Του Στέργιου Μπακολουκά
1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Συνθηκολόγηση
‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’
Του Στέργιου Μπακολουκά
1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Συνθηκολόγηση
‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’
Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914
Στο παρακάτω
κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει
ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη
μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της
Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη
για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.
Ο συγγραφέας μας
εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού
και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι
Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά
τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.
Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.
ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ
Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ
ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.
Ο
Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε
ανάψει τα καντήλια, είχε προσευχηθεί
γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα
αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα
αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον οικισμό των καλυβιών του Λιβαδιού της Αράχοβας).
Κατευθύνθηκε
ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο,
πετρόχτιστο, στηθαίο του, εξουθενωμένος
και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη
από γιδότριχα κάπα του. Τα κουμπιά στην
κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή
χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα,
φανερώνοντας το λούχωμα (απότομο ζέσταμα
και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό
βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην
λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο,
ακουμπισμένο στο πλάι, ενώ πάνω του είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά
να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά
του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει
το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά.
Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!
ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ
(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ,
ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)
Το καλοκαίρι του 1912
ο κ. Φάρκουχαρ και εγώ είχαμε εκδράμει μαζί με τα μέλη του ορειβατικού
Σωματείου της Αμερικής «Sierra Club» στα ψηλά βουνά της Καλιφόρνιας, τα
χιονισμένα Sierra Nevada. Από τη στιγμή που επάτησα στην Καλιφόρνια, μου έκαμε
εντύπωση η ομοιότης της με την Ελληνική φύση. Άνθη, δένδρα, θάλασσα, ουρανός,
βουνά όλα είχαν σημάδια Ελληνικά, και η μαγευτική των ομορφιά μου έφερε μια
ακράτητη νοσταλγία να ξαναδώ την Ελλάδα και να πατήσω άλλη μια φορά τα
δοξασμένα της βουνά. Ο κ. Φάρκουχαρ, τελειόφοιτος και αυτός του Harvard, έχει μεγαλώσει με τα παραμύθια του
Ομήρου και με τα όνειρα του Ελληνικού νου.
Οι παραλληλισμοί μου των δυο χωρών του μετέδωκαν την ανυπομονησίαν μου για την Ελλάδα, και στην πευκοστεφανωμένη κοιλάδα του Kern απεφασίσαμε να περάσωμε λίγες εβδομάδες στα Ελληνικά βουνά. Από τους πέντε που είχαμε συμφωνήσει μόνον οι δυο μας κατορθώσαμε να πραγματοποιήσωμε τη συμφωνία μας. Όταν ήμουν στο Βερολίνο έγραψα του κ. Φάρκουχαρ να συναντηθούμε στη Νεάπολη το Μάρτη ή εις τας Πάτρας τας 10 του Απρίλη του 1914. Πραγματικώς στας 10 του Απρίλη ύστερα από μια ανοιξιάτικη Ελληνική Δύση βρεθήκαμε μαζί στο σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών εγώ ερχόμενος από την Αίγυπτο κ’ εκείνος από την Ιταλία. Έτσι μαζί είδαμε την Ολυμπία, την Αττική, ανεβήκαμε τον Παρνασσό, περάσαμε τη Φωκίδα και τη Βοιωτία με τα πόδια, ξαπλωθήκαμε στις πυκνές σκιές των πλατάνων των Τεμπών, και μαζί καθίσαμε στο συμπόσιο των Αθανάτων στη φωτοστέφανη κορυφή του Ολύμπου.
Του Στέργιου Μπακολουκά
Ο μεσόκοπος άντρας, όρθωσε το κορμί του και βάζοντας το ένα
χέρι αντήλιο στο κούτελο και τ’ άλλο στη
μέση του, παρατήρησε καχύποπτα τον ηλικιωμένο χωρικό που πλησίαζε καβάλα αντρίτσα στο γάιδαρό του, από τη
βορεινή πλευρά του οροπέδιου των Δερβενοχωριών, έχοντας κατεύθυνση προς τον
ορεινό όγκο της Πάρνηθας.
