Εμείς δεν έχουμε
λόγο να αντιδικήσουμε, ευθέως, με την παραπάνω άποψη, αφού δεν διαθέτουμε θεμελιωμένη
επιστημονικά γνώμη. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ενδελεχή ιστορική έρευνα,
για την οποία ούτε ειδικοί είμαστε, ούτε και τον απαραίτητο χρόνο διαθέτουμε
για μια τέτοιου είδους έρευνα.
Όμως, τυχαία, ήλθε
στα χέρια μας ένα ενδιαφέρον βιβλίο του Μπάμπη Άννινου (1852-1934)
δημοσιογράφου, ποιητή και θεατρικού συγγραφέα, που ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής
στην εποχή του. Στο βιβλίο αυτό που έχει τίτλο: «Η Απολογία του Οδυσσέως Ανδρούτσου»2
αναφέρεται μεταξύ πολλών άλλων και η πληροφορία σχετικά με την σπηλιά του
Οδυσσέα Ανδρούτσου. Την πληροφορία αυτή κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε
στο παρόν άρθρο, ώστε να υπάρξει ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα από τους
φιλίστορες αναγνώστες.
Γράφει, λοιπόν, ο Μπάμπης
Άννινος:
«[…] Τον
ειρημένον Τρελώνυ3 πρεσβύτην ήδη εβδομήκοντα και πέντε ετών
όντα, εγνώρισεν ο Στέφανος Ξένος4 εις μίαν των λεσχών του
Λονδίνου κατά τα 1860, τας αποκαλύψεις δε αυτού και διαφόρους πληροφορίας
κυρίως περί Οδυσσέως Ανδρούτσου και των εν τω Κωρυκίω άντρω διατρεξάντων, έγραψε και εδημοσίευσεν ο Ξένος υπό τον τίτλον:
«Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», εν τω Α΄ και Β΄ τόμω του τότε παρ’
αυτού εκδιδομένου εν Λονδίνω «Βρετανικού Αστέρος».
Η πραγματεία αύτη
θα εκέκτητο μεγάλην και αναμφισβήτητον ιστορικήν αξίαν, εάν περί του κύρους
αυτής δεν υπήρχον εύλογοι δισταγμοί ένεκα της προβεβηκυίας ηλικίας του αφηγουμένου,
του οποίου δεν είναι βέβαιον ότι δεν είχε επισκοτισθεί η μνήμη και η κρίσις
μετά πάροδον τόσων ετών, προπάντων δ’ ένεκα
της εγνωσμένης τάσεως του
ευφαντάστου συγγραφέως της «Ηρωΐδος της Ελληνικής Επαναστάσεως» περί το
παριστάν τα γεγονότα επί το υπερβολικώτερον και μυθιστορικώτερον. Δια τούτο,
ό,τι ενόμισα αναγκαίον να παραλάβω εκ της εκτενούς ταύτης αφηγήσεως παραθέτω ενταύθα μετά δεούσης επιφυλάξεως ως
προς την ιστορική ακρίβειαν. Εν αυτή γίνεται λόγος και περί του Κωρυκίου
άντρου, παραθέτω δε ώδε την εξής περιγραφήν, ήτις δεν στερείται ζωηρότητος,
παρά το σύνηθες στομφώδες και μιξοβάρβαρον ύφος του Ξένου.
“Το Κωρύκιον άντρον ευρίσκεται επί της Κωρυκίας κορυφής
του Παρνασσού. Το άντρον τούτο φαίνεται πάντη άγνωστον σχεδόν καθ’ όλον το
διάστημα της δουλοκρατίας των Ελλήνων. Ο πρώτος, όστις το ανακάλυψε και
κάμνει περί τούτου μνείαν, είναι ο
δόκτωρ Ε. Δ. Κλαρκ5 εις τας αρχάς της ενεστώσης εκατονταετηρίδος. Εύρε το μεγαλοπρεπές τούτο
της φύσεως παλάτιον κατοικίαν αναριθμήτων και παντοίων σαρκοφάγων ορνέων. Όταν
αφίχθη εις το ύψος των βράχων, ένθα έκειτο
η οπή, παρετήρησεν επί ταύτης αετόν. πυροβολήσας δε κατά τούτου, ίνα ανοίξη την δίοδόν του, με
φρίκην ου μικράν είδε πάραυτα νέφος ατέλειωτον ορνέων να εξέλθη ορμητικώς και
βιαίως μετά κρωγμών και κλαγγασμών πατάσσοντα μετά κρότου τα πτερά των.
