ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ
(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ,
ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)
Το καλοκαίρι του 1912
ο κ. Φάρκουχαρ και εγώ είχαμε εκδράμει μαζί με τα μέλη του ορειβατικού
Σωματείου της Αμερικής «Sierra Club» στα ψηλά βουνά της Καλιφόρνιας, τα
χιονισμένα Sierra Nevada. Από τη στιγμή που επάτησα στην Καλιφόρνια, μου έκαμε
εντύπωση η ομοιότης της με την Ελληνική φύση. Άνθη, δένδρα, θάλασσα, ουρανός,
βουνά όλα είχαν σημάδια Ελληνικά, και η μαγευτική των ομορφιά μου έφερε μια
ακράτητη νοσταλγία να ξαναδώ την Ελλάδα και να πατήσω άλλη μια φορά τα
δοξασμένα της βουνά. Ο κ. Φάρκουχαρ, τελειόφοιτος και αυτός του Harvard, έχει μεγαλώσει με τα παραμύθια του
Ομήρου και με τα όνειρα του Ελληνικού νου.
Οι παραλληλισμοί μου των δυο χωρών του μετέδωκαν την ανυπομονησίαν μου για την Ελλάδα, και στην πευκοστεφανωμένη κοιλάδα του Kern απεφασίσαμε να περάσωμε λίγες εβδομάδες στα Ελληνικά βουνά. Από τους πέντε που είχαμε συμφωνήσει μόνον οι δυο μας κατορθώσαμε να πραγματοποιήσωμε τη συμφωνία μας. Όταν ήμουν στο Βερολίνο έγραψα του κ. Φάρκουχαρ να συναντηθούμε στη Νεάπολη το Μάρτη ή εις τας Πάτρας τας 10 του Απρίλη του 1914. Πραγματικώς στας 10 του Απρίλη ύστερα από μια ανοιξιάτικη Ελληνική Δύση βρεθήκαμε μαζί στο σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών εγώ ερχόμενος από την Αίγυπτο κ’ εκείνος από την Ιταλία. Έτσι μαζί είδαμε την Ολυμπία, την Αττική, ανεβήκαμε τον Παρνασσό, περάσαμε τη Φωκίδα και τη Βοιωτία με τα πόδια, ξαπλωθήκαμε στις πυκνές σκιές των πλατάνων των Τεμπών, και μαζί καθίσαμε στο συμπόσιο των Αθανάτων στη φωτοστέφανη κορυφή του Ολύμπου.
Από το Πατρινό λιμάνι
πρωτοείδαμε τον Παρνασσό και οι δυο μαζί. Ήταν ακόμη χιονισμένος στην κορυφή
και έτσι έμοιαζε σαν ένα μεγάλο φωτόλουστο παλάτι στεφανωμένο με μενεξέδες και
γιασεμιά. Όποιος είδε τον ήλιο ν΄ανατέλλη από το Ενετικό Κάστρο που ακόμα
βαραίνει την ακρόπολη των Πατρών και αντίκρυσε με τα μάτια του τα γαλάζια νερά
του Κορινθιακού να λαμπυρίζουν σαν φωτόσπαρτοι κάμποι και τα αρχαία βουνά
τριγύρω να προβάλλουν σαν αθάνατοι γίγαντες κάτω από το φωτοπλημμυρισμένο
ουρανό, δε θ’ απορήσει πως οι αρχαίοι Έλληνες φαντάσθηκαν τον Παρνασσό ως το
αγαπημένο παλάτι του θεού του φωτός, του Απόλλωνος, και πως στη ρίζα του βουνού
αυτού ήρχοντο χιλιάδες κόσμος Ελληνικός από κάθε Ελληνική χώρα και αποικία για
να προσκυνήσει στο μαρμάρινο ναό των Δελφών και για να εξαγνισθή στα
κρυσταλλένια νερά της Κασταλίας.