Η
παρέα των πέντε νέων ανδρών είχε
οδηγηθεί απ’ τον ίδιο, σ΄ αυτά τα κλαδεμένα αμπέλια, επειδή αυτός γνώριζε καλά την περιοχή, ώστε να μαζέψουν τ’
αποκάθαιρα κλήματα, χρήσιμα για το ψήσιμο των πασχαλιάτικων αρνιών τους.
Ο
….εποχούμενος στον γάιδαρο γέρος, φθάνοντας κοντά στην παρέα των περίεργων γι’
αυτόν μουσαφιραίων, τους χαιρέτησε
απορημένος:
-
Καλημέρα ορέ καλόπαιδα! τι χαμπάρια; τις κληματσίδες που μαζεύετε τι τις θέλετε;
Ο
Ζάχος- έτσι έλεγαν τον μεγαλύτερο της παρέας- τον πλησίασε και του είπε σοβαρά:
-
Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα! Μήπως
κάνουμε λάθος που τις μαζεύουμε χωρίς άδεια; τον ρώτησε ξέροντας ότι για τους
ντόπιους αυτές ήταν άχρηστες, ίσως επειδή δεν γνώριζαν την χρησιμότητά τους!
-
Κάθε άλλο, του απάντησε ο Χωρικός! Το
αμπέλι είναι δικό μου, το κλάδεψα πριν από λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να συγκεντρώσω τα ‘‘αποκάθερα’’ για να τα κάψω και να τώρα που εσείς με
γλυτώσατε από την ταλαιπωρία, γι’ αυτό και σας έχω υποχρέωση! Όμως συνεχίζω να αναρωτιέμαι
τι θα τις κάνετε τόσες πολλές κληματόβεργες που συγκεντρώνετε;
- Να, θα ψήσουμε μ’ αυτές τ΄ αρνιά της Λαμπρής! Του απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Ζάχος.
Το Πολεµικό Μουσείο αποσκοπεί στη διάπλαση ενός κοινού µε υψηλό υπόβαθρο της ιστορικής συνείδησης, διά του εξωραϊσµού του µε κειµήλια µοναδικά, µέσω των οποίων οι επισκέπτες οικειώνονται µε τα ιστορικά γεγονότα. Στον κειµηλιακό πλούτο του Μουσείου ανήκει ο «Κάβουρας»1, το καριοφίλι του Μοναχού Παφνούτιου Χαρίτου, συνοδευόµενο από την αυθεντική δωρητήρια επιστολή, αποτελώντας έτσι, µία ζωντανή µαρτυρία ότι η συµβολή του κλήρου στον Αγώνα υπήρξε καταλυτική. Πρόκειται για µία ιστορική σελίδα βρίθουσα µεγάλων γεγονότων, στην οποία περιγράφεται µετά πατριωτικής υπερηφάνειας µία των ενδοξοτάτων περιπετειών του αιµατηρού αγώνος της εθνικής µας Παλιγγενεσίας.
Τὸ Πάσχα στὰ ἑλληνικά χωριά δὲν εἶναι μονάχα ἀτομική χαρά ἀλλά κι ὁμαδική. Οἱ ἄνθρωποι στὰ ὀρεινά μέρη μας συνεορτάζουν. Ἡ χαρά τοῦ ἑνός σπιτιοῦ εἶναι χαρά ὅλων τῶν σπιτιῶν. Κοινά τὰ γνωρίσματα τῆς πασχαλινῆς ἑορτῆς καὶ κοιναί αἱ συγκινήσεις, αἱ ἐντυπώσεις. Ἡ κοινότης ἐμφανίζεται αὐτή τὴ μέρα στὴν καλύτερη παράστασή της. Μιά τέτοια ζωηρή ὁμαδική πασχαλινή εὐμορφιά μποροῦμε νὰ δοῦμε ἐκδηλωτικότερη καὶ στὸ μεγάλο χωριό τοῦ Παρνασσοῦ, τὴν Ἀράχωβα Βοιωτίας.
![]() |
| Η Έντιθ Κράμερ (1916 - 2014) στο ατελιέ της. (Αυτοπροσωπογραφία) w.w.w. |
Ήταν το 1963, εποχή μέσα
Σεπτέμβρη μάλλον, όταν μια Αμερικανίδα ζωγράφος (αυστριακής καταγωγής), η Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer),
ηλικίας 47 ετών τότε, έφθασε στην Αράχοβα, στον δρόμο της για τους Δελφούς.
