίπου άνθρωποι, κάτοικοι της Αράχωβας και της γύρω περιοχής, έχουν συγκεντρωθεί για τη γιορτή, δημιουργώντας μπροστά στα μάτια του ένα θέαμα που χαρακτηρίζει ως ένα από τα πιο γραφικά και ενδιαφέροντα που έχει δει ποτέ.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η Αράχωβα του 1839 μέσα από έναν επίσημο ιατροστατιστικό πίνακα

 

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία της Αράχωβας στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους δημοσιεύεται στον «Ἑλληνικό Ταχυδρόμο» στις 12 Μαρτίου 1839», στο Παράρτημα 17. Πρόκειται για τον «Γενικό Ἰατροστατιστικό πίνακα τῶν Δήμων Βοιωτίας», ο οποίος συντάχθηκε από τον Διοικητικό Ιατρό Ν. Καλογερόπουλο.
Το δημοσίευμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή αναφορά στην Αράχωβα, αλλά μας προσφέρει μια μικρή, σχεδόν φωτογραφική, εικόνα της κωμόπολης εκείνης της εποχής. Ο Δήμος Αραχοβιτών καταγράφεται με τα γεωγραφικά του όρια, τη φυσική και υγιεινή του κατάσταση, τον πληθυσμό, τα προϊόντα, την καλλιέργεια της γης, αλλά και την υγειονομική και κοινωνική του οργάνωση.
Σύμφωνα με τον πίνακα, ο Δήμος Αραχοβιτών είχε 2.075 κατοίκους, ενώ η Αράχωβα χαρακτηρίζεται ως ορεινή και υγιεινή κωμόπολη στον Παρνασσό. Γίνεται ακόμη αναφορά στα αξιόλογα πηγαία νερά της, στους δυτικούς και βόρειους ανέμους που επικρατούσαν, καθώς και στα βασικά προϊόντα της περιοχής: το κρασί, το λάδι, το σιτάρι και το κριθάρι. Η καλλιέργεια εμφανίζεται ως αρκετά προοδευμένη, με ιδιαίτερη έμφαση στην αμπελοφυτεία.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

11. Φακές, Λαθούρια, Ρεβίθια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

      Ο Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του  Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε ανάψει τα καντήλια,  είχε προσευχηθεί γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον  οικισμό των καλυβιών  του Λιβαδιού της Αράχοβας).

      Κατευθύνθηκε ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο, πετρόχτιστο, στηθαίο του,  εξουθενωμένος και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη από γιδότριχα κάπα του. Τα  κουμπιά στην κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα, φανερώνοντας  το λούχωμα (απότομο ζέσταμα και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την  ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο, ακουμπισμένο στο πλάι,  ενώ πάνω του   είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική  σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά. 

           Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής  ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ανεμώρεια & Άμβροσσος

 


Του Στάθη Ασημάκη
(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

 Η τεκμηρίωση της θέσης της ομηρικής Ανεμώρειας που επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού. Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω βάσιμα, αφενός στο να την ταυτίσουμε με τη φωκική πόλη Αιολιδείς, την οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου του Απόλλωνα, και αφετέρου στο να την τοποθετήσουμε στη σημερινή θέση «Καστρούλι» Ζεμενού (στα μυκηναϊκά χρόνια) και στη διπλανή θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά χρόνια).
    Αυτό μας βοηθάει, επιπλέον, ώστε να λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος (Άμβρυσσος), η οποία δεν αναφερόταν στον κατάλογο νηών στην Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά εμφανίστηκε, πολύ αργότερα στις αρχαίες ιστορικές πηγές.
    Ειδικότερα, η πρώτη συγκεκριμένη αναφορά  για την ύπαρξη της Αμβρόσσου, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε, γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο στο βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18, της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου, στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί του Φιλίππου του Ε΄ της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και συγκεκριμένα καταγράφει:
    «[…] Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit. Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat […]», που σημαίνει:
   «[…] Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο Φλαμινίνος) τον Φανοτέα (Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…]».

