Του Τάσου Ζάππα
Ο Παρνασσός δεν έχει
μόνο τετράψηλες κορφές σαν την ξακουστή τη Λιάκουρα, που την τραγούδησαν τα
κλέφτικα τραγούδια μας. Δεν έχει μονάχα παρθένα χιόνια, έλατα που μοσκοβολούν
και αητούς που τροχάνε τα νύχια τους στον άγριο βράχο, καθώς το ήθελε ο
Κρυστάλλης, αλλά και αβυσσαλέα βάραθρα που σκίζουνε τη γη και κατεβαίνουν θαρρείς
στα σκοτεινά υπόγεια του Πλούτωνος στον κάτω κόσμο. Τέτοια βάραθρα συναντούμε
στο Επτάστομο του Παρνασσού, σε υψόμετρο 1220 μέτρα και σε απόσταση δύο ωρών
περίπου από την Άνω Αγόριανη. Όπως φανερώνεται και από την ονομασία που έχει
δώσει ο λαός, στην περιοχή αυτή υπάρχει ένα πλέγμα βαράθρων με επτά στόμια.
Πριν από τον πόλεμο και συγκεκριμένα στις 14 Αυγούστου του 1939, έγινε η πρώτη απόπειρα για την εξερεύνηση των βαράθρων αυτών από ομάδα του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου. Επειδή όμως η κάθοδος δεν είχε τότε προπαρασκευαστεί καλά και δεν υπήρχαν τα απαραίτητα μέσα για τις έρευνες του είδους αυτού, η πρώτη αυτή ομάδα δεν κατόρθωσε να φτάσει ως το χαμηλότερο σημείο του μεγάλου βαράθρου. Η ταραχώδης δεκαετία που ζήσαμε έκτοτε δεν επέτρεψε επανάληψη της απόπειρας. Προ ημερών, κατόπιν επιμελημένης προπαρασκευής, έγινε δεύτερη – επιτυχής αυτή τη φορά – απόπειρα εξερευνήσεως του βαράθρου από μια 10μελή ομάδα ειδικών, που την αποτελούσαν όχι μόνο παλιά, δοκιμασμένα και έμπειρα πρόσωπα της σπηλαιολογικής ομάδας του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου καθώς και άλλοι έμπειροι ορειβάτες και σπηλαιολόγοι, αλλά και νεαροί αρχάριοι. Την ειδική αυτή εξερευνητική ομάδα αποτέλεσαν το ζεύγος Πετροχείλου και οι Αντ. Μυστακίδης, Σωτ. Λέκκας, Σέργ. Κωνσταντίνου, Ηλ. Νικόπουλος, Ανδρ. Πάγκαλος, Αιμ. Στεφανόπουλος, Μιχ. Λεβής, και φίλ. Καπάκογλου. Με την ευκαιρία της εξερευνήσεως αυτής, άλλη ομάδα ορειβατών ανέβηκε ως τις ψηλότερες κορφές του Παρνασσού, που είχαν από χρόνια να πατήσουν οι φίλοι του βουνού.
Το βάραθρο που ανέλαβε
να εξερευνήσει η ειδική αυτή σπηλαιολογική αμάδα έχει βάθος 120-130 μέτρων από
την επιφάνεια της γης. Την μορφή του βαράθρου συγκροτούν μια τεράστια κυκλική
χοάνη, διαμέτρου 40 περίπου μέτρων, η οποία σε ένα βάθος 80-100 μέτρων πέφτει
κατακόρυφα και 6-7 μικρότερα βάραθρα. Οι εξερευνητές δέθηκαν με σκοινιά,
άρχισαν να κατεβαίνουν το φοβερό αυτό πηγάδι με ειδικές σκοινένιες κρεμαστές σκάλες
που χρησιμοποιούν συνήθως για τις έρευνες σπηλαίων. Την πρώτη μέρα, όταν
έφτασαν στον πυθμένα του μεγάλου βαράθρου που ερευνούσαν, μπορούσαν να βλέπουν
ακόμα από το φυσικό φως που έφτανε αμυδρά ως εκεί κάτω. Ποια η έκπληξις όμως των
τολμηρών ερευνητών που, αντί να συναντήσουν θερμοκρασία 15-16 βαθμών όπως συμβαίνει
συνήθως στις υπόγειες κοιλότητες, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε απροσδόκητο πάγο
πολλών μέτρων πάχους. Παγετώνες μέσα στη γη δεν είναι εύκολο να τους φανταστούμε.
Και να σκέπτεται κανείς ότι την ίδια ώρα οι Αθηναίοι έφτυναν αίμα εδώ στην
πολιτεία για να οικονομήσουν ένα τέταρτο κολώνας!
Στο πυθμένα που έφτασαν, άναψαν τις συσκευές ασετιλίνης, που έφεραν μαζί τους, και άρχισαν να προχωρούν προσεχτικά στο βάθος μιας στοάς, που ανοιγόταν μπροστά τους, προς την βορειοδυτική πλευρά του βαράθρου, όπου το ημερήσιο φως, δε μπορούσε να εισδύσει πια. Κάποιος από τους αρχαρίους τόλμησε να ψιθυρίσει: «Αφήστε κάθε ελπίδα σεις που μπαίνετε». Εδώ οι ερευνηταί σαν να πέρασαν σε ένα απίθανο περιβάλλον, σε ένα εξωτικό άντρο γεμάτο μαγεία και δέος όπου στραφτοκοπούσαν τα κρύσταλλα των σωρρευμένων πάγων. Σε μια μυθική χώρα που δεν μπορεί να την κατοικούν ανθρώπινα πλάσματα, παρά φαντάσματα, μάγισσες και νεράϊδες που συμπλέκονται ξέφρενα μέσα σε μια ατμόσφαιρα «πέτρινου λουλουδιού», υφασμένη από παραμύθι και όνειρο. Το φως έκανε τους απίστευτους παγετώνες των εγκάτων να κινούνται και να παίρνουν παράδοξα σχήματα. Φιγούρες παράξενες γράφονταν στα τοιχώματα.
Ο πάγος μέσα στην
απίθανη αυτή στοά είχε τη μορφή και τη σκληρότητα των άλιωτων παγετώνων στις χαράδρες
των Άλπεων. Αδύνατο να προχωρήσουν πάνω στους αποκρυσταλλωμένους αυτούς ογκοπάγους.
Με μια ασυλλόγιστη, ακόμα και την παραμικρότερη κίνηση, μπορούσε να βρεθεί
κανείς στον Άδη. Και μήπως δεν είχαν τάχα αυτή την ψευδαίσθηση; Αινιγματικοί,
Ορφείς οι σπηλαιολόγοι μας που αναζητούσαν την Ευρυδίκη τους προχώρησαν.
Έμπηξαν ένα ξύλο, στο πάγο, έξω από τη στοά, στο ξέφωτο, όπου ήταν κάπως
μαλακός, έδεσαν ένα σκοινί και άρχισαν με επίμονη προσπάθεια να φτιάχνουν, με
τα σφυριά που είχαν μαζί τους, μικρά σκαλάκια πάνω στον πάγο, ώστε να μπορούν
να κατηφορίσουν με κάποια ασφάλεια. Ο πάγος απλώνεται τώρα μέσα στη στοά η
οποία, σε μια απόσταση 80 περίπου μέτρων και βάθος 30 από τον πυθμένα του
βαράθρου, αρχίζει να στενεύει και να γίνετε αδιάβατη. Η θερμοκρασία εκεί ήταν
κάτω από το μηδέν. Μερικοί άρχισαν να παγώνουν γιατί μια και στην επιφάνεια της
γης έκανε αφόρητη ζέστη, κανείς δε σκέφτηκε να πάρει μαζί του περισσότερα ρούχα
από όσα παίρνουν συνήθως στις εξερευνήσεις των σπηλαίων, αλλά ούτε και
μπορούσαν να φανταστούν πως θάβρισκαν πάγο μέσα στη γη. Στο βάθος του βαράθρου
οι σπηλαιολόγοι είχαν πάρει μαζί τους και τηλέφωνο, με το οποίο συνεννοούντο με
εκείνους που είχαν αφήσει στην επιφάνεια της γης και τους μετέδιδαν τα νέα τους
καθώς οι πληροφορίες τεχνικής μορφής για την τοπογράφηση του βαράθρου. Το
τηλέφωνο όμως χτύπησε κάπου, χάλασαν τα πηνία του και έτσι δεν μπόρεσε να
λειτουργήσει και να προσφέρει την υπηρεσία που έπρεπε.
Την δευτέρα ημέρα οι
ορειβάτες, αν και κατέβηκαν από το στόμιο, ενός άλλου βαράθρου που βρισκόταν 80
περίπου μέτρα μακρύτερα, στη νοτιοανατολική πλευρά του περνώντας ξανά μέσα από
ογκοπάγους, βρέθηκαν πάλι απροσδόκητα στην παγωμένη σήραγγα του κεντρικού
στομίου. Τη δεύτερη φορά έμειναν από το πρωί, ως το βράδυ στο βάραθρο. Εκεί
μέσα, εκτός από τους παγετώνες, συνάντησαν κορμούς ελάτων που τους είχε
παρασύρει το ποτάμι, μια αγκλίτσα και ένα τσαρούχι κάποιου από τους τσοπάνηδες
του Παρνασσού που του τα πήρε η μπόρα. Έξω από το στόμιο, οι νεροποντές έχουνε
φάει το χώμα και τα έλατα που σώζονται γύρω, γαντζωμένα πάνω στους τραχείς
γυμνούς βράχους, παλεύουν απεγνωσμένα να συγκρατηθούν στην αναιμική τους ζωή
και να μη τα ρουφήξει κι’ αυτά η τρομερή καταβόθρα που περιμένει με ορθάνοιχτο
το αδηφάγο στόμα της.
Η εξερεύνηση του
Επτάστομου είναι ασφαλώς μια ωραία κατάκτηση, που προσθέτουν στο ενεργητικό τους
οι Έλληνες σπηλαιολόγοι και μια αναμφισβήτητη εργασία για τη γνωριμία του
υπεδάφους μας.
(Η δημοσίευση του κειμένου έγινε στην εφημερίδα «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ
ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» τον Αύγουστο του 1950)