Εδώ,
θα έμεινε έκθαμβη από τις βραχώδεις υπώρειες του Παρνασσού που κρέμονται πάνω
από το χωριό. Εξάλλου, μέσα από το σχολείο της και από τα προσωπικά της νεανικά
διαβάσματα, θα είχε μάθει, μάλλον, πολλά
για το ιερό αυτό βουνό, για τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τις Νύμφες του, που
τριγυρνούσαν εκεί σε τοπία ειδυλλιακά, γεμάτα μυστήριο και μαγεία.
Το
καλλιτεχνικό της ένστικτο την ώθησε να κάνει μια στάση μεγαλύτερη απ’ τη
συνηθισμένη. να βγάλει απ’ τις αποσκευές της τα ζωγραφικά της
σύνεργα και να ανεβεί στον Παρνασσό. για να δει και να
ανιχνεύσει τοπία, ώστε να αποτυπώσει εικαστικά κάτι συναρπαστικό που θα το είχε
ως πολύτιμο αναμνηστικό, όταν θα επέστρεφε στη βάση της, στην Αμερική.
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, θα αναζήτησε πληροφορίες, για το πώς θα μπορούσε να ανεβεί στο βουνό, ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της. Το πιο πιθανό, θα ρώτησε για κάποιον έμπειρο οδηγό, για να την οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Και αυτός υπήρχε εκείνα τα χρόνια. και ήταν ή ο Νίκος Καραμέρης - πασίγνωστος σε όλους τους Αθηναίους ορειβάτες εκείνης της εποχής - ή ο διάδοχός του Νίκος Γεωργακός.
Του Στέργιου Μπακολουκά
Προσοχή! Τα κουκιά ΔΕΝ
είναι για όλους! Κάποιοι άνθρωποι στους οποίους λείπει ένα συγκεκριμένο ένζυμο,
μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα δηλητηρίασης!
Κουκιά Ξερά!
Παππούλη να σου βράσω λίγα κουκιά για
να πιείς το κρασάκι σου; Ρώτησε το εντεκάχρονο αγόρι, σχεδόν παρακαλετά,
εκφράζοντας έτσι την αγάπη του στον γέρο. Εκείνος βυθισμένος στις σκέψεις του, είχε
ακουμπισμένο το κεφάλι του λίγο κάτω από τη γωνία του κεντημένου με το βελονάκι
τζακόπανου και πάταγε τα πόδια του στο
παράσταθο (εξωτερικό μέρος της παραστιάς), πυρώνοντας το γέρικο κορμί του μπρος
από τον μισοσβησμένο σταχτολόγο του αρχαίου τζακιού.
Το παλικαράκι γνώριζε την αδυναμία του παππού του στα ξερά κουκιά και φρόντιζε, όταν έβρισκε ευκαιρία, να την εκμεταλλευτεί για να του εκφράσει την δική του λατρεία προς αυτόν, αλλά και επειδή το ίδιο είχε μυηθεί σε αυτές τις φτωχικές γεύσεις τούτων δω των ταπεινών φαγητών, οι οποίες όμως παραδόξως του άρεσαν πάρα πολύ. Ήταν βέβαιος ότι με αυτόν τον τρόπο θα έβγαινε διπλά ωφελημένος! και τον παππού του θα ευχαριστούσε αλλά και ο ίδιος θα του έκανε παρέα, τρώγοντας κουκιά και ακούγοντας διηγήσεις για πραγματικά γεγονότα, αλλά και μυθικές αντίστοιχες ιστορίες, οι οποίες πάντα κάτι ήθελαν να του διδάξουν!
Ποτέ δεν έμαθαν την λειτουργία του.
Ούτε κατάφεραν να συνειδητοποιήσουν
γιατί το κράταγαν τόσα χρόνια, αφού σε τίποτα δεν τους χρησίμευε. Ίσως
δεν το πέταξαν επειδή παρόλο που είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που
το απόκτησαν, τους σαγήνευε το χρώμα του το οποίο παρέμενε άφθαρτο και
γυαλιστερό. Αυτό το ‘’μηχάνημα’’, όπως
το αποκαλούσαν, ήταν κατασκευασμένο από μέταλλο που δεν σκούριαζε! Ένας ακόμα
λόγος που γλύτωσε ήταν οι μνήμες που κουβάλαγε από την εποχή που ήταν αρκετά
νεότεροι, τότε που δεν τους πέρναγε από το μυαλό ακόμα η ιδέα ότι μπορεί και να
γεράσουν.
