ΠΩΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
(Εγχωρίου ανταποκριτού.)
Σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, αμαξιτοί οδοί, βραχεία η απ’ Αθηνών εις
Γαλαξείδιον οδός — και μετέβην εις Γαλαξείδιον προς επίσκεψιν των συγγενών μου.
Καλά, κακά έφθασα και αφού εκάθησα περί τας 20 ημέρας εσκέφθην περί
επιστροφής — και εδώ αρχίζουν αι περιπλανήσεις μου, αντάξιαι υμνήσεως των
ηρωικών χρόνων. Διότι αν δελφίνες δεν παρηκολούθουν το πλοίον μου, αν δεν
ηναγκάσθην να προσδεθώ εις τον μέγαν ιστόν όπως μη σαγηνευθώ εκ των ασμάτων των
Σειρήνων, αν δεν διήλθον την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν, υπέστην όμως όλας τας
περιπετείας μεγάλου θαλασσοπόρου και κοντεύω να πιστεύσω ότι τα παθήματα του
Ιωάννου Όρθ εν Παταγονία είναι μηδέν παραβαλλόμενα προς τα ιδικά μου.
Ανά τον Κορινθιακόν.
Ο Κορινθιακός είνε ο γλυκύτερος των κόλπων και ο ποιητικώτερος και ο
γραφικώτερος.
Η επιφάνεια αυτού είνε λεία ως κάτοπτρον ομώνυμον, και η επ' αυτού
ναυσιπλοΐα θα κατωρθούτο επί κελύφους καρύου.
Ατυχώς ο Κορινθιακός κόλπος ομοιάζει πολύ προς ωραίαν γυναίκα. Έχει
όλην την επανθούσαν αυτής χάριν, αλλά και όλην την δυστροπίαν και παραξενιάν.
Εκεί που τον βλέπεις γαλήνιον, ήρεμον, άκακον, εκεί αιφνιδίως συνοφρυούται,
αγριεύει, κυλά υπερμεγέθη κύματα, δυστροπεί, τα κάμνει άνω κάτω. Αγάπη χωρίς
γρίνα δεν έχει χάρι και δι' αυτό εγώ αγαπώ τον Κορινθιακόν.
Με οφθαλμούς ατενείς, με κανοκιάλια, με τηλεσκόπιον παρετήρουν επί
ώραν πολλήν προς την Ιτέαν και εζήτουν εν μέσω του δεινώς συνταρασσομένου
κόλπου και της ομιχλώδους ατμοσφαίρας να διακρίνω το ερχόμενον ατμόπλοιον.
Την 9 αφίκετο.
Μη υπάρχοντος λιμένος, το ατμόπλοιον καίτοι μικρόν, λιλιπούτειον, η
«Ύδρα» έτεκεν επί ατμού εις μεγάλην απόστασιν.
Να μεταβής από της παραλίας εις το ατμόπλοιον εν τρικυμιώδη καιρώ
πρέπει να είσαι Δήλιος κολυμβητής και επειδή εγώ δεν ήμαι έως ότου να φθάσω, ο
ουρανός μού εφάνη σφονδύλι.


















