Ο
Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε
ανάψει τα καντήλια, είχε προσευχηθεί
γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα
αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα
αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον οικισμό των καλυβιών του Λιβαδιού της Αράχοβας).
Κατευθύνθηκε
ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο,
πετρόχτιστο, στηθαίο του, εξουθενωμένος
και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη
από γιδότριχα κάπα του. Τα κουμπιά στην
κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή
χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα,
φανερώνοντας το λούχωμα (απότομο ζέσταμα
και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό
βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην
λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο,
ακουμπισμένο στο πλάι, ενώ πάνω του είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά
να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά
του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει
το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά.
Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!
Αυτή τη φορά που κάθισε στο πέτρινο
χείλος του πηγαδιού, ήταν επιπλέον
θλιμμένος. Έφερνε στο μυαλό του με νοσταλγία ολάκερη την επίπονη διαδικασία της
σοδειάς. Όργωμα, σπορά, θέρισμα,
αλώνισμα, λίχνισμα, άγχος και παιδεμό
ήλιο με ήλιο, με την
χειρωνακτική δουλειά να αποτυπώνεται
στο κορμί και την ψυχή του, αλλά και την αποζημίωση αυτής της ταλαιπώριας, μεταφρασμένη σε
ευχαρίστηση όταν, κατά την χειμωνιάτικη
ανάπαυλα κοντά στο τζάκι, με τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα για την οικογένεια
ποστιασμένα στο κατώι, απολάμβανε την
επιβεβαίωση του λαϊκού γνωμικού: ‘’Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν
μαγειρεύουν’’!
Όμως η θλίψη του, τώρα δα είχε και άλλη αιτία!
Είχε μάθει ότι οι κεφαλές του χωριού, για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της
αναβροχιάς, είχαν κατασταλάξει να στείλουν αντιπροσώπους στο Λουτράκι για να
φέρουν στον τόπο τους την εικόνα του Άγιου Πατάπιου, ο οποίος στην περιοχή του
είχε την φήμη βροχοποιού Αγίου, ώστε να
την τοποθετήσουν, έστω και προσωρινά, στη θέση εκείνη της εικόνας του Αϊ
Γιάννη, με σκοπό να κάνει ο νεοφερμένος πλέον το θαύμα του, προσφέροντας μια
δυό γερές βροχές στον διψασμένο κάμπο. Αυτή η απόφαση των Δημογερόντων, ούτε
σύμφωνο τον έβρισκε, ούτε άρεσε στον
γέρο Ζάχο!
Για ’κείνον τα πράγματα ήταν τακτοποιημένα και αιώνια στον τόπο του, η δε επικράτεια, αδιατάραχτα χωρισμένη για τον κάθε Άγιο. Στο Χωριό κουμάντο έκανε ο Αφέντης Αϊ Γιώργης και στο Λιβάδι είχε τον πρώτο λόγο ο Αϊ Γιάννη ο Θεολόγος. Από αυτόν τον προστάτη ξεκίναγε ή αναφορά κατά την προετοιμασία της σποράς των γεννημάτων και σ’ αυτόν καταλήγαν οι τελικές ευχαριστίες με τα πρόσφορα στα στερνά της συγκομιδής των καρπών του οροπέδιου. Άλλωστε το πηγάδι με το πόσιμο νερό στην αυλή του εξωκλησιού, απ’ το οποίο υδρευόταν ο οικισμός, δικό του ήταν! Επιπλέον και το πανηγύρι που γινόταν στις οκτώ Μαΐου προς τιμήν του, είχε ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια και συγκέντρωνε τις οικογένειες όλων των Ζευγιτών του μικρού κάμπου, μπρος από το ιερό του. Ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι με ψητά, βραστά, νταούλια, πίπιζες και χορούς. Αυτόν τον Άγιο λοιπόν αγαπούσε κι εμπιστευόταν, αυτός και οι όμοιοί του στο οροπέδιο. Αν εξαρτιόταν μόνο από εκείνον κανένας ξενομπάτης, όση αγιοσύνη κι αν κουβαλούσε δεν θα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Όσο για την ανομβρία, πίστευε ότι σίγουρα αυτή θα ήταν περαστική και σύντομα θα ερχόταν ο καιρός που θα ξανάμπαινε τάξη στον τόπο κι ο καθένας θα έπιανε την δουλειά του από κει που την άφησε, παίρνοντας στο τέλος το μερτικό που του άξιζε, αρκούσε μονάχα να έχουν όλοι υπομονή και σύνεση..
Μετά από αρκετή ώρα συλλογισμών, στενοχώριας και αδυναμίας να καταλάβει αυτά που γινόντουσαν, ο γέρος κίνησε καβάλα στο γάιδαρο για το κονάκι του. Στη βόρια πλευρά του εξωκλησιού και σε μικρή απόσταση από αυτό, αλλά ψηλά πάνω στο λόφο, είχε την στρούγκα του, κληρονομιά απ’ τον παππού του ακόμα. Παράλληλα με την καλλιέργεια των χωραφιών, έτρεφε και καμιά εικοσαριά πρόβατα, εγκαταστημένα εκεί για την καλοκαιρινή περίοδο, απ’ τα οποία βοσκώντας τα, έπαιρνε τα χρειαζούμενα για το δικό του σπίτι και τα σπίτια των τριών κοριτσιών του, τα οποία με τη σειρά είχε ήδη παντρέψει. Βέβαια η κύρια ασχολία του ήταν η καλλιέργεια των χωραφιών. Αυτά είχε πλιότερο στο μυαλό του και μ’ αυτά καταγινόταν ολοχρονίς.
Στη στρούγκα τον υποδέχτηκε ο εγγονός του, γιος της μεγαλύτερης κόρης του. Ήταν το πρώτο απ’ τα εγγόνια του. Ένα δωδεκάχρονο παιδί, το οποίο συχνά ερχόταν στο καλοκαιρινό γρέκι του για να τον βοηθήσει. Παππούς και εγγονός είχαν δημιουργήσει ένα μεγάλο ταίριασμα. O γέρος του έλεγε και του έδειχνε, και το αγόρι αντρείευε μαθαίνοντας. Το εμπιστευόταν αυτό το παιδί και πολλές φορές το άφηνε μοναχό του, να φυλάει τα πρόβατα με την βοήθεια των σκυλιών, ώστε ο ίδιος να κατεβεί στο Χωριό για προμήθειες και χαμπέρια!
Στα χωράφια του καλλιεργούσε
διάφορα γεννήματα. Αρκετά προορίζονταν για τα ζώα, όπως κριθάρι και βρόμη, και
άλλα για τους ανθρώπους, σαν το σιτάρι και τα όσπρια.