και εις δέκα λεγεώνας σχηματισθέντα, υψώθησαν εις τον αέρα και διηυθύνθησαν
προς τας άνωθι του άντρου χιονοσκεπείς σχεδόν πάντοτε ακρωρίας του Παρνασσού. Μετά την πολύτιμον
ταύτην ανακάλυψιν, τα όρνεα, άτινα διεδέχθησαν δια τόσους αιώνας τας Μούσας,
παρεχώρησαν εις την σειρά των τούτο εις τους κλέπτας και αρματωλούς.
και ο Οδυσσεύς, μεγιστάν της Λεβαδείας, γιγνώσκων τα στενά και τα καταφύγια της Στερεάς Ελλάδος
πλέον παντός άλλου, είναι ο πρώτος ανήρ ο εννοήσας την επισημότητα τοιούτου
ασύλου. Όθεν και πριν της Επαναστάσεως πολλάκις κατέφυγε και εκρύπτετο ενταύθα
και εφυλάττετο να οχυρώση τούτο εις πρώτην ευκαιρίαν και ως ακρόπολιν της
Στερεάς Ελλάδος και ίνα δια τούτου υπερασπισθή καθ΄ οιασδήποτε εμφυλίου ή εχθρικής επιδρομής. Διήλθον τον
βίον μου (γράφει ο Τρελώνυ) εις τας Ινδίας και εις την Αμερικήν, εις τας κυριωτέρας
πόλεις της Ευρώπης, και όμως πρέπει να ομολογήσω ότι δεν απήντησα εις ουδέν της
γης μέρος φύσην μεγαλοπρεπεστέραν, κλίμα ευκραέστερον. Ο Παρνασσός! το
μεγαλοπρεπές και πολυγήλοφον όρος, καταφύγιον του Απόλλωνος, των Μουσών και
ιδίως του Βάκχου, εκ μαρμάρου και τιτανολίθου έχων τας κορυφάς του στείρας
χλόης και φυτών, θεωρεί δια μιας εμπροσθίως όλον τον Κορινθιακόν κόλπον, ως
λίμνην εκτυλισσόμενον προ των ποδών του.
εξ ευωνύμων συνασπίζεται με τον Ελικώνα
και κατοπτρίζεται εις την Κωπαΐδα λίμνην.
και οπισθίως τηλεσκοπεί τον υψαύχενα Όλυμπον, κατοικίαν του Διός και άλλων
πατέρων της αρχαϊκής πολυθεΐας. Δείξον μου ορίζοντα τούτου μαγικώτερον τώρα!
Οποίοι ζεφύρων δρυμώνες! οποίαι τολμηραί φάραγγες! Οποία ιερά άλση δεν
περιέχονται επί τούτου του Παρνασσού! Εντεύθεν κρημνίζεται με το γλυκύτατον
κελαρυσμόν ασμάραγος η Κασταλία πηγή.
ολίγον έτι μακρύτερα παφλάζουν ο Κηφισσός και ο Πλείστος
και πάλιν ο Χάραδρος αφροσυντρίβεται από κρημνού εις κρημνόν επί του εδάφους με
νάματα διαφανή, ως τα κρύσταλλα τα στεφανούντα την Λυκώρειαν και Κωρυκίαν
κορυφήν, εξ ων ούτοι λαμβάνουν την μυθολογικήν γένεσίν των. Το Κωρύκιον άντρον,
ως δεν αγνοείς, υπήρξε το καταφύγιον των Ελλήνων εις την επιδρομήν του Ξέρξου.