Το βράδυ της 22ας Απριλίου
βρεθήκαμε στα αγιασμένα εκείνα χώματα και από το ταπεινό μπαλκονάκι του
Παρασκευά είδαμε με έκσταση τη μεγαλοπρέπεια που βασίλευε μπροστά μας. Η γη
αποκάτω μας ήταν βυθισμένη κάτω βαθιά σε μια στενή και άγρια χαράδρα που
δέχεται τα νερά του αρχαίου Πλειστού, όταν τα μαύρα σύννεφα χύνουν τα δάκρυά
των πάνω από τους κοκκινισμένους βράχους, που στηρίζουν σαν κολώνες αιώνιες τα
πλευρά της χαράδρας. Η θέα είναι άγρια και η εντύπωση βαθιά. Αλλά σιγά σιγά η
χαράδρα απλώνεται σε μια όμορφη πεδιάδα με κανελλιά χωράφια και ασημένια
ελαιόδενδρα και καταπράσινα αμπέλια. Είναι ο περίφημος κάμπος της Κρίσσας
φωτισμένος με δόξα και ποτισμένος με αίμα. Πάρα πέρα λάμπουν τα ζαφειρένια
κύματα του Κορινθιακού που σιγά σιγά πάνε ξεψυχήσουν στα πόδια του Παναχαϊκού
και του Ερυμάνθου. Στη δύση οι σκοτεινότεροι ίσκιοι της Γκιόνας μαυρίζουν σε
ένα ωκεανού χρωμάτων που ο βασιλεμένος ήλιος σκορπά παντού. Χρώματα κίτρινα σαν
χρυσάφι, αργυρά σαν τα φύλλα της ελιάς, λαδιά σαν βελούδο, χρώματα βυσσινιά,
γαλάζια, τριανταφυλλιά. Χρώματα σκοτεινά σαν σύννεφα, και ανοιχτά σαν το πρώτο
γέλιο του καλοκαιριού στα Ελληνικά λειβάδια. Μια αφάνταστη συμφωνία φωτός, μια
μουσική χρωμάτων που πλημμυρίζει αιώνες τώρα τον ιερό τόπο του αρχαίου
φωτοθεού.
Το πρωί πήγαμε να προσκυνήσουμε κ’ εμείς τα αρχαία ερείπια. Ακολουθήσαμε το σκονισμένο δρόμο ως που φθάσαμε στο ναό της Προναίας Αθηνάς. Τα ερείπιά του είναι πλαγιασμένα στη σκιά των ελιών κάτω από τη ανατολική κορυφή των Φαιδριάδων βράχων. Έως εδώ ήρθαν τα στρατεύματα που έστειλε ο Ξέρξης για να πάρουν τους θησαυρούς του Δελφικού Μαντείου. Πάρα πέρα δεν προχώρησαν. Γιατί, όπως λέγει ο Ηρόδοτος, «άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κεραυνοί, και δύο κορυφές του Παρνασσού ράγισαν και κυλίσθηκαν με φοβερό κρότο πάνω στο στρατό, και από το ιερό της Προναίας ακούσθηκε βοή και αλαλαγμός. Τρόμος και φόβος έπεσε στους εχθρούς και όσοι σώθηκαν έτρεξαν να φύγουν…»
Για μας όμως οι οιωνοί
εφάνηκαν αίσιοι. Ο ουρανός απλωνόταν γελαστός και ο ήλιος έλαμπε παντού
νικητής. Γυρίσαμε λοιπόν για να πάμε στη ρίζα του βράχου που τρέχουν τα νερά
της Κασταλίας, κρύα σαν τα χιόνια της βουνοκορφής. Δροσισμένοι με τη θεία
εκείνη δροσιά προχωρήσαμε προς τα επάνω. Ο ιερός δρόμος μας έφερε μέσα από
δοξασμένα ερείπια στο ναό του Απόλλωνος. Στο λάκκο που έσκαψαν οι αρχαιολόγοι
για να εύρουν το χάσμα της Πυθίας δεν είδαμε να ανεβαίνουν οι καπνοί που
ενέπνεαν την αρχαία ιέρεια. Λίγες μαργαρίτες γελούσαν τριγύρω με τα χρυσά των
μάτια και τα άσπρα των πέταλα και μεγάλες κόκκινες παπαρούνες φύτρωναν
καμαρωτές στα χώματα του ιερού ναού. Μάρμαρα άσπρα και κιτρινισμένα βαραίνουν
τη γη τριγύρω. Κολώνες μισογκρεμισμένες στέκονται σαν βουβοί μάρτυρες
περασμένου μεγαλείου. Οι δαφνοστεφανωμένοι ιερείς δεν φαίνονται πια να φωνάξουν
τον αθάνατο Πίνδαρο να καθίση εις το συμπόσιο του θεού. Και ο Θησαυρός των
Αθηναίων που στέκεται μοναχός φρουρός στη μέση τόσων συντριμμιών δεν δέχεται
πια τους αντιπροσώπυς «του ιοστεφάνου
άστεος» με τα πλούσιά των δώρα. Μα η ζωή η μεγάλη βασιλεύει ακόμα και στα
ερείπια. Οι βράχοι είναι ακόμα ζωντανοί στύλοι ζωντανού μεγαλείου. Ο ουρανός
είναι και σήμερα γαλανός και φωτόλουστος. Ο ήλιος σαν αθάνατος ζωοδότης
ανατέλλει και βασιλεύει πρωί και βράδυ και με το φως του το αιώνιο χαϊδεύει τα
βουνά που δε γερνούν ποτέ και τους κάμπους που ξέρουν πάντα να βλαστάνουν άνθη
χαράς και καρπούς ζωής και δάφνες δόξας. Αν ο μαρμάρινος ναός είναι ερείπια, ο
Παρνασσός στέκεται ακόμα νέος στη ζωή και αθάνατος στην ομορφιά «μια Μούσα» όπως λέγει ο Παλαμάς:
«Κάποιου ρυθμού μελλόμενου
και κάποιου ωραίου που θάρθη».
