![]() |
| Η Έντιθ Κράμερ (1916 - 2014) στο ατελιέ της. (Αυτοπροσωπογραφία) w.w.w. |
Ήταν το 1963, εποχή μέσα
Σεπτέμβρη μάλλον, όταν μια Αμερικανίδα ζωγράφος (αυστριακής καταγωγής), η Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer),
ηλικίας 47 ετών τότε, έφθασε στην Αράχοβα, στον δρόμο της για τους Δελφούς.
Εδώ,
θα έμεινε έκθαμβη από τις βραχώδεις υπώρειες του Παρνασσού που κρέμονται πάνω
από το χωριό. Εξάλλου, μέσα από το σχολείο της και από τα προσωπικά της νεανικά
διαβάσματα, θα είχε μάθει, μάλλον, πολλά
για το ιερό αυτό βουνό, για τον Απόλλωνα, τον Πάνα και τις Νύμφες του, που
τριγυρνούσαν εκεί σε τοπία ειδυλλιακά, γεμάτα μυστήριο και μαγεία.
Το
καλλιτεχνικό της ένστικτο την ώθησε να κάνει μια στάση μεγαλύτερη απ’ τη
συνηθισμένη. να βγάλει απ’ τις αποσκευές της τα ζωγραφικά της
σύνεργα και να ανεβεί στον Παρνασσό. για να δει και να
ανιχνεύσει τοπία, ώστε να αποτυπώσει εικαστικά κάτι συναρπαστικό που θα το είχε
ως πολύτιμο αναμνηστικό, όταν θα επέστρεφε στη βάση της, στην Αμερική.
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, θα αναζήτησε πληροφορίες, για το πώς θα μπορούσε να ανεβεί στο βουνό, ώστε να υλοποιήσει το σχέδιό της. Το πιο πιθανό, θα ρώτησε για κάποιον έμπειρο οδηγό, για να την οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τοποθεσίες. Και αυτός υπήρχε εκείνα τα χρόνια. και ήταν ή ο Νίκος Καραμέρης - πασίγνωστος σε όλους τους Αθηναίους ορειβάτες εκείνης της εποχής - ή ο διάδοχός του Νίκος Γεωργακός.
Ανέβηκε,
λοιπόν, τη βουνοπλαγιά, που τόσο την εντυπωσίασε, και όταν έφτασε στη θέση «Σταυρός»
και ατένισε ξαφνικά μπροστά της, το Λιβάδι
(τη «Νάτεια χώρα γεωργουμένη» των αρχαίων), με τα καλλιεργημένα χωράφια
του και τα καλύβια των ζευγιτών εκεί δίπλα, σίγουρα θα ενθουσιάστηκε, όχι μόνο
για το εξαίσιο τοπίο που είδε, αλλά και για τη φιλοπονία των ντόπιων κατοίκων.
Δεν θα περίμενε, μια τέτοια γραφική κοιλάδα, στα 1.100 μέτρα ύψος, πάνω στο
βουνό, να είναι τόσο εντατικά καλλιεργημένη.
Οπότε, θα
ξέχασε κάθε κούραση από την ανάβασή της έως εκεί, θα αδιαφόρησε για άλλες θέσεις
του βουνού που θα μπορούσαν να είχαν εικαστικό ενδιαφέρον, και παρευθύς θα έψαξε για την κατάλληλη στάση, ώστε
να στήσει το καβαλέτο της, να τοποθετήσει το τελάρο της, βγάζοντας την παλέτα της
και τα χρώματά της.
Το
τελάρο αυτό δεν ήταν μικρό ή συνηθισμένων διαστάσεων, δεδομένου ότι ο υπόψη πίνακας
έχει πλάτος 1,60m και ύψος 0,80m.
Θέλησε, λοιπόν, με αυτόν τρόπο να αποτυπώσει, χορταστικά, κάθε εικαστικό της
ερέθισμα και συναίσθημα.
Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το
γεγονός ότι απέφυγε να βάλει στο κάδρο της τα παρακείμενα καλύβια των ζευγιτών.
Δεν ήθελε να φτιάξει μια συνηθισμένη γραφική τοπιογραφία, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι
ζωγράφοι μπορούν να κάνουν παντού σε κάθε χώρα. Είχε, φαίνεται, άλλες έγνοιες στο
μυαλό της.
Το
ζητούμενο γι’ αυτήν θα ήταν, μάλλον, να καταδείξει την καλλιέργεια της γης σε
ένα τόσο απρόσιτο μέρος και με τέτοιο εντατικό τρόπο, και
![]() |
Αριστερά,
ο εν λόγω πίνακας έχει την ιστορική, κατάφυτη
από έλατα, Παλιοβούνα («Κοίον
όρος» των αρχαίων), με όριο την πλαγιά όπου βρίσκεται το Σαρανταύλι («Κωρύκιον Άντρον»). Στο βάθος του
πίνακα απεικονίζεται ο «Αχλαδόκαμπος» και ο «Σκαμνός», ενώ
δεξιότερα η κατάφυτη «Σολτς».