Ενταύθα εκρύβησαν χιλιάδες Ελλήνων και
πάμπολλα των ιερών κειμηλίων των Δελφών.
Οι εγχώριοι το ονομάζουν Κακήν Σκάλαν και άλλοι πάλιν Σαρανταύλι.
αν και Κακήν Σκάλαν, φαίνεται, εννοούν τας χιλίας λελαξευμένας επί των βράχων
βαθμίδας τας αγούσας εις τούτο, και Σαρανταύλι το ίδιον άντρον, όπερ επίσης
καλείται και δι ετέρας καταλληλοτέρας επωνυμίας Μαύρη Τρούπα. Η θέσις του
Σπηλαίου δεν συγχωρεί ουδεμίαν προσβολήν εξ οιουδήποτε μέρους προς την τρίγωνον είσοδόν του. Οδός
ανωφερής και απότομος σε φέρει εις ταύτην, ευρίσκεται δε εις βάθος
εκτεταμένου φυσικού θόλου, όστις προχωρεί βαθέως εντός των τραχέων βράχων
εκατόν πεντήκοντα περίπου ποδών ύψους. Είχομεν κατασκευάσει κρεμαστάς κλίμακας
δια πασσάλων, στερεωμένας επί των βράχων. Η πρώτη κλίμαξ 45-50 ποδών ύψους, ήτο
τοποθετημένη επί του μετώπου του βράχου και αναβατή, βοηθεία των
ορειχαλκίνων στηριγμάτων.
η Δευτέρα εσχημάτιζε γωνίαν με την πρώτην και ήτο επακουμβημένη επί της φυσικής κλίσεως λόφου και έφερεν εις
μικράν θύραν, ήτις ήτο η πρώτη είσοδος του Κωρυκίου άντρου. Άμα η μικρά αύτη
θύρα ηνοίγετο, ευρίσκεσο εις θολωτόν φυσικόν δωμάτιον, ούτινος οι τοίχοι ήσαν
σημειωμένοι εις σταυρωτούς αύλακας δια πολλοτάτων σφαιρών τουφεκίων. Το
δωμάτιον τούτο συνεκοινώνει με τεράτσαν εξήκοντα ποδών μήκους. Ταύτην είχομεν
οχυρώσει κατ’ αυτόν τον τρόπον. Υψώσαμεν ένα χονδρόν και υψηλόν τοίχον με
τουφεκίθρας και επί τούτου εθέσαμεν τα εξ πυροβόλα μου.
Το Κωρύκιον
άντρον διαιρείται εις πολλά διάφορα σπήλαια.
του πρώτου το μήκος είναι διακοσίων ποδών και το ύψος τεσσαράκοντα. Το εξωτερικόν φως, πίπτον επί
της εισόδου, σου επιτρέπει να ιδής την μεγαλοπρεπή ταύτην της φύσεως παστάδα, την οποίαν πολλάκις
παρωμοίασα με την ποικίλην και κατειργασμένην εκείνην αρχιτεκτονικήν των γοτθικών καθεδρών της
Δυτικής Ευρώπης. σταλακτίται ανώμαλοι οροφής ανωμάλου και οξυλίθου με
έδαφος ανωκατωφερές, εφ’ ου ψιθυρίζει πηγή διαυγεστάτη, ήσαν τα πρώτα
αντικείμενα, άπερ προσέβαλλον την όρασιν. Ενταύθα είχομεν αποθήκας και οικίσκους
αρκετούς δια πολεμοφόδια, ζωοτροφίας και κατοικίαν μας. Εις δε το βάθος του
άντρου τούτου παρουσιάζεται μέγα χάσμα, όπερ
είναι η είσοδος, δι ης μεταβαίνει τις εις το δεύτερον άντρον, εκατόν
περίπου ποδών μήκους, πλέον σκοτεινότερον και σχηματίζον γωνίαν ορθήν με το
πρώτον.