Την άλλη μέρα
σηκωθήκαμε αυγή αυγή και με το γέρο Δήμο ως οδηγό ανεβήκαμε στην κορυφή του
βουνού αυτού. Ήταν, αλήθεια, μια ευτυχισμένη μέρα της ζωής μας, μια μέρα που
περάσαμε με τη συντροφιά των Μουσών, στα μαγευτικά των παλάτια. Αλλά ο ήλιος
άρχισε να γέρνει προς τη δύση και με λύπη χωρισθήκαμε από την αιώνια εκείνη
αρμονία. Από τα Απολλώνια ύψη γλιστρήσαμε πάνω σ’ ένα χιονοσκέπαστο χαλιά γοργά
γοργά στις χαμηλότερες ράχες σκεπασμένες με έλατα και πεύκα και στη ρίζα του
Πετρίτη φθάσαμε στο μονοπάτι της Αράχωβας και τέλος στο βασιλικό δρόμο, που
ενώνει το χωριό αυτό με τους Δελφούς και την Ιτέα. Κοντά σε μια βρύση έξω από
το χωριό καθήσαμε λίγο να ξεκουραστούμε. Λίγο πάρα πέρα η Αράχωβα με τα γραφικά
σπιτάκια της φαινόταν ξαπλωμένη στην Απριλιάτικη λιακάδα. Μερικές κυράδες του
χωριού που μάζευαν χόρτα στα πράσινα χωράφια ήρθαν να τα πλύνουν στην πηγή μας.
Λιγάκι ψηλότερες από τις γυναίκες που βλέπει κανείς στα άλλα Ελληνικά χωριά, με
όμορφο δέρμα, υγρά μαύρα μάτια, και χυτό ανάστημα εφαίνοντο σαν πραγματικές
Καρυάτιδες. Μια νέα κόρη έμεινε πίσω στο χωράφι κάτω από το δρόμο και χωρίς να
μας δει ξακολούθησε να μαζεύει τα χορταράκια της και να τραγουδά μ’ ελεύθερη
και ασημένια φωνή το τραγουδάκι της:
Μια βοσκοπούλ’ αγάπησα
μια ζηλεμένη κόρη
και την αγάπησα πολύ
ήμουν αλάλητο πουλί
δέκα χρονών αγόρι…
Από την πλατεία του
χωριού ακούοντο οι χτύποι του νταουλιού και τα τσακίσματα της καραμούζας και
μπορούσαμε να δούμε μια σειρά παλληκάρια και νέες ενωμένες στο χορό. Ήταν
Παρασκευή της Λαμπρής, η γιορτή της Ζωοδόου Πηγής. Με τους ήχους αυτούς ανεκατεύονταν
και τα βελάσματα των προβάτων από το βάθος της ρεματιάς που ο πιστός τσοπάνος
οδηγούσε στο ρυάκι για να τα ποτίση. Η ρεματιά έφθανε έως την περίφημη «τριπλήν αμαξιτόν» το τριπλό σταυροδρόμι,
όπου ο Οιδίπους σκότωσε τον πατέρα του Λάϊο. Στα πλευρά της κοιλάδος βράχοι,
χωράφια, αμπέλια και ελαιόδενδρα γελούσαν στο γλυκό φως του απογέμματος. Ο γέρο
Δήμος που με τα εξήντα του χρόνια είχε ανεβεί μαζί μας στον Παρνασσό σαν
ζαρκάδι έδειξε με τη γκλίτσα του κατά την ανατολή.