Έβαζε
φακές στα χωράφια του στα Γούπαντα (τοποθεσία), διότι σ’ εκείνη τη μεριά, ο
μικρόσπερμος σπόρος έβρισκε τον ιδανικό τόπο για ν’ αποδώσει καρπούς με ξεχωριστή νοστιμιά και πλούσια διατροφικά
στοιχεία. Αυτή η περιοχή, ακόμα και σήμερα,
είναι γεμάτη χαμηλά υψώματα με
μικρή εδαφική πλευρική κλίση και καμπυλωτά γρουσπάρια (μικρή λάκκα),
στραγκώντας έτσι τα νερά και
συγκρατώντας τα φερτά με τη βροχή χωμάτινα υλικά, υπεύθυνα για τα επιπλέον
θρεπτικά στοιχεία που μετάγγιζαν στο τελικό
προϊόν. Τα χωράφια της περιοχής δεν ποτίζονταν, το όργωμα γινόταν με τα
ζώα και η σπορά, το μάζεμα, το αλώνισμα και το λίχνισμα γινόταν με τα χέρια,
έχοντας πολύ κόπο μέχρι τα τελειώματα και την αποθήκευση της συγκομιδής.
Νότια του οροπέδιου στις παρυφές τις
λίμνης της πινιγούρας, όπου, όποτε ο
Παρνασσός είχε χιόνια, κράταγε νερό μέχρι πέρα τον Ιούνιο, έσπερνε ρεβίθια, με
μεγαλύτερο όμως κόπο αυτά, διότι ο καρπός τους περιλαμβανόταν στο
…..διαιτολόγιο των κορακιών της περιοχής, τα οποία μετά το ‘’δέσιμο’’ του ανθού
τους, έπεφταν κατά κοπάδια στα χωράφια ρημάζοντας την παραγωγή! Αυτό το
πρόβλημα, αυτός και οι άλλοι ζευγίτες του Λιβαδιού το έλυναν μερικώς, ντουφεκίζοντας
κάποια από δαύτα και κρεμώντας τα ύστερα πάνω σε καλάμια, ώστε να τα βλέπουν τα
υπόλοιπα και ν’ αποθαρρύνονται! Το κόλπο
έπιανε μέχρι να το συνηθίσουν, κοντά γινόταν πάλι το ίδιο αφήνοντας
στους καλλιεργητές ένα μικρό μερίδιο από την παραγωγή και την τραχιά ανάμνηση του ….πλούσιου κόπου τους. Το έδαφος ήταν γόνιμο και εύκολο στο όργωμα
και την σπορά, διότι ήταν το πρώτο που εμφανιζόταν μετά το τράβηγμα των νερών
της λίμνης, όσο ο καιρός γλύκαινε και το νερό εξατμιζόταν ή το κατάπινε το
έδαφος. Αυτά τα ρεβίθια είχαν τρία χαρακτηριστικά: ήταν νοστιμότατα, έβραζαν
πολύ γρήγορα και ο καρπός τους δεν ήταν λείος παρά είχε ακανόνιστα
εξογκώματα στην επιφάνειά τους,
μοιάζοντας με πολύ μικρά βραχάκια.
Το τρίτο όσπριο που καλλιεργούσε,
ήταν τα λαθούρια, από τα οποία σε άλλα χωριά της Ελλάδας, ακόμα και σήμερα,
αφού τ’ αποφλοιώσουν, φτιάχνουν την
γνωστή φάβα!
Ήταν
το δυσκολότερο για εκείνον στην καλλιέργεια αλλά και το νοστιμότερο, χώρια που
είχε την πεποίθηση ότι ήταν και ελαφρύ κατά την πέψη του γιατί ποτέ δεν βάραινε
το στομάχι. Η σπορά του γινόταν στο τέλος του Απρίλη με αρχές του Μάη όταν τα
νερά της λίμνης είχαν πλέον αποτραβηχτεί αρκετά και εμφανίζονταν έτσι, τα προς
καλλιέργεια χωράφια στον κατ’ εξοχήν κάμπο. Στον ίδιο τόπο έσπερνε και στάρι, βρόμη, βίκο και κριθάρι.
Επειδή τούτο δω το έδεσμα τρωγόταν στην
Αράχοβα μαγειρεμένο ολόκληρο χωρίς να γίνετε αποφλοίωση του καρπού του, έπρεπε να
γίνει πριν τη σπορά του διαλογή με το χέρι, επιλέγοντας αυτούς με το
ανοιχτότερο χρώμα, διότι είχαν καταλάβει στο διάβα των χρόνων ότι όσο λιγότερο
σκούρο ήταν αυτό, τόσο λεπτότερος ήταν ο φλοιός του γεννήματος, στον οποίον συγκεντρώνονταν όλα τα θρεπτικά
συστατικά, με αποτέλεσμα κατά το
μαγείρεμα να βράζει καλύτερα.
Ο Μπάρμπα Ζάχος, επειδή αυτή ήταν η
τρίτη χρονιά ανομβρίας, έχοντας αποθέσει τις ελπίδες του σε μια δυό καλές
βροχές επιτέλους, είχε οργώσει τα χωράφια του και τα είχε έτοιμα για σπορά,
αλλά δεν τόλμαγε να ξεκινήσει την διαδικασία πριν βρέξει! Αδημονώντας όμως για τις εξελίξεις, οι οποίες
ξεκίναγαν από το Χωριό και τις κεφαλές του, άφησε το παιδί στη στρούγκα,
δίνοντας του ορμήνιες ώστε να προσέχει
τα πρόβατα, αλλά το κυριότερο να θυμάται ότι ο μοναδικός του σύντροφος ήταν η παλιά Αραβίδα (πολεμικό όπλο του Β΄ Π.Π.)
που είχαν κρυμμένη μαζί μ’ ένα ταγάρι σφαίρες στη μικρή σπηλιά του βράχου,
καβάλησε τον γάιδαρο και τράβηξε για την Αράχοβα ώστε να ενημερωθεί για τα
γινόμενα. Όταν έφτασε ύστερα από μιάμιση
ώρα, βρήκε ένα Χωριό ανάστατο! Όλοι οι
συγχωριανοί του, μικροί και μεγάλοι είχαν βγει στο δρόμο. Τα χαμπέρια
μαρτύραγαν ότι το αίτημα της μεταφοράς της εικόνας του Άγιου Πατάπιου, απ’ το
Λουτράκι στην Αράχοβα είχε γίνει δεκτό από τον Ηγούμενο του εκεί Μοναστηριού!
Οι επίτροποι και των δύο εκκλησιών που είχαν ορισθεί μαζί με τους επιλεγμένους
αντιπροσώπους, θα επιβιβάζονταν στο
ξυλοκάραβο, στο Αίγιο της Πελοποννήσου, την επομένη το πρωί, έχοντας μαζί τους
την ιερή εικόνα και θα έφταναν στην Ιτέα, από όπου ύστερα με τα ζά θα
κατευθύνονταν προς την Αράχοβα και το Λιβάδι!
