Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.

Απ' τα χρόνια ακόμα της Τουρκιάς κι' ύστερα στα πρώτα λεύτερα, οι Αραχωβίτισσες δεν καταπιάστηκαν με την υφαντική τους γενικά και συστηματικά όπως στην Τριπολιτσά, μα σποραδικά καθώς γινόταν τότε σ' όλα τα ελληνικά χωριά. Απ' τα μέσα όμως του περασμένου αιώνα αρχίζουν να φανερώνουν μια ξεχωριστή επιτήδευση στον αργαλειό. Γενικά η Αραχωβίτισσα ήταν εργατική όπως και σήμερα ακόμα. Πού ήθελες και δεν την έβρισκες. Να βοηθήσει τον άντρα στο χωράφι, στο αμπέλι, στις ελιές ακόμα και στη στάνη, στο άρμεγμα ή στον κούρο. Μα πάντα θα ξέκλεβε λίγο χρόνο για να στρωθεί στο ύφασμα. Και σαν τούς απόκλεινε ο καιρός και το χωριό σκέπαζε η βαρυχειμωνιά, σηκωμό δεν είχε απ' τον αργαλειό. Ακόμα νυχτέρευε και με το φως του λυχναριού. Κι' έτσι σιγά-σιγά γίνηκε γι' αυτή ο αργαλειός ένα πάθος. Μεταξύ τους παράβγαινε ή μια με την άλλη ποια θα παρουσιάσει στο υφαντό της ένα διαφορετικό σχέδιο, ένα παράξενο πλουμίδι, έναν αρμονικό συνδυασμό σε χρώματα. Λες και κάποιο καλλιτεχνικό αίσθημα τις καθοδηγούσε για νάβγουν απ’ τον αργαλειό τους σωστά καλλιτεχνήματα. Κι’ έτσι μέσα σε λίγα χρόνια ήταν καταπληκτική η πρόοδος που κάνανε στην υφαντική. Ο ευγενικός αυτός συναγωνισμός στις υφάντρες της Αράχωβας έκανε σύντομα τα υφαντά τους να θαυμάζονται απ’ όλη τη γύρα περιοχή. Με τον καιρό δεν περιορίζονται να φτιάνουν τα χρειαζούμενα του σπιτικού τους και την προίκα τους, μ’ αρχίζουν να δέχονται παραγγελίες από διάφορα μέρη και να ξενοϋφαίνουν. Κι’ έτσι σιγά-σιγά συστηματοποιήσανε την υφαντική τους για να γενεί ένα απ’ τα κυριώτερα εισοδήματα του χωριού τους. Δεν απόμεινε σπίτι να μην έχει τον αργαλειό του. Και σε λίγο καιρό μεταβλήθηκε η Αράχωβα όλη σ’ έναν απέραντο αργαλειό, κληρονομιά τιμημένη από γενιά σε γενιά.

Ιστορικές πληροφορίες για τα υφαντά της Αράχωβας δυστυχώς πολύ λίγες έχουμε. Πρώτη μας δίνει μερικές αράδες μια γυναίκα στο ταξιδιωτικό της βιβλίο. Είναι η Ρουμάνα Dora d Istria – Ελένη Γκίκα. Πέρασε απ’ την Αράχωβα το καλοκαίρι του 1860. Έμεινε στο αρχοντικό του τότε δημάρχου Στέργιου Κονίτσα κι' η γυναίκα του 'Ασήμω—κόρη του Γιάννη Μέγα που είχε σκοτωθεί σε συμπλοκή με ληστές στο Ζεμενό, ανάλαβε την ξεναγώγησή της. Για να την περιποιηθεί, γράφει η Dora d Istria: «η 'Ασήμω μ' οδήγησε στον κήπο της που είχαν απλώσει μαζί με μαξιλάρια μερικά απ' αυτά τα στερεά κι' ωραία κιλίμια της 'Αράχωβας που τα χρώματά τους δεν ξεβάφουν». Και παρακάτω... «οι γυναίκες της 'Αράχωβας κάνουν εξαιρετικά κιλίμια».