Ο
ουρανός, άνωθεν, φαίνεται λίγος, σε σχήμα ανοικτού V, λες και θέλει η ζωγράφος να συμβολίσει μ’ αυτό τον
τρόπο, το σήμα της νίκης, οιονεί βραβείο, για όσους καλλιεργούσαν τούτο τον απρόσιτο
τόπο, δηλαδή, τους φίλεργους και ακαταπόνητους ζευγίτες του Λιβαδιού.
Επομένως,
ο πυρήνας του ζωγραφικού θέματος είναι χωράφια, πού άλλα είναι φρεσκοοργωμένα και
άλλα όχι. Τα δεύτερα απλά περιμένουν το αλέτρι, μόλις θα πέσει η επόμενη βροχή.
Όλα
αυτά τα χωράφια είναι αποτυπωμένα με τόση επιμέλεια και εικαστική μαεστρία,
ώστε σήμερα, εάν κάποιος παλιός ζευγίτης έβλεπε τούτο τον ζωγραφικό πίνακα θα
μπορούσε να ονοματίσει τον ιδιοκτήτη κάθε κτήματος.
Αυτή
η εναλλαγή οργωμένου χωραφιού και μη, δημιουργεί, πράγματι, ένα εξαίσιο χαλί με
πολλές - πολλές αποχρώσεις του μπεζ, που εν τέλει, μετατρέπει ένα μεγάλο μέρος τούτης
της τοπιογραφίας σε πίνακα μοντέρνας ζωγραφικής (γεωμετρικό).
Στην
κοσμοθεωρία τής Έντιθ Κράμερ, η εργασία είχε, φαίνεται, πολύ μεγάλη σημασία για
την ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια ήταν, εκτός από ζωγράφος, πρωτοπόρος
στο θέμα της εικαστικής δημιουργικής απασχόλησης ως θεραπευτικής μεθόδου σε
ψυχικές διαταραχές.
Πρέπει,
όμως, να σημειώσουμε επιπλέον, και να μη παραλείψουμε, ότι ο σημερινός θεατής
του υπόψη πίνακα, που γνωρίζει μεν τα τωρινά
δεδομένα του Λιβαδιού, αλλά όχι τα παλιότερα, ξαφνιάζεται βλέποντας τις αλλαγές
που διαπιστώνει ότι έχουν συμβεί εκεί τα τελευταία πενήντα - εξήντα χρόνια και είναι
φυσικό και λογικό να αναρωτιέται: πού χάθηκε τόση φιλοπονία, τόσος κόπος και
μόχθος, όχι μόνο στο Λιβάδι Παρνασσού, αλλά και, συνακόλουθα, σε όλη την
κοιλάδα της Αράχοβας, όπου κάποτε καλλιεργείτο κάθε σπιθαμή εδάφους, αρκεί να
διέθετε μια πέτσα χώματος;
Θα
μπορούσε πάντως ένας, παραφράζοντας τους πρώτους στίχους του τραγουδιού: «Ο εφιάλτης
της Περσεφόνης», του Νίκου Γκάτσου, σχετικά με τη γη της Ελευσίνας, να γράψει,
στιχουργικά, για το Λιβάδι του Παρνασσού:
Εκεί που φύτρωνε σιτάρι και λαθούρι
Κι έβγαζε η γη το πρώτο της μυρώνι
Τώρα, χωριάτες παζαρεύουνε οικόπεδα.
***
Τέλος, αξίζει να
αναφέρουμε ότι ο υπόψη πίνακας δημοπρατείται, αυτό τον καιρό στις Ηνωμένες
Πολιτείες της Αμερικής. Ίσως, την ώρα που σημειώνουμε αυτές τις γραμμές, να
έχει ήδη κατακυρωθεί στο νέο του ιδιοκτήτη.
Εξ
αυτού του λόγου, ο ρέκτης συμπολίτη μας, Λουκάς
Παπαλεξανδρής, δεινός συλλέκτης θεμάτων που ενδιαφέρουν την περιοχή
μας, κατόρθωσε να τον ανιχνεύσει και να μας τον κάνει γνωστό.
Ακολουθούν
λίγα βιογραφικά στοιχεία της Έντιθ Κράμερ,
με βάση τη Wikipedia.
***

Η Έντιθ Κράμερ σε ώρα εικαστικής δημιουργίας. w.w.w.
Η
Έντιθ Κράμερ (Edith Kramer) ήταν Αυστριακή ζωγράφος
του κοινωνικού ρεαλισμού, οπαδός της ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρωτοπόρος της
θεραπείας μέσω της Τέχνης.
Γεννήθηκε
στη Βιέννη της Αυστροουγγαρίας, το 1916. Σε ηλικία 13 ετών, ξεκίνησε μαθήματα Τέχνης
και στη συνέχεια σπούδασε σχέδιο, γλυπτική και ζωγραφική.