Τα καφενεία ήταν γεμάτα κόσμο! Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Η βεβαιότητα ότι τα βάσανά τους θα τελείωναν μετά την έλευση της θαυματουργής εικόνας, είχε γίνει κτήμα ακόμα και του πιο δύσπιστου χωριάτη. Στις πλατείες και τ’ αγνάντια συνωστίζονταν τα γυναικόπαιδα γεμάτα περιέργεια, αδημονώντας να ξημερώσει ώστε να υποδεχτούν τον θαυματουργό Άγιο! Οι νοικοκυρές είχαν βγάλει τις γιορτιάτικες φορεσιές, σιδερώνοντας φουστανέλες, ντουλαμάδες και σιγκούνια, ποδιές και κεφαλομάντηλα, αλείφοντας με λάδι τα τσαρούχια μικρών και μεγάλων, για την επίσημη και γιορτινή παρουσία τους στην πομπή. Πολλές γυναίκες έφτιαξαν τηγανίτες, μπισκότα και κουκουτάκια για να κεράσουν τον κόσμο. Οι δυό εκκλησιές είχαν κατεβάσει τα θρησκευτικά λάβαρα από τα θηκάρια τους, είχαν ετοιμάσει τα λαμπαδάρια, τα φανάρια και τα εξαπτέρυγα, ώστε να συνοδεύσουν το εικόνισμα. Ο καβγάς μεταξύ των παιδιών για την μοιρασιά των λαβάρων ανάγκασε τους επιτρόπους των εκκλησιών μαζί με την εκκλησάρισσα να επέμβουν για να αποκαταστήσουν την τάξη! Όλα ήταν έτοιμα για την υποδοχή.
Ο γέρο Στούκας, περιφερόμενος στα
καφενεία και τις πλατείες του χωριού, ακούγοντας τις συζητήσεις για τις
δυνατότητες του ξένου γι’ αυτόν Αγίου, όχι μόνον από τους συμπατριώτες του που
ήταν ίδιοι μ’ αυτόν, αλλά και από ανθρώπους σπουδαιότερους, πλουσιότερους
και εξυπνότερους, όπως πίστευε, κάτοικους της πολιτείας, τους οποίους σεβόταν
για την αρχοντιά τους αλλά και για την ορθή τους κρίση, είχε αρχίσει ν’ αλλάζει
γνώμη. Γύρισε στο σπίτι του εξουθενωμένος και αδυνατώντας να βάλει στην αράδα
όλες αυτές τις πληροφορίες. Όλη την
νύχτα δεν έκλεισε μάτι - βογκώντας σαν …γεναριάτικος γάτος και αναγκάζοντας την
γυναίκα του, την γριά Μόρφω, κάθε τόσο να τον …διαβάζει φοβισμένη - αναλογιζόμενος και καρτερώντας τα σημαντικά γεγονότα που ψυχανεμιζόταν ότι
θα συμβούν. Κατά τα χαράματα η ανάδοση(ψυχική ταραχή) καταλάγιασε, διότι πήρε την απόφαση πλέον να εμπιστευτεί τους
Ιερείς του χωριού αλλά και όλους εκείνους που έδειχναν ότι κάτι γνώριζαν
παραπάνω από τον ίδιο και να σπείρει τα χωράφια του, περιμένοντας το θαύμα.
Σηκώθηκε αχάραγα, μάζεψε όσο σπόρο του απέμενε
απ’ όλα τα γεννήματα και τον τακτοποίησε, χώρια το κάθε είδος, σε
θειαφοσακούλες. Αφού τις φόρτωσε στο
γαϊδούρι του, έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε για το Λιβάδι, την εκκλησιά και το καλύβι του, για
να περιμένει εκεί τον πολυμελετημένο καινούργιο Άγιο.
Οι λάμπες πετρελαίου και τα λυχνάρια,
έφεγγαν όλη τη νύχτα στα σπίτια του Χωριού, σημάδι ότι κανένας δεν κοιμόταν.
Από τις τέσσερις τα χαράματα τα καφενεία ήταν ανοικτά. Πρωί – πρωί ο Δήμαρχος,
το συμβούλιό του, οι παπάδες και οι ψαλτάδες των δυο εκκλησιών, φορώντας τα
καλά τους, έπιναν καφέ στην κεντρική αγορά του χωριού. Συζητώντας προσπαθούσαν
να χαράξουν ένα σχέδιο με το οποίο θα
συνόδευαν την εικόνα στον προορισμό της. Αποφάσισαν να την υποδεχτούν έξω από
την Αράχοβα, στα σύνορα με το διπλανό Καστρί, πάνω ακριβώς από το Βαθύρεμα και
από εκεί διασχίζοντας την Κατσιπλαγιά
μετά από τις δυό τρεις κδέλες,
ακολουθώντας το αρχαίο μονοπάτι, να φτάσουν ψηλά στον αυχένα του Σταυρού κι
ύστερα πάλι κατηφορίζοντας την
μουλαρόστρατα να σιμώσουν στον κάμπο του Λιβαδιού κοντοζυγώνοντας έτσι στο
ξωκλήσι.
Σιγά
–σιγά ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται κι αφού έμαθε το σχέδιο της υποδοχής, πολλοί έκαμαν τον
κατήφορο προς τον Μακρανικόλα (περιοχή της Αράχοβας, σημερινό Άγιο Μηνά), για
να πιάσουν θέση. Κανένας δεν πήγε για
δουλειά εκείνη την ημέρα. Το σχολειό
παρέμεινε κλειστό, οι δε δάσκαλοι έδωσαν κι αυτοί από νωρίς το παρόν
στην ομήγυρη των κεφαλών του χωριού. Οι δυό χωροφύλακες του ντόπιου
σταθμού μαζί με τον διοικητή τους, είχαν
πολύ δουλειά να κάνουν ώστε να διατηρηθεί η τάξη. Ήταν κι αυτοί παρόντες και σε εγρήγορση από
νωρίς, πηγαίνοντας πάνω κάτω στον κεντρικό χωματόδρομο!
Είχε μεσημεριάσει! Ο ήλιος κόντευε
να φτάσει στην κορυφή της στράτας του. Στο αγνάντιο του πλατώματος στη βάση της
κατσιπλαγιάς (τοποθεσία του βουνού), πέντε χιλιόμετρα δυτικά της Αράχοβας είχε
συγκεντρωθεί, εκτός από τους ανήμπορους, όλο το υπόλοιπο Χωριό! Άνδρες, γυναίκες,
παιδιά, γέροντες, παπάδες μαζί με τους επίτροπους των εκκλησιών, δάσκαλοι,
χωροφύλακες και όλες οι κεφαλές του χωριού με μπροστάρη τον Δήμαρχο, είχαν
δώσει το παρόν.
Χαμηλά
στον ελαιώνα, κατά τον νοτιά, φάνηκε ένα μικρό καραβάνι από μουλάρια συνοδευόμενο από καμιά δεκαριά άντρες, άλλοι καβάλα σ’ αυτά
και άλλοι ακολουθώντας τα με τα πόδια. Ο κόσμος αναδεύτηκε προσπαθώντας να
καταλάβει καλύτερες θέσεις ώστε να βλέπει αυτά που συνέβαιναν μπροστά του.
Φτάνοντας κοντά, ο επίτροπος που προηγείτο του καραβανιού και κρατούσε στα
χέρια του την εικόνα του Αγίου,
περπάτησε προς το μέρος της συγκέντρωσης αργά και με επισημότητα. Η
υποδοχή ξεχείλιζε από ψαλμωδίες, ύμνους, αναμμένα κεριά και λαμπαδάρια, καθώς
και από πάμπολλα κυρτά κόκκινα κεραμίδια στα οποία πάνω τους έκαιγαν μυρωδάτα σμύρνα,
τοποθετημένα σε αυτοσχέδια αναμμένα κάρβουνα. Οι Ιερείς μουρμούριζαν ευχές και
ικεσίες, ξανεμίζοντας κάθε τόσο παλινδρομικά, τ’ ασημένια θυμιατά,
γεμίζοντας την ατμόσφαιρα από τη μυρωδιά του λιβανιού και τον ήχο από
τα κουδουνάκια τους. Ο κόσμος ξέσκεπος,
κρατώντας στα χέρια τις τραγιάσκες, τους σκούφους και τις μαντίλες, κάνοντας
τον σταυρό του ευλαβικά, άνοιξε δρόμο
ώστε να προηγηθεί η εικόνα. Από κοντά
σχηματίστηκε και πάλι η πομπή. Μπροστά της οι Εσταυρωμένοι των δυό εκκλησιών,
αναρτημένοι σε σκουρόχρωμους ξύλινους σταυρούς και πλαισιωμένοι από τα
εξαπτέρυγα, τα φανάρια και τα λαμπαδάρια των ναών, στα χέρια αντρειωμένων
εφήβων, οι μικρότεροι των οποίων φόραγαν λευκά άμφια, έδειχναν τον δρόμο. Λίγο
πιο πίσω τα χρυσοκέντητα βαθυκόκκινα λάβαρα, διαφορετικά για την κάθε ενορία,
ακολουθούσαν αγέρωχα υψωμένα και ακουμπισμένα στα μπράτσα νεαρών ανδρών οι
οποίοι φόραγαν τις γιορτινές τους, καθαρές και φρεσκοσιδερωμένες φουστανέλες.
Πάρα πίσω έστεκε η εικόνα αγκαλιασμένη από
στιβαρό παλικάρι, στο οποίο είχε παραδοθεί, που κι αυτό φόραγε την καλή του πεντακάθαρη
φορεσιά με ανοιχτό πουκάμισο στο στήθος, λευκή φαρδιά κορδέλα γύρω από τον ώμο
και τη μέση του, κάτασπρα γάντια στις παλάμες των γυμνών μπράτσων, ακολουθούμενο και από άλλους
ομορφόσταλους και ευθυτενείς νεαρούς ώστε να το αντικαταστήσουν μόλις αυτό θα
κουραζόταν απ’ τον ατέλειωτο ανηφορικό δρόμο. Από κοντά οι ψαλτάδες με τα
συναξάρια και τα κομποσκοίνια στα χέρια, κράταγαν το ίσο στους ιερείς οι οποίοι
ανεμίζοντας με θόρυβο πλέον τα
θυμιατά, προχωρούσαν μουρμουρίζοντας
απολυτίκια, συμπληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την επιβλητική και κατανυκτική
ατμόσφαιρα. Την πομπή έκλεινε ο λαός, ο οποίος βιαστικός και χωρίς τάξη
ακολουθούσε σιωπηλός τον ανήφορο, σε μεγάλη ουρά, στο στενό μονοπάτι,
σηκώνοντας με το ποδοβολητό του ένα σύγνεφο σκόνης, η οποία σκέπαζε ολόκληρη την λιτανεία, δημιουργώντας, μαζί με
τη ζέστη της ημέρας, μια αποπνικτική ατμόσφαιρα
κόβοντας την ανάσα. Δυόμιση ώρες έκανε η αργόσυρτη φάλαγγα να φτάσει μπροστά στο ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη,
σταματώντας ενδιάμεσα ώστε να πραγματοποιηθούν δεήσεις και ταυτόχρονα να πάρουν
οι συμμετέχοντες ανάσες ξεκούρασης. Εκεί
έγινε η τελευταία παράκληση και ύστερα τοποθέτησαν την εικόνα σε ένα
ξύλινο καβαλέτο στο εσωτερικό του ναού σ’ ένα από τα δυό προσκυνητάρια. Αυτά
που απόμεναν πλέον μέχρι να ολοκληρωθεί
το εγχείρημα ήταν η επιστροφή στο Χωριό των συμμετεχόντων στην ακολουθία και το σπουδαιότερο, η αναμονή μέχρι να
πραγματοποιηθεί το πολυπόθητο θαύμα!
Ο μπάρμπα Ζαχαριάς στεκόταν πίσω από το στηθαίο του πηγαδιού και
παρακολουθούσε εκστασιασμένος αυτά που
διαδραματίζονταν μπροστά του, έχοντας όμως
πάρει για τα καλά τις αποφάσεις του. Όταν όλοι έφυγαν κι απόμεινε μοναχός του,
μπήκε στο ξωκκλήσι κι αφού κατευθύνθηκε
προς το εικόνισμα του Αϊ Γιάννη, γονάτισε μπροστά του, αισθανόμενος ντροπή γιατί και ο ίδιος έμεινε σύμφωνος στον
παραγκωνισμό του, και ζήτησε νοερά να
τον συγχωρήσει γιατί ό,τι έκανε, αυτός οι οι συγχωριανοί του, το έκανε
απελπισμένος κι από ανάγκη, παίρνοντας έτσι εξολοκλήρου την ευθύνη ολονών επάνω
του.
Σηκώθηκε,
φίλησε την εικόνα με κλειστά τα μάτια, θαρρώντας ότι ο δικός του Άγιος, με το δίκιο του, δεν τον
είχε συγχωρέσει και θα τον επίπληττε για
το ατόπημά του, και χωρίς καθυστέρηση σαν κυνηγημένος γύρισε κάνοντας το
ίδιο στην παράσταση του νιόφερτου βροχάρη
….ειδικού, κοιτώντας όμως κατά πρόσωπο
την αγιογραφία αυτή τη φορά, σαν να ήθελε να πει αυστηρά και με χίλιες
προσδοκίες στον εικονιζόμενο: ‘’και τώρα
να! είναι η σειρά σου να κάνεις το θαύμα σου!’’. Στη συνέχεια αμπάρωσε την εκκλησιά και
τράβηξε για το καλύβι του.
Οι επόμενες δέκα μέρες, ήταν γεμάτες
κούραση, πόνο, βιασύνη, και ταλαιπώρια για τον γέρο ζευγίτη. Έπρεπε να προλάβει
να σπείρει τα χωράφια του, ώστε όταν με το καλό θα κόπιαζε η πολυπόθητη βροχή,
να τα βρει έτοιμα, για να δώσει πνοή στον ναρκωμένο σπόρο ώστε να μπορέσει
αυτός με τη σειρά του να γεννήσει καρπούς. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι
αγρότες συγγενείς ή συγχωριανοί του. Αντλώντας θάρρος, το οποίο μετέτρεπαν σε ελπίδα,
από την παρουσία του ξενομερίτη
Άγιου Πατάπιου, αλλά και από τις
υποσχέσεις των ντόπιων κεφαλών του χωριού, οι οποίοι εμφανίζονταν ως ‘’εξ
επιφοιτήσεως …..γνωρίζοντες’’,
παραζ’λεύονταν (ανταγωνίζονταν) μεταξύ τους ποιος θα σπείρει τα
περσότερα χωράφια και ποιος θα προκάμει να τελειώσει πρώτος. Ο γέρος έχοντας
μεγάλη βοήθεια από τον εγγονό του που
ασχολιόταν εξ ολοκλήρου με τα πρόβατα,
λευτερώθηκε ώστε να μπορεί να τρέχει μια στα γούπατα ή στο κάτω πίνιμα,
μια στις φτιλιές και στο γιλαδοβουρό, αλλά και σ’ όλα τ’ άλλα χωράφια του στις
παρυφές της πινιγούρας. Ήταν τυχερός επίσης γιατί το φεγγάρι ήταν στο γιόμα
του, μπορώντας έτσι να δουλεύει μέχρι αργά το βράδυ.