Αποτελείτο από δύο ‘’σίδερα’’ κάθετα μεταξύ τους. Το οριζόντιο ακουμπούσε κατά το μήκος του στο έδαφος, έχοντας φάρδος δέκα πόντους και μάκρος ένα μέτρο. Το κάθετο είχε το ίδιο πλάτος αλλά στο μισό μέγεθος. Αυτό κατέληγε σε στρογγυλή χειρολαβή στην απάνω μεριά, στην οποία ήταν προσαρμοσμένο ένα επιπλέον ξεχωριστό κομμάτι, που συνδεόταν με συρματόσχοινο με τη βάση της κατασκευής, ίδιο με το χειρόφρενο ενός σύγχρονου …. σκούτερ. Στην ένωση των δύο κομματιών ένα διπλό γρανάζι γινόταν οδηγός μιας ντίζας η οποία ήταν τυλιγμένη σε μορφή ελικοειδούς σπείρας. Το οριζόντιο μέταλλο έμενε σταθερό στο έδαφος, ενώ αντίθετα το κάθετο μετακινείτο παλινδρομικά μπρος πίσω, με τον χαρακτηριστικό ήχο κρακ-κρακ-κρακ, αναγκάζοντας το γρανάζι να μαζεύει την ντίζα. Όταν όμως το φρένο από την χειρολαβή την ελευθέρωνε, ακουγόταν ένας εκκωφαντικός μεταλλικός θόρυβος…. Γκάααπ! και το ‘’μηχάνημα’’ επανερχόταν στην αρχική του αδράνεια, χωρίς όμως να έχει παραχθεί απολύτως κανένα χειροπιαστό έργο!!!! Το μόνο που έμενε στον όποιο παρατηρητή, από αυτό το εργαλείο ήταν η εντύπωση που προκαλούσε με την περίεργη εμφάνισή του και με τον τελικό θόρυβο που δημιουργούσε. Αυτό λοιπόν το παράξενο αντικείμενο ήταν ….λάφυρο πολέμου! και βρισκόταν σταλιασμένο εκεί σε μια γωνία του μαραγκούδικου σχεδόν είκοσι χρόνια.
Αφού
πέρασαν το εκκλησάκι της Παλιοπαναγιάς,
στα δυτικά του Λιβαδιού της Αράχοβας, στη στροφή από το μπουτσνάρ’ της Παλιοβούνας , κάτω ακριβώς από το
Σαρανταύλι (Κωρύκειο Άντρο), μπήκαν στην Αραχοβίτικη περιοχή και η ψυχή τους στάθηκε στον τόπο της. Βρέθηκαν
στην … επικράτεια του Χωριού τους κι έτσι ακυρώθηκαν οι πιθανότητες να τους
‘’πιάσουν στα…πράσα’’ και να εκτεθούν, βρισκόμενοι στη δύσκολη θέση να δώσουν
εξηγήσεις.
Είχαν ξεκινήσει το πρωί της Κυριακής,
αχάραγα ακόμα, να ‘’πάρουν’’ έναν έλατο, στο Κρόκι Δελφών. Σεπτέμβριος ήταν και ή υλοτομία
επιτρεπόταν, αλλά εκείνη τη χρονιά τα ξερά έλατα στην περιοχή της Αράχοβας ήταν
λίγα, αντίθετα στην αντίστοιχη των Δελφών περίσσευαν. Η ανάγκη δημιουργεί
θράσος και το θράσος σπρώχνει σε αποφάσεις ακόμα και παράνομες, ή έστω οριακά …ηθικές!
Ο Βλαχογιώργης λοιπόν, κάτοικος
Αράχοβας, πήρε τον δεκαπεντάχρονο γιό του για παρέα και ‘’εισέβαλε’’,
εποχούμενος στο τρακτέρ του το οποίο έσερνε την άδεια πλατφόρμα του, στην
Δελφιώτικη περιοχή του Δρυμού, έχοντας σημαδέψει
εκεί ένα κατάξερο …αστραφτερό έλατο, ικανό να τροφοδοτήσει την θαλπωρή της στόφας
μιας οικογένειας, για όλο τον χειμώνα.
Η ……… ‘‘επιχείρηση’’ σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε Κυριακή πρωί με σκοπό να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα που θα τους δημιουργούσαν προβλήματα με το δασαρχείο ή με τους νόμιμους, ντόπιους Δελφιώτες ιδιοκτήτες!
Το δεκαπεντάχρονο παιδί που βοηθούσε τον
θειό του στις δουλειές του εστιατορίου, μόλις είχε τελειώσει αυτές που του
αναλογούσαν στη σάλα του μαγαζιού, μετά
το μεσημεριανό σερβίρισμα των πελατών. Είχε μαζέψει και μεταφέρει στην κουζίνα,
πιάτα, μαχαιροπίρουνα και ποτήρια. Είχε
σκουπίσει τον χώρο και τακτοποιήσει τις καρέκλες στις θέσεις τους. Πλέον όρθιος,
ακουμπισμένος με τον ώμο στον παραστάτη της οξώπορτας, έχοντας διπλωμένη την ριγέ ποδιά μπροστά του, στο μισό της προς τα πάνω και με περασμένο το ένα του χέρι
από κάτω της, χωμένο στην τσέπη του παντελονιού του, σφύριζε ξένοιαστα, παρατηρώντας
τα παιδιά που έπαιζαν φωνάζοντας, διασκορπισμένα στην πλατεία μπροστά του.
Ξαφνικά, λες και κάτι τον τσίμπησε,
όρθωσε το κορμί, έβγαλε το χέρι του από την τσέπη του παντελονιού και
συγκέντρωσε την προσοχή του στους δυό άντρες που έρχονταν προς τη μεριά του. Αφού βεβαιώθηκε ότι αυτοί πράγματι
κατευθύνονταν προς την ταβέρνα, έστρεψε το κεφάλι του προς το εσωτερικό της,
όπου βρισκόταν ραχατεύοντας ο ιδιοκτήτης συγγενής του, αναγγέλλοντάς του με
συνωμοτική χαμηλή φωνή, γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και απορία ταυτόχρονα:
‘’Μπάρμπα! ’κείν’οι οι δυό ματάρχουντ’!’’
Tου Στέργιου Μπακολουκά
Το σουβλιστό αρνί της Λαμπρής
είναι κατά κυριολεξία ο βασιλιάς του Πασχαλινού τραπεζιού. Αν και έχει
κοπιαστική προπαρασκευή, δυσκολίες στη
συναρμολόγηση για το ψήσιμο και απαρέγκλιτη τελετουργική διαδικασία κατά τη
διάρκεια, εν τέλει απολαμβάνεται από όλους χωρίς εξαίρεση, δικούς και
μουσαφιραίους, όσοι δηλαδή θα καθίσουν
γύρω από το μεσημεριανό Πασχαλινό τραπέζι.
Όμως στα ίδια, σχεδόν, γιορτινά χρονικά
περιθώρια, ένα άλλο έδεσμα, με σκοτεινή εμφάνιση, περίεργο όνομα και
εκμαυλιστική μυρουδιά, διεκδικεί πρωτεύουσα
διατροφική απόλαυση, από όσους το γνωρίζουν και είναι πρόθυμοι να υποκύψουν
στο κάλεσμα και τα θέλγητρά του.
Οι σουβλιμάδες είναι ο κρυφός
ανείπωτος προσμονικός πειρασμός των
κατοίκων της Αράχοβας και των γύρω Χωριών, όταν αυτοί μαγειρεύονται κοκκινιστοί
για το βραδινό τραπέζι της Ανάστασης, ή με χόρτα και μυρουδ’κά στις επόμενες
επίσημες μέρες της σχόλης, ως επιμύθιο
της μεγάλης γιορτής που πέρασε.
Παράξενο, δύσκολο και απαιτητικό πιάτο, κρύβει μέσα του δεξιοτεχνία, μυστικά και κόπο, αλλά και γεύσεις συμπυκνωμένες στο τελικό αποτέλεσμα, οι οποίες δημιουργούν προσδοκίες …… λάγνων γαστριμαργικών απολαύσεων!