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

Το καλοκαίρι του 1912 ο κ. Φάρκουχαρ και εγώ είχαμε εκδράμει μαζί με τα μέλη του ορειβατικού Σωματείου της Αμερικής «Sierra Club» στα ψηλά βουνά της Καλιφόρνιας, τα χιονισμένα Sierra Nevada. Από τη στιγμή που επάτησα στην Καλιφόρνια, μου έκαμε εντύπωση η ομοιότης της με την Ελληνική φύση. Άνθη, δένδρα, θάλασσα, ουρανός, βουνά όλα είχαν σημάδια Ελληνικά, και η μαγευτική των ομορφιά μου έφερε μια ακράτητη νοσταλγία να ξαναδώ την Ελλάδα και να πατήσω άλλη μια φορά τα δοξασμένα της βουνά. Ο κ. Φάρκουχαρ, τελειόφοιτος και αυτός του Harvard, έχει μεγαλώσει με τα παραμύθια του Ομήρου και με τα όνειρα του Ελληνικού νου.

Οι παραλληλισμοί μου των δυο χωρών του μετέδωκαν την ανυπομονησίαν μου για την Ελλάδα, και στην πευκοστεφανωμένη κοιλάδα του Kern απεφασίσαμε να περάσωμε λίγες εβδομάδες στα Ελληνικά βουνά. Από τους πέντε που είχαμε συμφωνήσει μόνον οι δυο μας κατορθώσαμε να πραγματοποιήσωμε τη συμφωνία μας. Όταν ήμουν στο Βερολίνο έγραψα του κ. Φάρκουχαρ να συναντηθούμε στη Νεάπολη το Μάρτη ή εις τας Πάτρας τας 10 του Απρίλη του 1914. Πραγματικώς στας 10 του Απρίλη ύστερα από μια ανοιξιάτικη Ελληνική Δύση βρεθήκαμε μαζί στο σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών εγώ ερχόμενος από την Αίγυπτο κ’ εκείνος από την Ιταλία. Έτσι μαζί είδαμε την Ολυμπία, την Αττική, ανεβήκαμε τον Παρνασσό, περάσαμε τη Φωκίδα και τη Βοιωτία με τα πόδια, ξαπλωθήκαμε στις πυκνές σκιές των πλατάνων των Τεμπών, και μαζί καθίσαμε στο συμπόσιο των Αθανάτων στη φωτοστέφανη κορυφή του Ολύμπου.

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Μια πληροφορία για τη Σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου

 



Του Στάθη Ασημάκη

 Αναφορικά με τη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, η παραδεδεγμένη άποψη είναι ότι αυτή ταυτίζεται με τη σπηλιά Μαύρη Τρούπα, που βρίσκεται στην περιοχή της Βελίτσας (Άνω Τιθορέας) και συγκεκριμένα στα μέσα ενός βράχου - Ισώματα - στο πετροβούνι Ανατολικό, κατά την αριστερή ακρορεματιά του Καχάλη ποταμού, μια ώρα με τα πόδια μακριά από το χωριό Βελίτσα1

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

10. ΛΑΜΠΡΗ!..... ΑΡΝΙΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΛΑ!

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

 Ο μεσόκοπος άντρας,  όρθωσε το κορμί του και βάζοντας το ένα χέρι  αντήλιο στο κούτελο και τ’ άλλο στη μέση του, παρατήρησε καχύποπτα τον ηλικιωμένο χωρικό που πλησίαζε  καβάλα αντρίτσα στο γάιδαρό του, από τη βορεινή πλευρά του οροπέδιου των Δερβενοχωριών, έχοντας κατεύθυνση προς τον ορεινό όγκο της Πάρνηθας. 

Η παρέα των  πέντε νέων ανδρών είχε οδηγηθεί απ’ τον ίδιο, σ΄ αυτά τα κλαδεμένα αμπέλια, επειδή αυτός  γνώριζε καλά την περιοχή, ώστε να μαζέψουν τ’ αποκάθαιρα κλήματα, χρήσιμα για το ψήσιμο των πασχαλιάτικων αρνιών τους.

Ο ….εποχούμενος στον γάιδαρο γέρος, φθάνοντας κοντά στην παρέα των περίεργων γι’ αυτόν  μουσαφιραίων, τους χαιρέτησε απορημένος:

-        Καλημέρα ορέ καλόπαιδα! τι χαμπάρια;  τις κληματσίδες που μαζεύετε τι τις θέλετε;

Ο Ζάχος- έτσι έλεγαν τον μεγαλύτερο της παρέας- τον πλησίασε και του είπε σοβαρά:

-        Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα! Μήπως κάνουμε λάθος που τις μαζεύουμε χωρίς άδεια; τον ρώτησε ξέροντας ότι για τους ντόπιους αυτές ήταν άχρηστες, ίσως επειδή δεν γνώριζαν την χρησιμότητά τους!

-        Κάθε άλλο, του απάντησε ο Χωρικός! Το αμπέλι είναι δικό μου, το κλάδεψα πριν από λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να  συγκεντρώσω τα ‘‘αποκάθερα’’  για να τα κάψω και να τώρα που εσείς με γλυτώσατε από την ταλαιπωρία, γι’ αυτό και σας έχω υποχρέωση! Όμως συνεχίζω να αναρωτιέμαι τι θα τις κάνετε τόσες πολλές κληματόβεργες  που συγκεντρώνετε;

-        Να, θα ψήσουμε μ’ αυτές τ΄ αρνιά της Λαμπρής! Του απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Ζάχος.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ένα μοναδικό κειμήλιο από τη Μάχη της Αράχωβας !

 


Το Πολεµικό Μουσείο αποσκοπεί στη διάπλαση ενός κοινού µε υψηλό υπόβαθρο της ιστορικής συνείδησης, διά του εξωραϊσµού του µε κειµήλια µοναδικά, µέσω των οποίων οι επισκέπτες οικειώνονται µε τα ιστορικά γεγονότα. Στον κειµηλιακό πλούτο του Μουσείου ανήκει ο «Κάβουρας»1, το καριοφίλι του Μοναχού Παφνούτιου Χαρίτου, συνοδευόµενο από την αυθεντική δωρητήρια επιστολή, αποτελώντας έτσι, µία ζωντανή µαρτυρία ότι η συµβολή του κλήρου στον Αγώνα υπήρξε καταλυτική. Πρόκειται για µία ιστορική σελίδα βρίθουσα µεγάλων γεγονότων, στην οποία περιγράφεται µετά πατριωτικής υπερηφάνειας µία των ενδοξοτάτων περιπετειών του αιµατηρού αγώνος της εθνικής µας Παλιγγενεσίας.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

1934: ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

 

Τὸ Πάσχα στὰ ἑλληνικά χωριά δὲν εἶναι μονάχα ἀτομική χαρά ἀλλά κι ὁμαδική. Οἱ ἄνθρωποι στὰ ὀρεινά μέρη μας συνεορτάζουν. Ἡ χαρά τοῦ ἑνός σπιτιοῦ εἶναι χαρά ὅλων τῶν σπιτιῶν. Κοινά τὰ γνωρίσματα τῆς πασχαλινῆς ἑορτῆς καὶ κοιναί αἱ συγκινήσεις, αἱ ἐντυπώσεις. Ἡ κοινότης ἐμφανίζεται αὐτή τὴ μέρα στὴν καλύτερη παράστασή της. Μιά τέτοια ζωηρή ὁμαδική πασχαλινή εὐμορφιά μποροῦμε νὰ δοῦμε ἐκδηλωτικότερη καὶ στὸ μεγάλο χωριό τοῦ Παρνασσοῦ, τὴν Ἀράχωβα Βοιωτίας. 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Μια Αμερικανίδα στο Λιβάδι Παρνασσού

 

Η Έντιθ Κράμερ (1916 - 2014) στο ατελιέ της. (Αυτοπροσωπογραφία) w.w.w.

Ήταν το 1963, εποχή μέσα Σεπτέμβρη μάλλον, όταν μια Αμερικανίδα ζωγράφος (αυστριακής καταγωγής), η Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer), ηλικίας 47 ετών τότε, έφθασε στην Αράχοβα, στον δρόμο της για τους Δελφούς.

Εδώ, θα έμεινε έκθαμβη από τις βραχώδεις υπώρειες του Παρνασσού που κρέμονται πάνω από το χωριό. Εξάλλου, μέσα από το σχολείο της και από τα προσωπικά της νεανικά  διαβάσματα, θα είχε μάθει, μάλλον, πολλά για το ιερό αυτό βουνό, για τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τις Νύμφες του, που τριγυρνούσαν εκεί σε τοπία ειδυλλιακά, γεμάτα μυστήριο και μαγεία.