Όταν
τελείωσε στάθηκε ικανοποιημένος σ’ ένα κτσούρ’ (μικρός βράχος σε λόφο) έξω από
το κονάκι του, αγναντεύοντας χαμηλά το οροπέδιο, γνωρίζοντας ότι έχει μεν ξοδέψει και τον τελευταίο κόκκο απ’ όλα
τα γεννήματα αλλά με σύνεση, αξιοποιώντας έτσι άκρα κι άκρα όλα τα χωράφια του. Ήταν σίγουρος ότι το θαύμα θα
γινόταν, κι αυτή τη χρονιά ο κάμπος θα έδινε τέτοια συγκομιδή που θα την θυμόντουσαν ακόμα και οι γενιές που θ’
ακολουθούσαν.
Ένας αργόσυρτος Μάιος πέρασε
χωρίς να κουβαλήσει κανένα ευχάριστο καινούριο γεγονός στο διάβα του, μήτε
σταγόνα βροχής να φέρει. Καθημερνά τα σύγνεφα, σαν τεράστιες γυναικείες κάτασπρες μπαμπακέλες στ’ ουρανού τ’ αλώνια,
έρχονταν και έφευγαν, σκόρπαγαν και ματαέσμιγαν, σαν πρόβατα που τα σαλάγαγε αψύς και
βιαστικός τσοπάνης για να τα σταλιάσει γρήγορα, αλλοπαρμένος από το κάλεσμα της
νιάς γυναίκας του που τον περίμενε στο
κονάκι! Ώρες και μέρες αγωνίας πέρασε ο
γέρο ζευγίτης βάζοντας κεραμίδι το χέρι του στο μέτωπο, αγναντεύοντας
ακατάπαυστα αλλά μάταια, μια την Παλιοβούνα (κορυφή βουνού) στη δύση και μια
κατά τον Πετρίτη (νοτιανατολική κορυφή του Παρνασσού) στην Ανατολή,
ακολουθώντας τα κούφια σύγνεφα που δεν είχαν να στάξουν μήτε στανιάτ’κο δάκρυ, ούτε καν σαν εκείνο τ’ αργό της ’λατόπισσας που
βγαίνει από τσεκουριά νεαρού γεροδεμένου τριγκλάρ’ (υλοτόμου) στο κορμί
νταβραντισμένου έλατου.
Κατέβαινε
κάθε γέρμα στην εκκλησιά και παρακάλαγε τον ξένο Άγιο, χωρίς να τολμάει απ’ την
ντροπή του να σταθεί απέναντι στον δικό του, του οποίου η εικόνα έστεκε δίπλα
ακριβώς!!!
Έβγαινε
ύστερα απ’ έξω κι έβλεπε ότι το πηγάδι είχε αρκετό νερό και δεν μπορούσε να
καταλάβει τ’ άδικο, οι άνθρωποι και τα ζώα να έχουν να πιουν δηλαδή και τα
γεννήματα να το στερούνται! Έβλεπε και τους άλλους συχωριανούς του,
φαμελιάριδες αυτούς, που τράβαγαν τα ίδια και τους λυπόταν η ψυχή του γιατί στο
πρόσωπό τους οίκτιρε τον εαυτό του. Ανεβοκατέβαινε στο Χωριό και κανένας δεν
μπορούσε να του δώσει κουράγιο. Εκείνοι δε που είχαν πρωτοστατήσει στην αλλαγή
ευθύνης της εδαφικής επικράτειας, φέρνοντας τον ξένο Άγιο και αναθέτοντάς του
καθήκοντα σε ένα τόπο που δεν τον γνώριζε, είχαν χαθεί από τα καφενεία της
αγοράς ή ακόμα χειρότερα έκαναν τον ανήξερο.
Όλα φαίνονταν σαν να κατρακύλαγαν τον κατήφορο χωρίς χάρτη και δίχως
σταματημό.
Ο Ιούνιος ήταν ακόμα πιο δύσκολος.
Κάποια απ’ τα φυτά είχαν ‘’σκάσει’’ από το έδαφος, αλλά έμοιαζαν να χάσκουν
αραιά σαν τα λειψά δόντια γεροντικής οδοντοστοιχίας! Εδώ κι εκεί ξεπρόβαλε
καμιά τούφα χωρίς να υπάρχει συμπαγής συνέχεια που να θυμίζει σπαρτοχώραφο. Το
έδαφος από την έλλειψη βροχής ήταν κομματιασμένο σε μικρά χωμάτινα τμήματα
μοιάζοντας με τεράστια ψημένη και χαραγμένη σε ακατάστατα φιλιά (κομμάτια)
τραχανόπιτα. Όταν καμιά φορά ανάσαινε καμιά πνοή ανέμου, σύγνεφο σηκωνόταν η
καφετιά σκόνη κι απ’αρρώσταινε τον τόπο, φανερώνοντας την καταστροφή των
σπαρμένων γεννημάτων.
Κατά τα μέσα του Ιούλη η απελπισία
του είχε μετατραπεί σε οργή. Πήγε και ξαναπήγε στο ’ξωκλήσι για να ζητήσει
εξηγήσεις, κι όσο ο ξενομπάτης άγιος απ’ την εικόνα του τον ατένιζε αγέρωχος
χωρίς να του αποκρίνεται, τόσο αυτός οργιζόταν πλιότερο. Κατέβηκε και
ξανακατέβηκε στο Χωριό ζητώντας συμπαράσταση. Όμως οι περσότεροι από αυτούς
στους οποίους απευθυνόταν έκαναν τον ….νιάχα ( δήθεν χαζό) για την κοροϊδία, αν
και αυτοί ήταν ‘’αλειμμένοι’’ με τις
αποφάσεις και άρα υπεύθυνοι για την καταστροφή. Η μοναδική του
παρηγοριά ήταν τα λίγα πρόβατα και ο εγγονός του, που του στεκόταν γερό
στήριγμα βοσκώντάς τα όλο και πιο βαθιά
μέσα στα έλατα.
Ένα απόβραδο στο τέλος αυτού του
μήνα ο γέρο Ζάχος πήγε στην κρυψώνα, έβγαλε τ’ όπλο του και έβαλε στην τσέπη
του δυό πλόχειρα σφαίρες. Το καθάρισε το λάδωσε και έλεγξε όλα του τα
εξαρτήματα να δει αν δουλεύουν σωστά. Ήταν ένα παλιό Μάνλιχερ που το είχε φέρει
κι αργότερα του το είχε χαρίσει, μαζί μ’ ένα ταγάρι σφαίρες, ο γαμπρός του από
την μεγάλη του κόρη, όταν αυτός γύρισε
στο χωριό μετά την κατάρρευση του μετώπου της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Το
βράδυ κοιμήθηκε μ’ αυτό αγκαλιά, προξενώντας την περιέργεια του παιδιού που τον
ρώτησε:
-
‘’Παππού, γιατί έβγαλες το όπλο; Τι θα το
κάνεις, τι έχεις βάλει κατά νου;’’
-
‘’Το έβγαλα να το λαδώσω, γιατί έχω καιρό
να το περιποιηθώ’’
-
‘’Και γιατί δεν το πήγες πίσω στη θέση
του;’’
-
‘’Θα το κάνω το πρωί’’
Το
παιδί δεν πείστηκε από αυτά που άκουσε, αλλά δεν είπε τίποτα! Όμως δεν
σταμάτησε να παρακολουθεί τον γέροντα ούτε λεπτό, γιατί δεν μπορούσε να
ερμηνεύσει την συμπεριφορά του. Ήξερε ότι αυτόν τον καιρό ήταν πολύ
στενοχωρημένος, όμως δεν κατανοούσε γιατί ξαφνικά το ξετρύπωσε και το
κανάκευε, αφού ο μόνος λόγος που το
έκανε αυτό στο παρελθόν, ήταν η παρουσία λύκων και λύκοι στην περιοχή είχαν πολύ καιρό να φανούν.
Απ’ τα χαράματα και οι δυό ήταν
όρθιοι. Άρμεξαν τα πρόβατα, τα πότισαν στο λίγο νερό της πηγής του
Αϊμαρκούρ’ δίπλα τους και ύστερα τ’
άφησαν ελεύθερα να βοσκήσουν κατά τα έλατα. Έβρασαν το γάλα και το έπηξαν τυρί.
Το παιδί παρακολουθούσε συνεχώς τον παππού του. Αυτός όμως ούτε το όπλο έβαλε
στη θέση του, ούτε ανάσανε τίποτα γι’
αυτό. Ξαφνικά κι ενώ ο ήλιος είχε ανεβεί δυό καλάμια ψηλά ο μπάρμπα Ζαχαριάς,
σαμάρωσε το γάιδαρο, έδεσε το σακούλι του στο σκαρβέλι (το πίσω όρθιο ξύλο του
σαμαριού που έδεναν την τριχιά), τύλιξε το όπλο σ’ ένα κομμάτι μάλλινο πανί, το
έδεσε κι αυτό στο σαμάρι και ύστερα τραβώντας τον γαϊδαράκο κατευθύνθηκε προς την
εκκλησιά!
-
Παππού! για πού τό’βαλες ;
-
Θα κατεβώ στο Χωριό!
-
Και γιατί δεν μου είπες τίποτα νωρίτερα;
-
Τώρα το αποφάσισα!
-
Και το όπλο τι το θες μαζί σου;
-
Το χρειάζομαι για το δρόμο, μπας και μου
βγει μπροστά κανένα ζ’λάπ!
-
Μα δεν φανήκαν λύκοι φέτος ορέ παππού,
βάλτο στη θέση του, μην το παίρνεις μαζί σου.
-
Όχι, Θα το πάρω και να μην ανησυχείς, έχει
και …λαγούς ο τόπος!
Δεν
είπε τίποτα άλλο παρά ακολούθησε τη στράτα
προς τον κάμπο. Το παιδί φοβισμένο και δίχως να καταλαβαίνει τις
προθέσεις του, αλλά επειδή ψυχανεμιζόταν ότι κάτι κακό είχε
στο νου του ο γέροντας, κίνησε από άλλο
μονοπάτι για τον αγροτικό οικισμό του
Λιβαδιού δίπλα στην εκκλησιά, θέλοντας να συναντήσει κάποιους άλλους ζευγίτες, συγγενείς του και να ζητήσει
βοήθεια.
Ο γέρο Ζάχος αισθανόταν να τον
πλακώνει το χρέος! Ήθελε να τιμωρήσει όλους εκείνους που πίστευε ότι τους
κορόιδεψαν. Μπήκε στον ναό με την
αραβίδα στα χέρια. Δεν έδωσε καμιά σημασία στον ξένο Άγιο και βάδισε προς το
μέρος του Αϊ Γιάννη. Έκανε τον σταυρό
του, φίλησε την εικόνα κι ύστερα γονάτισε μπροστά της ακουμπώντας το όπλο στο
πάτωμα.
-
Μετά από δω θα φύγω για το Χωριό. Θα πάω
να τους σκοτώσω όλους! Πρώτα τον Δήμαρχο κι ύστερα τους παπάδες!
Είπε
δυνατά, χωρίς να περιμένει απόκριση!
-
Αυτό που έκαναν να μας βάλουν στ’ ανάδ’,
να σπείρουμε όλα τα χωράφια, να χάσουμε όλο τον σπόρο χωρίς να έχουμε πλέον
ούτε σπυρί για του χρόνου ή για τον καιρό που θα περάσει το κακό, ήταν έγκλημα.
Μας κατέστρεψαν και πρέπει να τιμωρηθούν γι’ αυτό, αλλά επειδή κανένας άλλος δεν πρέπει να το κάνει
διότι είναι όλοι φαμελίτες με πολλά παιδιά τα οποία πρέπει να φροντίσουν, θα το
κάνω εγώ που είμαι γέρος κι έχω φάει τα ψωμιά μου. Και τώρα που σου τα είπα και
ξαλάφρωσα, είμαι έτοιμος να κάνω αυτό που πρέπει!
Συνέχισε
χωρίς ανάσα, θέλοντας να τα προλάβει να τα βγάλει όλα από μέσα του και να τα
κάνει γνωστά στον προστάτη του.
Σηκώθηκε
όρθιος, κοίταξε την εικόνα για τελευταία φορά και το αίμα του πάγωσε. Ο Άγιος
τον κοίταζε αυστηρά με το χέρι του σηκωμένο λες και ήθελε να τον μαλώσει!
-
Τι πράματα είναι αυτά που θες να κάνεις
γέρο Ζάχο; Ποιος είσαι εσύ που τώρα στα γεράματα, μετά από μια καλή και χρήσιμη
ζωή, με τα καλά της και με τα βάσανά της, έχοντας αποκτήσει παιδιά κι εγγόνια, θα στερήσεις τη ζωή σε κάποιους ανθρώπους που
δεν έφταιξαν; Αυτό πίστεψαν αυτό έκαναν! Όταν πήραν εκείνες τις αποφάσεις το
έκαναν για καλό, δεν είχαν στο μυαλό τους την καταστροφή που ήρθε αργότερα. Αν
το γνώριζαν δεν θα τις έπαιρναν. Αλλά
και πάλι το πολύ - πολύ να γλιτώνατε λίγο σπόρο, δεν είναι δα αυτό αιτία
για το θανατικό που ετοιμάζεις. Μάζεψε λοιπόν το μυαλό σου και μη σκοτίζεσαι. Εσύ και οι άλλοι Καλυβιώτες άλλον θα
αποκτήσετε σιγά σιγά, εγώ είμαι εδώ για
να βοηθήσω, να μου έχετε εμπιστοσύνη!