Στα 1885 περνάει ο λογοτέχνης Τιμολέων 'Αμπελάς και τις εντυπώσεις του δημοσιεύει σ' ένα άρθρο. Είναι ο πρώτος που καταπιάνονται κάπως πιο πλατιά με το ζήτημα των υφαντών. Γράφει: «Αι 'Αραχωβίτισσαι είναι εργατικώταται. Τα πλείστα της ενδυμασίας των κατασκευάζουσιν αι ίδιαι· έκτός των έξοχικών ασχολιών των καταγίνονται εις την ταπητουργίαν. Είναι δε αξιόλογοι οι τάπητες των οι τρίφυλλοι, οι λεγόμενοι κοινώς καρπίτια και δίφυλλοι ήτοι οι κορτσίδες και αι βελέντζαι και αι τσέργες (σκεπάσματα μάλλινα, δυνάμενα να σκεπάσωσι δέκα ανθρώπους) αλλά και ταλαγάνια των γυναικών και τα σιγκούνια (!) των ανδρών και άλλα πολυειδή και χρήσιμα υφάσματα είσί έργα των χειρών των, αίτινες διά της εργασίας των ως επί το πλείστον και καταρτίζουσι τας προίκας των…»

Τα δυό αυτά αποσπάσματα είναι τα μοναδικά που έχουμε.

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τις Αραχωβίτισσες κείνου του καιρού στην προεργασία που κάνανε στο μαλλί ως ότου το υφάνουν. Ανακατεμένο όπως το φέρνανε οι τσοπάνηδες απ’ τον κούρο, το πλένανε με σέρα για να καθαρίσει και το στέγνωναν καλά. Ύστερα αρχίζανε το λανάρισμα και ξένοντάς το, το ξεκαθάριζαν απ’ τις περιττές ουσίες που είχε. Το φιάχνανε σε τουλούπες έτοιμες για ν’ αρχίσουν το γνέσιμο στη ρόκα, και να μεταβληθεί στο αδράχτι το μαλλί σε νήμα. Κι’ ήταν οι ρόκες τους ξύλινες ομορφοπελεκημένες από άξια τσοπάνικα χέρια. Γιατί οι τσοπάνηδες του Παρνασσού, σαν σκαρίζανε το κοπάδι τους στη βοσκή, περνούσανε τον καιρό τους πελεκώντας με το σουγιά τους ρόκες, αγκλίτσες, φλογέρες κ.α.

Το γνέσιμο δεν ήταν βαριά δουλειά. Για τούτο οι γυναίκες όπου και να πηγαίνανε παίρνανε κοντά τους και τη ρόκα. Ακόμα και δρόμο σαν είχανε να κάνουν, περπατούσανε και γνέθανε. Και τα χέρια τους παράβγαιναν τα πόδια στη γρηγοράδα. Τότε ο καλός της της τραγουδούσε:

«Μαρή που πας απάνου τη ρόκα γνέθοντας
καρτέραμε και μένα να πάμε λέγοντας».

Αν πείς και τα κορίτσια σταματημό δεν είχαν απ’ τη ρόκα. Είχαν τόσα και τόσα προικιά να φιάξουν. Ολάκερο νοικοκυριό, απ’ τα χέρια τους θα περνούσε. Πότε να τα προκάνουν. Γιατί τα παλληκάρια, μπορεί να τραγουδούσανε:

«Πέτα αυτή τη ρόκα, μην τα γνέθεις τα μαλλιά
Είσαι νέα και ωραία, σε παντρεύει η ομορφιά».

Δεν το πιστεύαν όμως αυτό. Η ομορφιά δεν έφτανε για να παντρευτεί τότε μια κοπέλλα…

Το γνέμα —όπως λέγανε το νήμα— σπάνια το αφήνανε στο φυσικό τους χρώμα, μα το βάφανε. Δεν χρησιμοποιούσανε χημικές μπογιές μα βότανα κι’ άλλες φυσικές ουσίες. Και το βάψιμο ήταν μια απ’ τις πιο δύσκολες δουλειές. Ήθελε τέχνη, για να μην ξεβάφει ύστερα και χύνει. Στην τέχνη αυτή οι Αραχωβίτισσες ήταν μοναδικές. Το μαύρο το βάφανε με ειδικό ξύλο η και φλούδα καρυδιάς. Το κόκκινο με ριζάρι και με μια ρίζα χόρτου —έμοιαζε με τριανταφυλλιά— και το λέγανε βαφή. Με μελιά το πορτοκαλλί. Το κίτρινο με γαλαξίδα και σπαρτολούλουδο. Το σταχτί με βελανίδι. Με καρυδόφλουδα η με καπνιά το καφέ. Το πράσινο με φύλλα κονιζού η με λατζιβήρι. Με μυγδαλόφλουδα το μπεζ. Το λαδί με κονιζό. Το ανοιχτό κίτρινο με άχυρο η με μελιά κ.α.

Κι’ ύστερα ομορφοβαμμένα τα κουβαριάζανε και τα περνούσανε στα μασούρια έτοιμα πιά για τη σαΐτα. Αυτά όλα είναι για το υφάδι του αργαλειού.

Έχουμε όμως και το διασίδι—στιμόνι. Αυτό μονάχα στα σκεπάσματα—κουβέρτες μπαντανίες—είναι μάλλινο, ενώ για στρωσίδια και κιλίμια είναι βαμβακερό. Ειδικές γυναίκες το καλαμίζανε, ύστερα το διάζανε και το περνούσανε στα μιτάρια και στο χτένι για να το βάλουν στον αργαλειό. Τις γυναίκες αυτές τις λέγανε τυλιχταρούδισες.

Ένα μέρος απ’ την προεργασία αυτή ξακολουθεί και σήμερα να γίνεται. Μονάχα που τώρα πιό πολύ χρησιμοποιούνε βιομηχανοποιημένα νήματα και μπογιές χημικές.

Κι’ η Αραχωβίτισσα τα έχει πιά όλα έτοιμα για νάμπει στον αργαλειό και να υφάνει τα λογιώ-λογιώ υφαντά της. Και τί δε φιάχνει. Καρπίτια τετράφυλλα κι’ εξάφυλλα που ζυγίζουν 7—9 οκάδες, κορτσίδες με δυό φύλλα, διαδρόμους, καναπόφυλλα, κρεββατόφυλλα, ψαθούλες για την πόρτα, ταγάρια (μαρούδες), τσάντες μαξιλάρια, κουρτίνες, φλιστά με φλόκο, κουβέρτες, μπαστές οχτώ οκάδες η μιά, τσέργες, μπαντανίες, ταλαγάνια, κάπες και τόσα άλλα.

Σκληρή και κουραστική δουλειά του αργαλειού. Κι’ από μικρή την Αραχωβίτισσα την κρατάει η σαρμινιά (=αργαλειός) σκλάβα. Ξεκολλημό δεν έχει απ’ αυτόν. Δικαιολογημένα λοιπόν το παλληκάρι που ο αργαλειός κρατούσε την καλή του και δεν την άφηνε να πάει να τη δεί, πεισματωμένος παρακαλάει:

«Θεέ μου να τσακιστεί τ’ αντί
να ραγιστεί το χτένι
και να κοπούν πολλές κλωστές
να κάθεται να δένει».

Όταν η υφάντρα, δεν έχει να χοντροϋφάνει, πρέπει όλα χέρια, πόδια, μυαλό, ταυτόχρονα να δουλεύουν. Θέλει μαστοριά κι' αξάδα το ύφαμα, όπως μας λέει κι' ένα σατυρικό δίστιχο:

«Σαν δεν ήξερες να υφάνεις
τα μασούρια τι τα βάνεις
χέρια, πόδια να κουνάς
τη σαίτα να περνάς;»

Η Αραχωβίτισσα, κυριολεχτικά κεντάει στον αργαλειό. Με τα χέρια περνάει μέσα απ' το διασίδι τις κλωστές για να βγάλει ένα τεχνικό σχέδιο και τη σαίτα κάποτε-πότε τη μεταχειρίζεται. Και πόσα πλουμίδια και με τι παράξενα ονόματα. Να μερικά: Ρόκες, κάβουρας, σταυρούς, γραφτό, κούπες, γκρέκα, γέρος, μπράλο, τσιγκέλι, δασονόμος, κλειδιά, βερεβό, μοναστήρι, κλαρί, κατσαντώνη, πολυέλαιος, ήλιος, κουραμπαλίνα, κοδέλλα, ζωντανά, στρωτό, κλαρί, μαγγάνι, νταντέλα, ποτήρια, λαιμοδέτη, πλάτανος, γιατρίνα κ. α.

Σε παλιά χρόνια βάζανε λίγα σχέδια και μεταχειρίζονταν το μαύρο και κόκκινο χρώμα. Με τον καιρό όμως αρχίσανε να ρίχνουν κι' άλλα χρώματα και να βάζουν διάφορα πλουμίδια. Πριν απ' το 1900 κάποια δασκάλα, η κυρία Δήμητρα — το επίθετό της τώρα πιά λησμονήθηκε — τους έμαθε καινούργια πλουμίδια. Εξέλιξη όμως γενικώτερη στην υφαντική της Αράχωβας, έδωσε κι' η Εύα Σικελιανού. Και με τα σχέδια και την όλη σύνθεση του υφαντού, καταπιάνονται συστηματικά σήμερα, η Δις Φωτούλα Μαντά και ο κ. Νίκος Δημάκης.

Κοντά χίλιους αργαλειούς έχει τώρα μέσα η Αράχωβα — σε πολλά σπίτια, δυό και τρεις. Κι' απ' τα υφαντά της, γίνεται εξαγωγή ακόμα και στην Ευρώπη. Ένα έσοδο που όσο πάει όλο κι’ αβγαταίνει.

Χειμωνιάτικη νύχτα. Έξω ο Κατεβατός λυσσομανάει ξέφρενα. Ταρακουνάει τα σπίτια της Αράχωβας λες και θέλει να τα γκρεμίσει. Θαρρείς πως με την αυγή όλα θα έχουν σωριαστεί συθέμελα.

Μια κόρη νυχτερεύει με το φως του λυχναριού κι’ υφαίνει. Είναι αρραβωνιασμένη, κι’ υφαίνει το προικιάτικο καρπίτι της, το «σαλλοκάρπιτο», όπως το λένε. Θα γενεί τετράφυλλο με λογιώ-λογιώ πλουμίδια και χρώματα. Άλλη στο χωριό να μην το έχει. Την αυγή το πρωτοάρχισε. Πήγανε κιόλας το απομεσήμερο για τα καλορίζικα οι φιλενάδες, οι γειτόνισσες. Οι συμπεθέρες —πάντα μονές στον αριθμό— και το ράνανε με κουφέτα και ζαχαρωτά. Η κόρη είναι πιά μόνη, συνεπαρμένη απ’ το υφαντό της. Υφαίνοντας όμως κάθε τόσο ο λογισμός της τρέχει στον αρραβωνιαστικό της, που με τούτο το κακοκαίρι τυλιγμένος στην ταλαγάνια του θα βοσκάει το κοπάδι του σε κάποια πλαγιά του Παρνασσού. Η θύμησή του τη συντροφεύει... Και ξέρει η κόρη ως που να ξυφάνει το σαλλοκάρπιτο θα χρειαστεί καιρός, καιρός πολύς, και κόπος μεγάλος. Μα που τα λογαριάζει τώρα αυτά! Μονάχα που σε κάποια στιγμή το μονότονο χτύπο απ’ το ξυλόχτενό της συνοδεύει με το τραγούδι της:

«Το κέντημα είναι γλέντισμα
κι’ η ρόκα είναι σεργιάνι
κι’ ο ξαναμένος αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη».

Σκλαβιά! Μια ωραία σκλαβιά που κάθε Αραχωβιτοπούλα ποθεί νάβρει...

ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