Το
1934, μετά την αποφοίτησή της από το Γυμνάσιο, πήγε στην Πράγα για να συνεχίσει
τις καλλιτεχνικές σπουδές της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είδε τη
θεραπευτική επίδραση της Τέχνης, όταν δίδαξε καλλιτεχνικά μαθήματα σε παιδιά
πολιτικών προσφύγων. Όταν η απειλή της ναζιστικής εισβολής άρχισε να
διαφαίνεται, κατέφυγε στην Αμερική, το 1938.
Στην
ηλικία 33 ετών, της προσφέρθηκε δουλειά στο Σχολείο Αρρένων του Γουίλτγουικ (Wiltwyck). ένα σχολείο κέντρο θεραπείας για
παιδιά με συμπεριφορικές και συναισθηματικές ανάγκες. Αυτή η δουλειά
κανονίστηκε γι’ αυτήν από την ψυχαναλύτρια και μέλος του διοικητικού συμβουλίου
του εν λόγω σχολείου, την Δρ. Μπέρναρντ.
Η
Δρ. Μπέρναρντ έδωσε στην Έντιθ Κράμερ τον τίτλο: «Θεραπεύτρια μέσω Τέχνης»,
σημειώνοντας ότι λίγοι δάσκαλοι ήταν πρόθυμοι να ασχοληθούν με τόσο δύσκολους
μαθητές. Ήταν εδώ που εργάστηκε με διαταραγμένα αγόρια, ηλικίας 8 έως 13 ετών,
για τα επόμενα επτά χρόνια.
Η
εκπαίδευση που παρείχε, αφορούσε την Τέχνη, την καλλιτεχνική εκπαίδευση και ειδικά
την ψυχαναλυτικά ενημερωμένη ψυχοθεραπεία. Πίστευε ότι η εξιδανίκευση ήταν ένας
από τους πιο ζωτικούς στόχους της θεραπείας μέσω της Τέχνης. Είχε την άποψη ότι
μέσω της Τέχνης τα αρνητικά συναισθήματα και οι παρορμήσεις ενός ατόμου μετασχηματίζονται
σε χρήσιμα προϊόντα. Αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της σε παιδιά και
εφήβους, που συχνά δεν μπορούσαν να εκφράσουν καλά τα συναισθήματά τους με
λέξεις.
Το
1958, δημοσίευσε το βιβλίο της: «Θεραπεία μέσω Τέχνης σε μια Παιδική
Κοινότητα», βασισμένο στον χρόνο που εργάστηκε με τους μαθητές τής Σχολής
Wiltwyck.
Εργάστηκε,
επίσης, στο Νοσοκομείο Jacobi, στην
παιδοψυχιατρική του πτέρυγα, για 13 χρόνια. Το 1971, δημοσίευσε το βιβλίο της: «Τέχνη
ως Θεραπεία με Παιδιά».
Το
1976, ίδρυσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα: Θεραπεία μέσω Τέχνης, στο
Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Την ίδια περίοδο επινόησε μια σημαντική μέθοδο
του προγράμματος που την ονόμασε: «Παρέμβαση τρίτου χεριού του Θεραπευτή
Τέχνης». Αυτή η έννοια απαιτούσε την ευελιξία τού Θεραπευτή Τέχνης.
Πίστευε
ότι η θεραπεία μέσω Τέχνης θα έπρεπε να εμπίπτει περισσότερο στον τομέα των
ανθρωπιστικών επιστημών, παρά στην ψυχολογία. και
υποστήριζε ότι η θεραπεία μέσω της Τέχνης ήταν συμπλήρωμα της ψυχοθεραπείας.
Κατά
την ενεργό πρακτική της, διατηρούσε στούντιο, όπου ζωγράφιζε, έκανε χαρακτική
και γλυπτική. Συχνά απεικόνιζε φυσικά, απτά αντικείμενα, προσωπογραφίες, τοπία
στην ύπαιθρο καθώς και αστικά τοπία.
Έγινε
πολίτης των ΗΠΑ το 1944. Έλαβε τιμητικό διδακτορικό, το 1996, από το
Πανεπιστήμιο Νόριτς στο Βερμόντ. Συνέχισε να εργάζεται, ως επίκουρη καθηγήτρια,
στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Θεραπείας
μέσω Τέχνης, από το 1973 έως το 2005 και ήταν επίσης επίκουρη καθηγήτρια
στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Θεραπείας μέσω Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ
Ουάσινγκτον.
Η
Αμερικανική Ένωση Θεραπείας μέσω Τέχνης της απένειμε το βραβείο του «Επίτιμου
Ισόβιου Μέλους», λόγω της ύψιστης εκτίμησης στο πρόσωπό της. Η Κράμερ,
τελικά, επέστρεψε στο σπίτι της, στην Αυστρία, και πέθανε σε βαθύτατο γήρας, το έτος 2014.
Στάθης Ασημάκης

.jpeg)