Όλα
αυτά τ’ άκουσε πεντακάθαρα να του τα λέει ο δικός του Άγιος μέσα στο μυαλό του
και αυτόματα συνήλθε! Κατάλαβε την καταστροφή που για δεύτερη φορά θα έβρισκε
το χωριό, όμως για τούτη θα ήταν αυτός εξ ολοκλήρου υπεύθυνος, γιατί εκείνος θα
ήταν που θα την είχε προκαλέσει. Σήκωσε
το όπλο από το πάτωμα, το τύλιξε ξανά στο πανί του, βγήκε από τον ναό και το
έδεσε πίσω στο σαμάρι του γαϊδάρου. Έλυσε το ένα κομμάτι της τριχιάς απ’ το
σκαρβέλι και κατευθύνθηκε πάλι προς το ξωκκλήσι, μη μπορώντας ακόμα να τα
καταπιεί όλ’ αυτά. Γι’ αυτόν, ένας επιπλέον αίτιος της καταστροφής ήταν εκεί,
μέσα στο εκκλησάκι.
Το παιδί φοβισμένο και
ανήσυχο, είχε φτάσει ξεψυχισμένα στα καλύβια, ξεσηκώνοντας τους συγγενείς του
και κάποιους άλλους χωριάτες καλλιεργητές. Κίνησαν όλοι μαζί να προλάβουν το
γέρο πριν αυτός φύγει για το χωριό, υποθέτοντας τις προθέσεις του. Όταν
πλησίασαν την εκκλησιά τον είδαν έξω από αυτή σκυμμένο πάνω από το πηγάδι κάτι
να μονολογεί θυμωμένος, χωρίς να μπορούν ν΄ ακούσουν τι έλεγε όμως!
Πλησίασαν
και είδαν το γέρο να έχει ζώσει σταυρωτά με την τριχιά την εικόνα του Άγιου
Πατάπιου, να την βουτάει στο βάθος του πηγαδιού μέσα στο νερό και να
παραμιλάει!
-
Θα σε πνίξω σώγαμπρε! Εδώ που σ΄ έφεραν.
Ήρθες για να μας μαυρίσεις τις ψυχές μοιράζοντάς μας ελπίδες που αποδείχτηκαν ψεύτικες. Μας
κατέστρεψες χωρίς να σε νοιάζει. Παραγκώνισες τον δικό μας Άγιο, κάνοντας
κατοχή στο σπίτι του, απ’ το οποίο κορδωμένος και αδιάφορος, μας παρακολουθούσες
ν’ αποφτωχαίνουμε . Χάλασες την τάξη και την εμπιστοσύνη που τόσα χρόνια με
θυσίες και υποχωρήσεις είχαμε χτίσει. Νόμισες ότι επειδή είμαστε βουνίσιοι
είμαστε και χαζοί ώστε να μην καταλαβαίνουμε. Ήρθε η ώρα σου λοιπόν να
πληρωθείς όπως σου αξίζει κατά τα έργα σου, αλλά θα πληρώσεις κιόλας για όλα τα δικά μας βάσανα!
Οι
συγγενείς και οι συχωριανοί του τα έχασαν με την συμπεριφορά του γέρου κι αφού
έπεσαν επάνω του, του πήραν την εικόνα.
-
Μπάρμπα Ζάχο, τι είναι αυτά που κάνεις; Τι
σου φταίει η εικόνα; Μην κάνεις έτσι και
μην στενοχωριέσαι γιατί θα έρθουν και καλύτερες μέρες. Τον σπόρο πάλι εμείς θα
τον αυγατίσουμε με πυτιά αυτόν τον λίγο που έχει απομείνει στα κεμέρια μας και
με τη βοήθεια του Αϊ Γιάννη.
Ο
γέρο Ζάχος ο Στούκας συνήλθε για τα
καλά! παράδωσε την εικόνα δίχως αντίσταση και αντιρρήσεις. Είχε ξεθυμάνει.
Ύστερα κάθισε ξαλαφρωμένος, χωρίς να
μιλάει στο ρείθρο του πηγαδιού. Πέρασε κάμποση ώρα και κοντά, αμίλητος αλλά
ήσυχος πλέον μάζεψε την τριχιά και το ζωντανό του και συνοδευόμενος από τον
εγγονό του, τράβηξε για το κονάκι του.
Οι
υπόλοιποι ζευγίτες αποφάσισαν να μην ξαναβάλουν την εικόνα του Άγιου Πατάπιου
πίσω στον ναό, παρά να την πάνε στο χωριό ώστε να επιστραφεί στη συνέχεια στο
μοναστήρι του Λουτρακίου όπου και ανήκε.
Την
επόμενη χρονιά τα χιόνια στον Παρνασσό έπεσαν νωρίς μέχρι πολύ χαμηλά
στο Χωριό. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, πολλές βροχές ζωντάνεψαν τον τόπο.
Ύστερα πέρα κατά τον Απρίλη και τον Μάη, έβρεξε και ξανάβρεξε δίνοντας την δυνατότητα στους φτωχούς ζευγίτες
του Λιβαδιού, στ’ αλώνια που ακολούθησαν τούς επόμενους δυό μήνες, όχι μόνο ν’
ανακτήσουν τον σπόρο που έχασαν τα δίσεκτα χρόνια αλλά να καταφέρουν να βγάλουν και σοδειά!
Η
μεθεπόμενη χρονιά ήταν αυτή της κήρυξης του Πολέμου το 1940 ! Η συγκομιδή ήταν τόσο πλούσια ώστε μ’ αυτή, όλες οι
οικογένειες των αγροτών του οροπέδιου και κατ’ επέκταση ολόκληρου του Χωριού,
κατάφεραν να αντεπεξέλθουν στα δύσκολα χρόνια του πολέμου, της ξένης κατοχής
και της ανέχειας που αυτή επέβαλε! Εκείνη τη χρονιά έγινε το ίδιο και στον
ελαιώνα της Αράχοβας. Η παραγωγή ελιάς ήταν τόσο τρανή που κανένας από τους
παλιότερους δεν θυμόταν τόσο μεγάλη σοδειά. Έχοντας λοιπόν λάδι, γεννήματα αλλά
και τα καλούδια των τσοπάνηδων, το χωριό κατάφερε να γίνει διατροφικά αυτάρκη,
αντιμετωπίζοντας έτσι τους τραχύς
χρόνους που ακολούθησαν.
Φακές!
Α. Φακές απλές!
Χρειαζόμαστε:
· 300
γραμμ. Φακές Λιβαδιού Αράχοβας
·
Ένα κρεμμύδι ξερό
·
Δύο σκελ. Σκόρδο,
·
3/4 φλιτ. Ελαιόλαδο,
·
Ένα κλωνάρι φρέσκια Ρίγανη,
·
Δυο φύλλα δάφνης
·
Αλάτι.
· Ξύδι
από κρασί για το σερβίρισμα.
Μαγειρεύουμε:
1. Πλένουμε
τις φακές, τις βάζουμε σε κατσαρόλα με κρύο νερό τόσο όσο χρειάζεται να τις σκεπάζει και
τις βράζουμε για 5 λεπτά.
2.
Τις σουρώνουμε, τις ξαναρίχνουμε στην κατσαρόλα και
προσθέτουμε κρύο νερό.
3.
Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο. Τα
ρίχνουμε στην κατσαρόλα και προσθέτουμε το κλωναράκι την ρίγανη μαζί με τα
δαφνόφυλλα για να αρωματιστεί το φαγητό.
4.
Αφήνουμε τις φακές να βράσουν για 20 λεπτά
μέχρι να ρουφήξουν σχεδόν όλο το νερό.
5.
Βγάζουμε τη ρίγανη και προσθέτοντας
λίγο-λίγο το ελαιόλαδο ανακατώνοντας συνεχώς, πάντα με ξύλινη κουτάλα, μέχρι να το απορροφήσουν.
6.
Προσθέτουμε το αλάτι και αφήνουμε τις
φακές να βράσουν για 10 λεπτά ακόμα (το αλάτι στα όσπρια μπαίνει πάντα στο τέλος
γιατί αλλιώς ξεφλουδίζουν).
Β. Φακές με λαχανικά !!!
Σε αυτή την συνταγή ‘’κρύβουμε’’ λαχανικά μέσα στο φαγητό και το μικρό μυστικό είναι το ….κύμινο, το οποίο απογειώνει τη γεύση του!
Υλικά:
· 300
γρ. φακές.
· Μια
πατάτα, ένα καρότο , δύο μικρές τομάτες,
Δύο σκ. σκόρδο και ένα κρεμμύδι. Όλα πολτοποιημένα στο μούλτι!
· Μισή
κουταλιά πελτέ.
· 1-2
φύλλα δάφνη.
· αλάτι
πιπέρι
· Μισό
κουταλάκι του γλυκού…. κύμινο (κάνει την διαφορά).
· 3/4
κούπας τσαγιού ελαιόλαδο
· 1
κύβο κνορ ότι γεύση θέλετε (απολύτως προαιρετικά)
· Ξύδι
από κρασί για το σερβίρισμα!
Επι το …έργον!
1. Πλένουμε
καλά τις φακές, τις βράζουμε για λίγο, πετάμε το πρώτο νερό και τις βάζουμε
στην κατσαρόλα με φρέσκο κρύο νερό να τις σκεπάζει.
2. Προσθέτουμε
όλα τα υλικά μαζί εκτός από το λάδι.
3. Μαγειρεύουμε
σε μέτρια φωτιά για 30 λεπτά.
Προσθέτουμε και το λάδι ανακατεύοντας συνεχώς . Συνεχίζουμε για λίγο ακόμα το
μαγείρεμα με ανοιχτό καπάκι να δέσουν οι φακές
και….είμαστε έτοιμοι να σερβίρουμε αφού προηγουμένως ισορροπήσουμε την
γεύση ρίχνοντας ξύδι κατά την προτίμησή μας!
4. Προσοχή!
είναι καλύτερα να είναι …παραβρασμένες οι φακές, παρά να … κριτσανάνε!
Ένα
λευκό κρασί μπορεί να συνοδεύσει
αρμονικά τις φακές, όπως επίσης απαραίτητη είναι η παρουσία στο τραπέζι μιας
πράσινης σαλάτας, φέτας, ελιών και κάποιου αλίπαστου!
Ρεβίθια!
Υλικά:
· 300
γρ. μικρόσπερμα ρεβίθια Αράχοβας (Λιβάδι).
· Ένα
φλιτζάνι λάδι.
· Δύο
μεγάλα ξερά κρεμμύδια σε φέτες.
· Δύο-
τρία φύλλα δάφνης.
· Ένα
κλωναράκι δενδρολίβανο.
· Αλάτι,
Πιπέρι
· Λεμόνι
για το σερβίρισμα
· Αλεύρι και νερό για το ζυμάρι με το
οποίο θα σφραγίσουμε το σκεύος!
Μαγειρεύω!
1. Μουλιάζουμε
τα ρεβίθια αποβραδίς, σε αλατισμένο νερό.
2. Τα
ξεπλένουμε την επομένη και τα βάζουμε σε μια πινιάτα!(πήλινο σκεύος), αν δεν
έχουμε τα βάζουμε σε γάστρα.
3. Προσθέτουμε
όλα τα υλικά εκτός από το λεμόνι.
4. Ρίχνουμε
νερό ώστε να σκεπάζονται τα ρεβίθια και ακόμα δύο δάχτυλα επί πλέον.
5. Ανακατεύουμε
το αλεύρι με το νερό και δημιουργούμε ένα μαλακό κολλώδες ζυμάρι. Κλίνουμε το καπάκι
και το σφραγίζουμε με το ζυμάρι για να μην φεύγουν οι υδρατμοί!
6. Ψήνουμε
σε προθερμασμένο φούρνο στους 150 βαθμούς αντιστάσεις για περίπου 6 ώρες!
Προσοχή!
Αν
θέλουμε να αποφύγουμε το πολύωρο ψήσιμο, κάνουμε το εξής:
1. Μετά
το μούλιασμα βράζουμε τα ρεβίθια μια ώρα σε μπόλικο νερό.
2. Τα
σουρώνουμε και συνεχίζουμε την ίδια ακριβώς διαδικασία, όπως παραπάνω, ψήνοντας
στο φούρνο στους 180ο για μιάμιση με δύο ώρες.
3. Ξεφουρνίζουμε
και αφήνουμε για λίγο να κρυώσουν. Σερβίρουμε με χυμό λεμονιού και
φρεσκοτριμμένο πιπέρι.
ΥΣ.
1.Τα συνοδεύουμε με πράσινη σαλάτα, φέτα , ελιές και καψαλισμένο ψωμί με λάδι
και ρίγανη. Ένα ροζέ κρασί είναι απαραίτητο!
2. Την επόμενη μέρα όσα ρεβίθια έχουν
περισσέψει τα βάζουμε σε μια κατσαρόλα, προσθέτουμε νερό και ρίχνουμε μέσα
…χυλοπίτες ή ρύζι! Δημιουργούμε έτσι ένα ωραιότατο καινούριο φαγητό!
Λαθούρια!
Υλικά:
· Τριακόσια
γραμμ. λαθούρια.
· ¾ τσαγόκουπας. ελαιόλαδο.
· Ένα κρεμμύδι ψιλοκομμένο.
· Ένα
δαφνόφυλλο
· Αλάτι,
πιπέρι
· φρέσκος
χυμός λεμονιού
Οδηγίες μαγειρέματος:
1. Μουλιάζουμε αποβραδίς τα λαθούρια.
2. Την
επόμενη, σε φρέσκο νερό τα βράζουμε για πέντε λεπτά και τα στραγγίζουμε.
3. Βάζουμε
φρέσκο νερό να τα σκεπάζει, προσθέτουμε το κρεμμύδι, τη δάφνη, το πιπέρι και βράζουμε
στη χύτρα περίπου 30'.
4. Ανοίγουμε
το καπάκι και ενώ παίρνουν τελευταία βράση στη φωτιά, ρίχνουμε το λάδι σε δύο
δόσεις ανακατεύοντας συνεχώς με ξύλινη κουτάλα.
5. Αλατίζουμε.
6. Σερβίρουμε
με το φρέσκο χυμό λεμόνι κατά βούληση.
7. Μπορούμε
αν θέλουμε να προσθέσουμε και μία μεγάλη αποφλοιωμένη και ψιλοκομμένη φρέσκια
ντομάτα, μαζί με μια κουταλιά του γλυκού τοματοπελτέ.
Ταιριάζουν με γαύρο ή σαρδέλα
τηγανητή, ταραμοσαλάτα, ελιές και πράσινη
σαλάτα.
Ένα λευκό κρασί, πιθανώς περασμένο
από βαρέλι , θα δημιουργήσει ατμόσφαιρα επίσημου δείπνου!