Το καλλιτεχνικό της ένστικτο την ώθησε να κάνει μια στάση μεγαλύτερη απ’ τη συνηθισμένη. να βγάλει απ’ τις αποσκευές της τα ζωγραφικά της σύνεργα και να ανεβεί στον Παρνασσό. για να δει και να ανιχνεύσει τοπία, ώστε να αποτυπώσει εικαστικά κάτι συναρπαστικό που θα το είχε ως πολύτιμο αναμνηστικό, όταν θα επέστρεφε στη βάση της, στην Αμερική.  

Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, θα αναζήτησε πληροφορίες, για το πώς θα μπορούσε να ανεβεί στο βουνό, ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της. Το πιο πιθανό, θα ρώτησε για κάποιον έμπειρο οδηγό, για να την οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Και αυτός υπήρχε εκείνα τα χρόνια. και ήταν ή ο Νίκος Καραμέρης  - πασίγνωστος σε όλους τους Αθηναίους ορειβάτες εκείνης της εποχής - ή ο διάδοχός του Νίκος Γεωργακός.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

1931: Η πρώτη ομαδική χρησιμοποίησις των σκι στις χιονισμένες πλαγιές του Παρνασσού.

 


Ὁ Ε.Ο.Σ. καὶ τὰ χειμερινά σπόρ
Ἡ πρώτη ὁμαδική χρησιμοποίησις τῶν σκί στὶς χιονισμένες πλαγιές τοῦ Παρνασσοῦ. Μιά ἀνάβασις στὸν Γεροντόβραχο.

Αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό μου ἰδιαιτέρως  εὐτυχῆ, ἀλλά καὶ ὑπερήφανο, διότι εἶχα τὴν τύχη  νὰ λάβω μέρος καὶ νὰ παρακολουθήσω ἀπό κοντά τὴν πρώτη ἐπίσημη ἔξοδο μὲ σκί, ἡ ὁποία τόσο ἀθόρυβα ὀργανώθηκε καὶ ἔγινε ἀπό τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν τοῦ Ἑλλλην. Ὀρειβατικοῦ Συνδέσμου στὸν Παρνασσό ἀπό τὰς 21 - 25 Φεβρουαρίου 1931.
Στὴν ὁμάδα ἐκείνη, στὴν ὁποία καθώς εἶπα ἔλαβα μέρος καὶ γώ, ἔλαχε ὁ κλῆρος νὰ ἐμφανίσῃ γιά πρώτη φορά  ἔτσι ὁμαδικά ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα τὰ παράδοξα αὐτά «ξύλα» πού λέγονται σκί. Ἤτανε τόσο φυσική ἡ περιέργεια τοῦ κοινοῦ  ποὺ συνωστιζότανε γύρω μας  παντοῦ, ὅπου μᾶς ἔβλεπαν, στὸ δρόμο, στὸ σιδηρόδρομο, στὸ πλοῖο, πού δὲν μᾶς ἔκανε καὶ τόση ἐντύπωση, ὅταν ἀκούγαμε νὰ λένε μεταξύ τους:
-Τὰ βλέπεις αὐτά  εἶναι μηχανήματα πού παραμερίζουνε τὸ χιόνι, για νὰ διαβαίνουν !  
Ἄλλος πάλι  ἔλεγε ὅτι θὰ τὰ μεταχειριστοῦμε σάν ξυλοπόδαρα - βλέπετε συνέπεσε  νὰ ἦταν Ἀποκριές!  Στὸν Πειραιᾶ οἱ μάγκες μᾶς εἶπαν πώς πᾶμε στὸ Βόρειο Πόλο γιά τὸν Νόμπιλε καὶ στὴν Ἀράχωβα μᾶς πέρασαν γιά τιναχτάδες μπαμπακιῶν, τέλος ὅλα αὐτά δίναν εὔθυμα θέματα στὴν καλόκαρδη συντροφιά μας σ’ ὅλο τὸ χρονικό διάστημα τῆς τετραήμερης παραμονῆς μας ἀπάνω στὸν χιονισμένο  Παρνασσό.
Ὁ  Ε.Ο.Σ. ἀπό καιρό εἶχε  φροντίσει κι ἔφερε γιά  λογαριασμό τῶν Τμημάτων του ἀρκετά  ζεύγη σκί, μὰ ὅμως χάρις στὸ ὅ,τι φέτος δὲν εἴχαμε ἀρκετά χιόνια, για νὰ γίνουν οἱ σχετικές  ἀσκήσεις ἐδῶ στὴν Ἀττική, ἀπεφάσισε  τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν νὰ πάῃ σὲ ψηλότερα βουνά νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἔτσι χωρίς ἐξαιρετικές ἑτοιμασίες καὶ ἀχρείαστο  θόρυβο ὁρίσθηκε ν’ ἀναχωρήσῃ ἡ ὁμάς αὐτή τῶν skieurs τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου 21/2/31.
Μολονότι ἡ μέρα ἐκείνη ἦτο βροχερή καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ χειροτερεύῃ πρὸς τὸ βράδυ ἀκόμη περισσότερο, ὡστόσο κανένας ἀπό κείνους ποὺ δήλωσαν,  δὲν ἔλειψε ἀπό τὸν τόπο πού εἶχε ὁρισθῇ γιά συγκέντρωση. Μὲ τὸ πλοῖο «Δωρίς» ἐφύγαμε στὶς 9 τὸ βράδυ γιά τὴν Ἰτέα. Κατά κακή τύχη ἡ κακοκαιρία  αὐτή ἐπικρατοῦσε  καὶ στὴ θάλασσα κι ἔτσι  ταξιδεύαμε  ἀρκετές ὧρες ἀπό τὸν Πειραιᾶ ὡς τὸν Ἰσθμό - μέσα σὲ μιά τρικυμία πρωτοφανοῦς ἐντάσεως πού κοντύνεψε νὰ πνίξῃ τὸ πλεούμενό μας. Ὡστόσο τὰ ξημερώματα φτάσαμε στὴν Ἰτέα κι ἀπό κεῖ μὲ αὐτοκίνητα φτάσαμε ὕστερα ἀπό δυό ὧρες στὴν Ἀράχωβα.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

9. Μεγάλο Σαραντάημερο! Κουκιά ξερά! Κουκιά χλωρά!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

Προσοχή! Τα κουκιά ΔΕΝ είναι για όλους! Κάποιοι άνθρωποι στους οποίους λείπει ένα συγκεκριμένο ένζυμο, μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα δηλητηρίασης!

Κουκιά Ξερά!

Παππούλη να σου βράσω λίγα κουκιά για να πιείς το κρασάκι σου; Ρώτησε το εντεκάχρονο αγόρι, σχεδόν παρακαλετά, εκφράζοντας έτσι την αγάπη του στον γέρο. Εκείνος βυθισμένος στις σκέψεις του, είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του λίγο κάτω από τη γωνία του κεντημένου με το βελονάκι τζακόπανου και πάταγε τα πόδια του  στο παράσταθο (εξωτερικό μέρος της παραστιάς), πυρώνοντας το γέρικο κορμί του μπρος από τον μισοσβησμένο σταχτολόγο του αρχαίου τζακιού.

Το παλικαράκι γνώριζε την αδυναμία του παππού του  στα ξερά κουκιά και  φρόντιζε, όταν έβρισκε  ευκαιρία,  να την εκμεταλλευτεί για να του εκφράσει την δική του λατρεία προς αυτόν, αλλά και επειδή  το ίδιο είχε μυηθεί σε αυτές τις φτωχικές γεύσεις τούτων δω των ταπεινών φαγητών, οι οποίες όμως  παραδόξως του άρεσαν πάρα πολύ.  Ήταν βέβαιος ότι με αυτόν τον τρόπο θα έβγαινε διπλά ωφελημένος! και τον παππού του θα ευχαριστούσε αλλά και ο ίδιος θα του έκανε παρέα, τρώγοντας κουκιά και ακούγοντας διηγήσεις για πραγματικά γεγονότα, αλλά και μυθικές αντίστοιχες   ιστορίες, οι οποίες πάντα κάτι ήθελαν να του διδάξουν! 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

8. Μπουμπόλια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

             Ποτέ δεν έμαθαν την λειτουργία του. Ούτε  κατάφεραν να συνειδητοποιήσουν γιατί το κράταγαν τόσα χρόνια, αφού σε τίποτα δεν τους χρησίμευε.  Ίσως  δεν το πέταξαν επειδή παρόλο που είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που το απόκτησαν, τους σαγήνευε το χρώμα του το οποίο παρέμενε άφθαρτο και γυαλιστερό. Αυτό το  ‘’μηχάνημα’’, όπως το αποκαλούσαν, ήταν κατασκευασμένο από μέταλλο που δεν σκούριαζε! Ένας ακόμα λόγος που γλύτωσε ήταν οι μνήμες που κουβάλαγε από την εποχή που ήταν αρκετά νεότεροι, τότε που δεν τους πέρναγε από το μυαλό ακόμα η ιδέα ότι μπορεί και να γεράσουν.

Αποτελείτο από δύο ‘’σίδερα’’ κάθετα μεταξύ τους. Το οριζόντιο ακουμπούσε κατά το μήκος του  στο έδαφος, έχοντας φάρδος δέκα πόντους και μάκρος ένα μέτρο. Το κάθετο είχε το ίδιο πλάτος αλλά στο μισό  μέγεθος. Αυτό κατέληγε σε στρογγυλή χειρολαβή στην απάνω μεριά,  στην οποία ήταν προσαρμοσμένο  ένα επιπλέον ξεχωριστό κομμάτι, που συνδεόταν με συρματόσχοινο με τη βάση της κατασκευής, ίδιο με το  χειρόφρενο  ενός σύγχρονου …. σκούτερ. Στην ένωση των δύο κομματιών  ένα διπλό γρανάζι γινόταν οδηγός μιας ντίζας η οποία ήταν τυλιγμένη σε μορφή ελικοειδούς σπείρας. Το οριζόντιο μέταλλο έμενε σταθερό στο έδαφος, ενώ αντίθετα το κάθετο μετακινείτο παλινδρομικά μπρος πίσω, με τον χαρακτηριστικό ήχο κρακ-κρακ-κρακ,  αναγκάζοντας το γρανάζι να μαζεύει την ντίζα. Όταν όμως το φρένο από την χειρολαβή την ελευθέρωνε, ακουγόταν ένας εκκωφαντικός μεταλλικός θόρυβος…. Γκάααπ!  και το ‘’μηχάνημα’’ επανερχόταν στην αρχική του αδράνεια, χωρίς όμως να έχει παραχθεί απολύτως κανένα χειροπιαστό έργο!!!! Το μόνο που έμενε στον όποιο παρατηρητή, από αυτό το εργαλείο ήταν η εντύπωση που προκαλούσε με την περίεργη εμφάνισή του και με τον τελικό θόρυβο που δημιουργούσε. Αυτό λοιπόν το παράξενο αντικείμενο ήταν ….λάφυρο πολέμου! και βρισκόταν σταλιασμένο εκεί σε μια γωνία του μαραγκούδικου σχεδόν είκοσι χρόνια.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

7. Αρνί … χωτό! Σαλάτα με ψητά, κρεμμύδια, πατάτες και ελιές !

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

              Αφού πέρασαν  το εκκλησάκι της Παλιοπαναγιάς, στα δυτικά του Λιβαδιού της Αράχοβας, στη στροφή   από το μπουτσνάρ’  της Παλιοβούνας , κάτω ακριβώς από το Σαρανταύλι (Κωρύκειο Άντρο), μπήκαν στην Αραχοβίτικη περιοχή και η  ψυχή τους στάθηκε στον τόπο της. Βρέθηκαν στην … επικράτεια του Χωριού τους κι έτσι ακυρώθηκαν οι πιθανότητες να τους ‘’πιάσουν στα…πράσα’’ και να εκτεθούν, βρισκόμενοι στη δύσκολη θέση να δώσουν εξηγήσεις.

Είχαν ξεκινήσει το πρωί της Κυριακής, αχάραγα ακόμα, να ‘’πάρουν’’ έναν έλατο, στο Κρόκι  Δελφών. Σεπτέμβριος ήταν και ή υλοτομία επιτρεπόταν, αλλά εκείνη τη χρονιά τα ξερά έλατα στην περιοχή της Αράχοβας ήταν λίγα, αντίθετα στην αντίστοιχη των Δελφών περίσσευαν. Η ανάγκη δημιουργεί θράσος και το θράσος σπρώχνει σε αποφάσεις ακόμα και παράνομες, ή έστω  οριακά …ηθικές!

               Ο Βλαχογιώργης λοιπόν, κάτοικος Αράχοβας, πήρε τον δεκαπεντάχρονο γιό του για παρέα και ‘’εισέβαλε’’, εποχούμενος στο τρακτέρ του το οποίο έσερνε την άδεια πλατφόρμα του, στην Δελφιώτικη   περιοχή του Δρυμού, έχοντας σημαδέψει εκεί ένα κατάξερο …αστραφτερό έλατο, ικανό να τροφοδοτήσει την θαλπωρή της στόφας μιας οικογένειας, για όλο τον χειμώνα.