«Εκεί κατ’ είναι το σταυροδρόμι. Κάποιος μούπαν, σκότωσ’ τον πατέρα του
τον παλαιϊκό καιρό»
«Θα λες τον Οιδίποδα, Δήμο»
«Έτσι τον λέγαν; Θα ξέρεις την ιστορία του λόγου σ’. Δε μ’ τη λες και
μένα να τ’ μαθ’;»
Του διηγήθηκα την
ιστορία όπ την θυμόμουνα από το δράμα του Σοφοκλέους και μιμούμενος όσο
μπορούσα καλλίτερα τη γλώσσα του Δήμου. Με τα εξήντα του χρόνια ο γέρο Δήμος
άκουε σαν παιδάκι πιστεύοντας με την αφέλεια παιδιού κάθε λέξη που έλεγα ως
πραγματική ιστορία. Τα μάτια του γύριζαν ανήσυχα δώθε κείθε προς το σταυροδρόμι
σα να έβλεπαν το δράμα της πατροκτονίας να παίζεται άλλη μια φορά μπροστά του
και κάποτε με κοίταζε σαν ξεχασμένος. Η συγκίνησή του ήταν τόσο βαθειά ώστε το
αίμα του μαζεύτηκε στο κεφάλι του και κοκκίνησε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Οι
ρυτίδες του βάθυναν με πόνο, με δεν είπε ούτε λέξη ως ότου έφτασα στην τύφλωση
του Οιδίποδος. Τότε με μιας μίλησε δυο τρεις λέξεις που τούρθαν στα χείλια
χωρίς αντίσταση γεμάτες βάθος και συμπάθεια:
«Μωρ’ τι λες. Στραβώθηκ’ μονάχος τ’; Μπρε το φτωχό! Μια καλαμιά στον
κάμπο και την πήρ’ ο άνεμος! Μωρέ βάσανα!».
Σηκωθήκαμε να πάμε στο
χωριό. Το ταπεινό και καθαρό «Ξενοδοχείο
του Καραϊσκάκη» μας έδωκε κατάλυμα. Είμαστε στο δοξασμένο μέρος που ο
μεγάλος ήρως της Επαναστάσεώς μας έκλεισε μέσα στα χιόνια και αφάνισε ένα
ολόκληρο στρατό Τουρκαρβανίτες. Οι Αραχωβίτες είναι γενιά παλληκαριών. Τα
παλληκάρια ψηλά, δυνατά, όμορφα. Οι γυναίκες ελαφρές, περήφανες, χαριτωμένες.
Καθώς καθήσαμε στο μπαλκόνι και βλέπαμε τον εύθυμο κόσμο να χορεύει και να γελά
ήρθε ο ξενοδόχος με ποτήρια κεχριμπαρένιου κρασιού. Κάποιος νέος μας κερνούσε.
Μας τον έδειξε. Ήταν ξανθός σαν το κρασί. Σηκώσαμε τα ποτήρια και ήπιαμε στην
υγειά του ένα από τα καλύτερα κρασιά που γευθήκαμε στην Ελλάδα, πραγματικώς
Παρνάσσειο. Ανταποδώκαμε το κέρασμα και σε λιγάκι όλο το πλήθος σηκώθηκε να μας
χαιρετήσει με άδολη Ελληνική φιλοξενία και από κάθε στόμα ακούσαμε το
χαιρετισμό της καρδιάς
Καλώς ωρίστε!
Όταν κατεβήκαμε κάτω
οι νέοι που έπαιζαν τα νταούλια και τις καραμούζες κάθισαν προς τιμή μας κοντά
μας και έπαιξαν το πιο καλό τους τραγούδι με όλη τους τη δύναμη. Λιγάκι
ασυνήθιστο κοπλιμέντο για τ’ αυτιά μας και κάπως εκκωφαντικό. Μα όλοι είμαστε
ευχαριστημένοι και ο κ. Φάρκουχαρ με τη συνηθισμένη του ευγένεια είπε «πως ήταν έξοχη μουσική». Τα λόγια του
τόσο ενθουσίασαν τους μουσικούς ώστε έπαιξαν ένα άλλο σκοπό ακόμα πιο γεμάτο
από τον πρώτο και η ευθυμία έλαμπε στα μάτια όλων των χωριανών τόσο άδολη και
περήφανη ώστε τη συμμερισθήκαμε και μεις μ’ όλη μας την κούραση. Τα κεράσματα
ακολουθούσαν συχνά πυκνά και υπήρχε κίνδυνος να πάρουμε πάλι τα βουνά σαν τις
αρχαίες Μαινάδες αν δε προλαβαίναμε να αποσυρθούμε με την πρόφαση πως είμαστε
πολύ κουρασμένοι.