Το άντρον τούτο
είναι σκοτεινόν και δεν δύνασαι να το διατρέξης ειμή με δάδας, όσον δε
εισδύεις, τοσούτον η δρόσος είναι αισθαντικωτέρα, το σκότος βαθύτερον και ο
θαυμασμός σου καταπληκτικώτερος. Νομίζεις τη αληθεία, ότι οδεύει προς τα
βασίλεια του Πλούτωνος, προς την αίθουσαν των καταχθονίων θεών.
Εις την λάμψιν
των δάδων η κορυφή και αι πλευραί διαχέουν κρυσταλλωτά οπάλια και αλαβάστρινα
χρώματα. Στήλαι, αυλαίαι ατημελήτων διπλώσεων, γλυφαί, έξοχοι παρυφαί,
ομοιώματα ανθρωπίνων κεφαλών
σχηματισθέντα από της γης τα δάκρυα, και των οποίων τα χάσματα πρασινίζοντα από
έν είδος αμαράντου χιόνος, ήσαν τα διαφανή και λαμπρά έπιπλα, εν μέσω των
οποίων ο Φοίβος έπαιζε με τας Μούσας και ο Παν
ωρχείτο με τας Παρνασσίδας αυτού Μούσας.
Υπάρχουν τώρα και
άλλα μικρότερα σπήλαια συγκοινωνούντα μεταξύ των δια προδρόμων στενωδών, φύσεως εκπληκτικής, παραδόξου και
εμπλέου ξενοτροπίας, με κύτταρα παντοίων ειδών
ως της κυψέλης. έν τούτων είχομεν
μεταβάλει εις Παρεκκλήσιον, δια τον γέροντα ιερέα μας, καλύψαντες
εικόνων, δια πολλών αγίων λειψάνων, αργυρών κανδηλών, ωών ιχθύων (;;;!) και
άλλων συμβόλων, τα οποία συνηθροίσαμεν εκ των περιχώρων εκκλησιών, δια να
προλάβωμεν την διαρπαγήν τούτων είτε από τους Τούρκους είτε από τους
Χριστιανούς. Τον έτερον θαλαμίσκον τον είχομεν γεμάτον εκ του καλλιτέρου σίτου
της Φωκίδος και της Λεβαδείας, ικανόν να μας προφυλάξη δι’ ικανά έτη από λιμόν.
τον σίτον τούτον καθ’ εκάστην εβδομάδα περιεστρέφομεν και
ανεμίζομεν δια να μη φθαρή. Είχομεν και το καθαρώτερον και διαυγέστερον ύδωρ,
προτιμότερον και των καλλιτέρων οίνων και πνευμάτων, όπου ο άνθρωπος εφεύρε.
Τούτο σχηματιζόμενον από της διαλυομένης χιόνος του Παρνασσού, εισέδυε και
διεπέρα τα σπλάχνα όλων των στρωμάτων του όρους μας και έφθανεν απεσταλαγμένον
και διαυγέστερον του κρυστάλλου εντός του άντρου και εναποταμιεύετο εις
δεξαμενήν, την οποίαν επί τούτου κατεσκευάσαμεν. Τοιούτο ήτο το Κωρύκιον
άντρον, καθόσον η μνήμη δύναται μετά τριάκοντα πέντε έτη να με συγχωρήση να
επιμνησθώ.”
Το άντρον τούτο, καθ’ ον καιρόν ο Οδυσσεύς συνεπολέμει μετά των Τούρκων, κατείχετο και εφρουρείτο υπό του Τρελώνυ, καθ’ ου επίσης ο Γκούρας είχεν εκχύσει την οργήν του εν τη προκηρύξει του αποκαλών αυτόν Τουρκοτρελώνυ. Εντός του άντρου ευρίσκετο μετά του Τρελώνυ η οικογένεια του Οδυσσέως και φρουρά ολίγων στρατιωτών, εν οις και δυο Τούρκοι, ο περί ου διελάβομεν ήδη έμπιστος του Οδυσσέως Μουσταφάς και έτερός τις αφωσιωμένος αυτώ, ονόματι Μπαμπαχμέτ. Ο νέος αρχιστράτηγος ωρέγετο την κατοχήν του καταφυγίου τούτου το οποίον εθεώρει ως εγκλείον θησαυρούς αμυθήτους. […]».
Ο συγγραφέας Μπάμπης Άννινος αναφέρεται πιο κάτω στον γιό του Οδυσσέα Ανδρούτσου και σημειώνει:
«[…] Ο δε νεαρός
ούτος υιός του Οδυσσέως επέμφθη εις Μόναχον μετ’ άλλων τέκνων αγωνιστών προς
εκπαίδευσιν δαπάναις του αειμνήστου βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου, μικρόν
μετά την κάθοδον του βασιλέως Όθωνος εις Ελλάδα. Τούτον δε
παρηκολούθησε και η μήτηρ του. Αλλ’ εκεί ο ατυχής ούτος γόνος, Λεωνίδας
ονόματι, απεβίωσεν εν ηλικία δώδεκα ετών, μεγαλοπρεπώς κηδευθείς παρά της βασιλίσσης της Βαυαρίας. Μετά τον θάνατον του μόνου
τέκνου της η δύστηνος μήτηρ επανέκαμψεν εις Ελλάδα και έζησε συντηρουμένη εκ
της παρεχομένης αυτή πενιχράς συντάξεως, κατοικούσα εν τη συνοικία Πλάκας.[…]».
Στην δε υποσημείωση
αριθ. 50 ο Μπάμπης Άννινος αναφέρει:
«Επί του τάφου
αυτού εχαράχθη η εξής επιγραφή, συντηθείσα υπό του επιφανούς φιλλέληνος
Θείρσιου:
“Eνθάδε κείται Λεωνίδας, έγγονος Ανδρούτσου, υιός
Οδυσσέως προ της ήβης αποθανών εν Μονάχω την 11 Δεκεμβρίου 1836. Τον τάφον αυτού
ανέστησε παλαιός τις φιλέλλην, Λουδοβίκος ο της Βαυαρίας βασιλεύς.”
Έπονται δε οι
εξής στίχοι:
“Ειμί θάλος
πολυανθές, υπ’ ανδρών βλαστέν αρίστων, Οίτινες αντ’ αρετής έργ’ οδυνηρά πάθον.
Τον γαρ πάππον
ελών νηλεώς εφόνευσ’ ο τύραννος,
Ου βία, αλλά
δόλω, φάρμακα λυγρά διδούς.
Τον δ’ αυ
γεννητήρα, τον εν πολέμοις αδάμαστον,
Εχθροδαποί πύργον
κρήμνισαν εκ μεγάλου.
Μήτηρ δ’ η
Παρνασσού ενί σπηλαίοις μ’ έτικτεν,
Ενθάδε δωδεκάτη
κλαύσεν αποφθίμενον. ”
Ήτο δε το
μειράκιον τούτο, το γεννηθέν εν τω Κωρυκίω και βαπτισθέν υπό του γέροντος
Πανουριά (όστις εστεφάνωσε ως κουμπάρος και την αδελφή του Οδυσσέως Ταρσίτζαν μετά
του Τρελώνυ), πεπροικισμένου υπό πολλής ευφυΐας και ωμοίαζε πολύ προς τον πατέρα του.[…]».
***
_____________________
1.«Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και η
μάχη στου Κατίκου το Χάνι. Μια άγνωστη σελίδα του αγώνα του 1821», Βοιωτικά
Ιστορικά Μελετήματα, β΄ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Εκδόσεις HVNT, Αθήνα 2023, του Νίκου Τασιόπουλου.
2.«Η απολογία του Οδυσσέως
Ανδρούτσου» του Μπάμπη Άννινου(Σύγχρονη έκδοση Εκάτη, Αθήνα 2007). Αρχικά το
πόνημα αυτό δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Εστία» το 1885 και
εκδόθηκε για πρώτη φορά σε αυτοτελή τόμο το 1887 (μαζί με το συμπλήρωμα «Η
δολοφονία του»).
3. Ο Έντουαρντ
Τζον Τρελώνυ, γνωστός και ως Εδουάρδος
Ιωάννης Τρελώνυ (1792 - 1881),
ήταν Άγγλος τυχοδιώκτης και
συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης ήρθε σε επαφή με τον Οδυσσέα
Ανδρούτσο, του οποίου παντρεύτηκε την 13χρονη ετεροθαλή αδερφή Ταρσίτσα.
Στις εμφύλιες διαμάχες ο Τρελώνυ δεν θα τον εγκαταλείψει, θα κρυφτεί
μαζί με αυτόν στην σπηλιά, όπου είχε ως φρούριο ο Ανδρούτσος και θα τον
στηρίξει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φημολογείτο
ότι είχε κρύψει στο κρησφύγετό του, στην σπηλιά, έναν αμύθητο θησαυρό, του
οποίο το ακριβές μέρος γνώριζε ο Τρελώνυ, αν λάβουμε υπόψιν μας τα
απομνημονεύματά του. Προκειμένου να αποκτήσουν αυτόν τον θησαυρό, ξένοι
αξιωματικοί, προσκείμενοι στον Μαυροκορδάτο, παρουσιάστηκαν ως φίλοι του
Ανδρούτσου και έθεσαν τον εαυτό τους υπό τις διαταγές του Τρελώνυ. Ο
τελευταίος τους πήρε μαζί του στην σπηλιά. Κατά τη διάρκεια ενός αγωνίσματος
σκοποβολής μέσα στην σπηλιά, ο ανύποπτος Τρελώνυ δέχτηκε πισώπλατα δύο
πυροβολισμούς από τον Σκωτσέζο Φάντον και τον Άγγλο Ουάιτκομπ.
Οι λιγοστοί σωματοφύλακες όμως του Τρελώνυ, καθώς και ο πιστός του
σκύλος, τους εμπόδισαν να δραπετεύσουν με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να
θανατωθούν. Τελικά, ο Τρελώνυ παρά τον σοβαρό του τραυματισμό επέζησε
λόγω της σωματικής του διάπλασης.
Ύστερα από αυτό το
περιστατικό θα εγκαταλείψει την σπηλιά και θα καταφύγει μαζί με την γυναίκα του
στη Ζάκυνθο όπου θα ζήσει πλουσιοπάροχα. Παρ´ όλο που απέκτησε το 1826
ένα παιδί μαζί με την Ταρσίτσα, οι τσακωμοί τους ήταν καθημερινό
φαινόμενο με αποτέλεσμα να της κόψει τα μαλλιά και να την κλείσει σε μοναστήρι.
(Απόσπασμα από w.w.w. Wikipedia).
4.Ο Στέφανος Ξένος (1821 - 1894) ήταν συγγραφέας,
δημοσιογράφος, επιχειρηματίας και ο κύριος εισηγητής του ιστορικού
μυθιστορήματος στην Ελλάδα.
5. Πράγματι, την εποχή της επίσκεψης του Ε.Δ. Κλαρκ (Edward Daniel Clarke) στους Δελφούς ταυτοποιήθηκε η θέση του
Κωρυκίου Άντρου με το Σαρανταύλι, και έτσι, αργότερα, έγινε αξιοθέατο επίσκεψης
από τους επόμενους περιηγητές. Πλην, όμως, επειδή αυτός ενδιαφερόταν πρωτίστως να ανεβεί την κορυφή του Παρνασσού,
δεν σπατάλησε χρόνο για να γνωρίσει το Κωρύκιον Άντρον. Ο πρώτος που επισκέπτεται το εν λόγω σπήλαιο και το περιγράφει είναι ο Άγγλος Robert Raikes
(“The Younger”) στο βιβλίο του: “Memoirs relating to European and Asiatic Turkey and
other countries of the East edited from manuscript journals”, Robert Walpole, London
1818. (“Remarks on parts of Boeotia and Phocis from Raikes”).
Επομένως, οι
περιγραφές του Τρελώνυ για τα όρνεα που αναφέρει τάχα ο Κλαρκ στην είσοδο του
Κωρυκίου Άντρου δεν σχετίζονται με αυτόν τον περιηγητή, αλλά με άλλον μεταγενέστερο.
***