Η ……… ‘‘επιχείρηση’’ σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε Κυριακή πρωί με σκοπό να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα που θα τους δημιουργούσαν προβλήματα με το δασαρχείο ή με τους νόμιμους, ντόπιους Δελφιώτες ιδιοκτήτες! 

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

6. Τράγος κοκκινιστός με χοντρά μακαρόνια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

                   Το δεκαπεντάχρονο παιδί που βοηθούσε τον θειό του στις δουλειές του εστιατορίου, μόλις είχε τελειώσει αυτές που του αναλογούσαν  στη σάλα του μαγαζιού, μετά το μεσημεριανό σερβίρισμα των πελατών. Είχε μαζέψει και μεταφέρει στην κουζίνα, πιάτα,  μαχαιροπίρουνα και ποτήρια. Είχε σκουπίσει τον χώρο και τακτοποιήσει τις καρέκλες στις θέσεις τους. Πλέον όρθιος, ακουμπισμένος με τον ώμο στον παραστάτη της οξώπορτας, έχοντας  διπλωμένη την ριγέ ποδιά  μπροστά του, στο μισό της προς τα πάνω  και με περασμένο το ένα του  χέρι  από κάτω της, χωμένο στην τσέπη του παντελονιού του, σφύριζε ξένοιαστα, παρατηρώντας τα παιδιά που έπαιζαν φωνάζοντας, διασκορπισμένα στην πλατεία μπροστά του.

Ξαφνικά, λες και κάτι τον τσίμπησε, όρθωσε το κορμί, έβγαλε το χέρι του από την τσέπη του παντελονιού και συγκέντρωσε την προσοχή του στους δυό άντρες που έρχονταν προς τη  μεριά του. Αφού βεβαιώθηκε ότι αυτοί πράγματι κατευθύνονταν προς την ταβέρνα, έστρεψε το κεφάλι του προς το εσωτερικό της, όπου βρισκόταν ραχατεύοντας ο ιδιοκτήτης συγγενής του, αναγγέλλοντάς του με συνωμοτική χαμηλή φωνή, γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και απορία ταυτόχρονα:

‘’Μπάρμπα! ’κείν’οι οι δυό ματάρχουντ’!’’

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

5. ΓΑΡΔΟΥΜΠΕΣ - ΣΟΥΒΛΙΜΑΔΕΣ ….ΞΩΛΑΜΠΡΑ!

 

           Tου Στέργιου Μπακολουκά

Το σουβλιστό αρνί της Λαμπρής  είναι κατά κυριολεξία ο βασιλιάς του Πασχαλινού τραπεζιού. Αν και έχει κοπιαστική προπαρασκευή,  δυσκολίες στη συναρμολόγηση για το ψήσιμο και απαρέγκλιτη τελετουργική διαδικασία κατά τη διάρκεια, εν τέλει απολαμβάνεται από όλους χωρίς εξαίρεση, δικούς και μουσαφιραίους,  όσοι δηλαδή θα καθίσουν γύρω από το μεσημεριανό Πασχαλινό τραπέζι.   

Όμως στα ίδια, σχεδόν, γιορτινά χρονικά περιθώρια, ένα άλλο έδεσμα, με σκοτεινή εμφάνιση, περίεργο όνομα και εκμαυλιστική μυρουδιά, διεκδικεί πρωτεύουσα  διατροφική απόλαυση, από όσους το γνωρίζουν και είναι πρόθυμοι να υποκύψουν στο κάλεσμα και τα θέλγητρά του.

           Οι σουβλιμάδες είναι ο κρυφός ανείπωτος προσμονικός  πειρασμός των κατοίκων της Αράχοβας και των γύρω Χωριών, όταν αυτοί μαγειρεύονται κοκκινιστοί για το βραδινό τραπέζι της Ανάστασης, ή με χόρτα και μυρουδ’κά στις επόμενες επίσημες  μέρες της σχόλης, ως επιμύθιο της μεγάλης γιορτής που πέρασε.

Παράξενο,  δύσκολο  και απαιτητικό πιάτο, κρύβει μέσα του δεξιοτεχνία, μυστικά και κόπο, αλλά και γεύσεις   συμπυκνωμένες  στο  τελικό αποτέλεσμα, οι οποίες δημιουργούν προσδοκίες …… λάγνων γαστριμαργικών απολαύσεων!