Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΗΣ ΣΙΔΗΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΗΣ ΣΙΔΗΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Σκόρπιες γνώσεις ναι, σκόρπια λόγια όχι.


[19ο ]

Επιμέλεια : Στάθης Ασημάκης

 Πόσο “μας επιτρέπεται” να γνωρίσουμε;

[γ]


Αναφέραμε στα προηγούμενα ότι οι φυσικές θεωρίες είναι δυο κατηγοριών. Υπάρχουν, δηλαδή, οι φυσικές θεωρίες ανεξάρτητες υποβάθρου, όπως είναι η θεωρία της Γενικής Σχετικότητας, και οι φυσικές θεωρίες εξαρτημένες από το υπόβαθρο, όπως είναι η Κβαντική Θεωρία.
Εάν καταφέρουμε να κάνουμε την Κβαντική θεωρία ανεξάρτητη από το υπόβαθρο, τουλάχιστον όσον αφορά τη Γεωμετρία του χώρου, τότε αυτομάτως θα συγχωνευτούν η Βαρύτητα και η Κβαντική θεωρία. Εν τούτοις, πολλά χρόνια προσπάθειας στην Κβαντική βαρύτητα δεν απέδωσαν. Δοκιμάστηκε κάθε είδους προσεγγιστική μέθοδος, αλλά φαίνεται ότι για την Κβαντική βαρύτητα δεν υπάρχει σωτηρία.
Ειδικότερα, με όποιον τρόπο και αν οργανώθηκε η Κβαντική θεωρία των “βαρυτικών κυμάτων”, από τη στιγμή που υποτίθετο ότι αυτά αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, ανέκυπταν απειριζόμενες ποσότητες. Και από όποια μεριά επιχειρείτο να αντιμετωπιστεί το εν λόγω πρόβλημα, οι απειρισμοί δεν τιθασσεύονταν.
Επίσης, μέτρο επιτυχίας μιας οποιασδήποτε προσέγγισης στην Κβαντική βαρύτητα θα ήταν το κατά πόσο θα δινόταν  ικανοποιητική απάντηση στους τρεις(3) γρίφους, που σχετίζονται με τη θερμοκρασία, την εντροπία και την απώλεια της πληροφορίας  στις μαύρες τρύπες.
Τέλος, προτάθηκε και μια ιδέα για την Κβαντική βαρύτητα που φαινόταν λειτουργική, για λίγο καιρό τουλάχιστον. Επρόκειτο για την εφαρμογή της υπερσυμμετρίας στη βαρύτητα. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν η Yπερβαρύτητα”. Η αποτυχία της Υπερβαρύτητας να οδηγήσει σε μια καλή θεωρία Κβαντικής βαρύτητας ήταν σκέτη απογοήτευση.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Στάθης Λ. Σιδηράς : ΤΟ ΚΩΡΥΚΙΟΝ ΑΝΤΡΟΝ


Περιηγητής Φωτογραφίζεται στην είσοδο του Κωρύκιου Άντρου
στα τέλη του 19ου αιώνα. (Συλλογή Λ. Παπαλεξανδρή).

ΚΩΡΥΚΙΟΝ ΑΝΤΡΟΝ

 Του Στάθη Λ. Σιδηρά

 Στον ορεινό όγκο Παλιοβούνα του Παρνασσού δημιουργήθηκε σπήλαιο με την ονομασία Κωρύκιον στα κείμενα του 5ου αιώνα π.Χ. ή Σαρανταύλι στους Νεότερους χρόνους. Tο σπήλαιο ανασκάφτηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών το 1970 – 1971, ενώ κατά καιρούς βρέθηκαν στο χώρο του ένα αγγείο πήλινο μινιατούρα, δύο νομίσματα, που το ένα είναι χάλκινο μηνοειδές και στη μία όψη απεικονίζει Πήγασο ενώ στην άλλη τρίαινα, με διαμ. 0,013
(αρ.ευρ.12316) και το άλλο (εικ. 1) δύο αστράγαλοι οστέινοι πριονισμένοι, άλλοι 23 οστέινοι αστράγαλοι, εκ των οποίων ξεχωρίζουν οι δύο που είναι τρυπημένοι με οπές κυλινδρικές ο ένας στις δύο αντίθετες πλευρές και ο άλλος στις τέσσερις .
Στο πλάτωμα που βρίσκεται πριν την είσοδο στο σπήλαιο, οι Θυιάδες γιόρταζαν το Διόνυσο λατρεύοντας τον με χορούς, αναμαλλιασμένες με τον κατατεμαχισμό ενός κατσικιού και το ωμό φάγωμα του ζώου, ενώ απαγορευόταν η παρουσία οποιουδήποτε ανθρώπου. Το σπήλαιο αποτελεί, μάλλον, τόπο λατρείας στα ύστερα Νεολιθικά, Μυκηναϊκά
χρόνια και αργότερα αφιερώνεται στις Νύμφες, θεότητες των πηγών νερού και των δασών του Παρνασσού, οι οποίες προστατεύουν τα νεαρά κορίτσια και το γάμο τους, φίλες του χορού (εικ. 2) όπως επίσης και στο θεό Πάνα, που έρχεται να τις συντροφεύσει τον 5ο αιώνα π.Χ.. Αυτή η τρίτη περίοδος του άντρου, και η πιο σημαντική, αρχίζει τον 8ο αιώνα π.Χ. και τελειώνει στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., ενώ τον 2ο αιώνα μ.Χ. μόνο οι περί του Παρνασσού το θεωρούν ιερό (Παυσανίας Χ 32).
Το 480 π.Χ. το άντρο χρησιμοποιείται όπως και οι κορυφές του Παρνασσού ως καταφύγιο στην εισβολή των Περσών οἱ μὲν πλεῖστοι ἀνέβησαν ἐς τοῦ Παρνησσοῦ τὰς κορυφὰς καὶ ἐς τὸ Κωρύκιον ἄντρον ἀνηνείκαντο Ηρόδοτος (VIII 36).
Ο Στράβων (Θ 417) ἱεροπρεπὴς δ᾿ ἐστὶ πᾶς ὁ Παρνασσός , ἒχων ἄντρα τε καὶ ἄλλα χωρία τιμώμενά τε καὶ ἁγιστευόμενa· ὧν ἐστι γνωριμώτατόν τε καὶ κάλλιστον τὸ Κωρύκιον νυμφῶν ἄντρον, ο Αισχύλος (Ευμενίδες 22-23) σέβω δὲ νύμφας , ἔνθα Κωρυκὶς πέτρα κοίλη , φίλορνις , δαιμόνων ἀναστροφή, ο Σοφοκλής (Αντιγόνη 1127-1128) διλόφου πέτρας στέροψ ὄπωπε λιγνύς , ἔνθα Κωρύκιαι στείχουσι Νύμφαι Βακχίδες,
ο Παυσανίας (Χ 32) ἐπὶ τὸ ἄντρον ἐστὶν ἄνοδος τὸ Κωρύκιον. τούτῳ δὲ τῷ ἄντρῳ γενέσθαι τὸ ὄνομα ἀπὸ νύμφης Κωρυκίας ἐδήλωσα ὀλίγον τι ἔμπροσθεν […] τὸ δὲ ἄντρον τὸ Κωρύκιον μεγέθει τε ὑπερβάλλει τὰ εἰρημένα καὶ ἔστιν ἐπὶ πλεῖστον ὁδεῦσαι δι᾿ αὐτοῦ καὶ ἄνευ λαμπτήρων̇ ὅ τε ὄροφος ἐς αὔταρκες ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀνέστηκε , κaὶ ὕδωρ τὸ μὲν ἀνερχόμενων ἐκ πηγῶν , πλέον δὲ ἔτι ἀπὸ τοῦ ὀρόφου στάζει , ὥστε καὶ δῆλα ἐν τῷ ἐδάφει σταλαγμῶν τὰ ἴχνη διὰ παντός ἐστι τοῦ ἄντρου. ἱερὸν δὲ αὐτὸ οἱ περὶ τὸν Παρνασσὸν Κωρυκίων τε εἶναι Νυμφῶν καὶ Πανὸς μάλιστα ἥγηνται. ἀπὸ δὲ τοῦ Κωρυκίου χαλεπὸν ἤδη καὶ ἀνδρὶ εὐζώνῳ πρὸς τὰ ἄκρα ἀφικέσθαι τοῦ Παρνασσοῦ̇ τὰ δὲ νεφῶν τέ ἐστιν ἀνωτέρω τὰ ἄκρα καὶ αἱ Θυιάδες ἐπὶ τούτοις τῷ Διονύσῳ καὶ τῷ Ἀπόλλωνι μαίνονται , ο Ευριπίδης (Βάκχαι 559) πόθι Νύσας ἄρα τᾶς θηροτρόφου θυρσοφορεῖς θιάσους ,ὦ Διόνυσ᾿, ἢ κορυφαῖς Κωρυκίαις;, ο Πλούταρχος (Πυθικοί Διάλογοι 394) τοὺς γὰρ πλείστους ἑώρων αὖθις εἰς τὸ Κωρύκιον τῷ ξένῳ καὶ τὴν