Την άλλη μέρα το πρωΐ
ξεκινήσαμε μόνοι μας για τον Άγιο Λουκά. Ήταν συννεφιά και δω κ’ εκεί έπεφτε
λίγη ψιχάλα. Σιγά σιγά κατεβήκαμε μέσα από αμπέλια και ελαιόδενδρα στο βάθος
της ρεματιάς γυρίζοντας συχνά πίσω και πλάγια για να απολαύσουμε τις μαγευτικές
σκηνές που ακατάπαυστα πρόβαλλαν από κάθε διεύθυνση. Τέλος φθάσαμε στο περίφημο
Σταυροδρόμι. Στην αρχαία εποχή όπως και τώρα εδώ διασταυρόνονται οι δρόμοι από
τη Δαύλεια, τη Χαιρώνεια και το Δίστομο με το δρόμο των Δελφών. Ο γνωστός μας
αρχαιολόγος κ. Σωτηριάδης ανεκάλυψε τώρα και κάμποσα χρόνια λείψανα του αρχαίου
αυτού δρόμου πολύ κοντά στο σημερινό. Ένας λόφος από βράχια στέκεται στο
άνοιγμα της ρεματιάς και χωρίζει τους δρόμους. Η κορυφή του λόφου αυτού δίνει
έξοχη θέα των περιχώρων και για έναν που θέλει να παρακολουθεί τα κινήματα των
διαβατών είναι το πιο στρατηγικό από όλα τα σημεία τριγύρω. Πολύ φυσικό
κρησφύγετο λοιπόν για ληστές και για την αρχαία εποχή και για την νεωτέρα.
Ακριβώς σ’ αυτό το μέρος στα 1856 ο Γιάννης Μέγας με τη βοήθεια των Αραχωβιτών
και άλλων χωρικών της γειτονιάς απέκλεισε και κατέστρεψε τις φοβερές συμμορίες
που για χρόνια ντρόπιαζαν την πατρίδα μας στους ξένους. Ο γενναίος αξιωματικός
πλήρωσε για τη νίκη του με τη ζωή του και ο τάφος του είναι στην κορυφή του
λόφου με ένα πέτρινο σταυρό για να θυμίζει στον αμέριμνο διαβάτη της σήμερον
πως κάθε μεγάλο καλό αγοράζεται με τη θυσία του αίματος. Στο σταυροδρόμι αυτό
απαντήσαμε μια συντροφιά τσοπάνων που τραβούσαν για τη Δαύλεια, τους Δελφούς,
και την Αράχωβα. Ο Γεώργης με τα μαύρα του γένεια, ψηλός σαν αρχαίος Θηβαίος,
με τη μακριά του βακτηρία συνόδευε την κόρη του Στυλιανή. Ένας καλός γεροντάκος
με κοντά άσπρα γένεια και μαλλιά, ο Νέστωρ της συντροφιάς, είχε κοντά του ένα
νέο παλληκάρι ψηλό, ευλύγιστο και κατάξανθο, κρυφό πόθο για κάθε χωριατοπούλα,
και με το ταιριαστό όνομα Φλώρος. Ο γέρο Ηρακλής μας χαιρέτησε πρώτος.
Ώρα καλή παιδιά!
Ώρα καλή!
Για που αν θελ’ ο Θεός;
Για τον Άη Λουκά
Πούθε με το καλό;
Από την Αράχωβα
Κάθισαν στην άκρη του
δρόμου σαν να ήσαν στο σπιτάκι των και μας ανάγκασαν να τους μιμηθούμε.
«Κάτσετ’ χάμου να ξαποστάσετ’ λιγάκι. Η μέρα του Θεού είναι μεγάλη κι’ ο
Άη Λουκάς κοντά. Κάτσετ’ χάμου να κουβεντιάσουμ’ λίγου.»
Σαν καλοί σύντροφοι
καθήσαμε κ’ εμείς στις πέτρες και αρχίσαμε την ομιλία που στο τέλος μας ΄βγαλε
πολύ κερδισμένους. Πρώτα πρώτα έπρεπε ν’ απαντήσουμε στα ερωτήματά των. Ήθελαν
να μάθουν τι γίνετε στην Αθήνα και τι χώρα είναι η Αμερική. «Πολλά παλληκάρια από τα χωριά μας έχουν
τραβήξει κατά κείθε», μας είπαν. «κι’
όταν λείπουν τα παλληκάρια από’ να χωριό είναι σαν καλοκαίρι χωρίς καρπό. Πως
τα παν’ οι δικοί μας στα ξένα’ κει; Ο Θεός να βάλει το χέρι τ’ απάνω τους,
γιατί πολλές ελπίδες τρέφουν οι μανάδες τους γι’ αυτούς». Ο γέρο Ηρακλής
φυσικά αφού ήταν ο γεροντότερος απ’ όλους είχε και το δικαίωμα του λόγου
πρώτος.
(Έπεται συνέχεια).
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ




