Του Στάθη Ασημάκη
(αναδημοσίευση & συμπλήρωση)
Από
την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας υπήρξαν πολλές προσπάθειες αποκωδικοποίησης
του σημαντικού δελφικού συμβόλου Έψιλον (Ε), που έπαιζε τον ρόλο
τού πλέον χαρακτηριστικού σήματος του δελφικού ιερού.
Αυτό
είχε τοποθετηθεί τρείς φορές στο αέτωμα του απολλώνιου ναού στους Δελφούς:
μια σε ξύλο, δεύτερη σε χαλκό και τρίτη σε χρυσό.
Το παλαιότερο από αυτά τα Έψιλον (Ε) ήταν ξύλινο και αναφέρεται ως
το ''Ε των Σοφών'', γιατί
αφιερώθηκε από τον Σόλωνα κατά μια εκδοχή, σύμφωνα δε με άλλη αφιερώθηκε
από όλους μαζί τους αναγνωρισμένους τότε σοφούς.
Όταν αυτό φθάρθηκε, οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον ναό το δεύτερο, το οποίο
ήταν χάλκινο. Και σε αντικατάσταση και αυτού, η Λιβία Δρουσίλλα, η σύζυγος του Οκταβιανού Αυγούστου, αφιέρωσε το τρίτο και
τελευταίο, από καθαρό χρυσάφι.
Η μοναδική πληροφορία για το δελφικό Ε προέρχεται από τον Πλούταρχο (46 μ.Χ. -
127 μ.Χ.), ο οποίος, ως ιερέας του Απόλλωνα, πρέπει να ήταν κοινωνός και
γνώστης των Δελφικών Μυστηρίων.
Το γεγονός ότι ο Πλούταρχος αφιέρωσε μια ολόκληρη διατριβή γι’
αυτό το σύμβολο, δείχνει τη μεγάλη σημασία που είχε ως κλειδί για τα δελφικά
δρώμενα.
Στην διατριβή του αυτή, προβάλλονται διάφορες ερμηνείες που κυκλοφορούσαν
τότε, άλλες αδύναμα και άλλες ισχυρά τεκμηριωμένες, κάποιες δε από αυτές
αλληλοαναιρούμενες.
Αναφορικά με ορισμένες ερμηνείες, ο Πλούταρχος στη διατριβή του: «Περί τοῦ ἐν Δελφοῖς Ε» παίρνει θέση με πληθώρα αναλύσεων. Σχετικά με άλλες, δεν παίρνει σαφή θέση και αρκείται απλώς στο να καθοδηγήσει διακριτικά τον αναγνώστη, ώστε να μην κατηγορηθεί ότι αποκαλύπτει κάτι από τα δελφικά μυστήρια.
Αξίζει να αναφέρουμε εδώ μερικές απόψεις, όπως:
α)Το Ε επειδή γράφεται και ΕΙ
είναι χαρακτηριστικό των προς χρησμοδότηση ερωτημάτων (εάν), αλλά και μόριο
ευχής ή παράκλησης (ΕΙ - θε).
β)Ο θεός Απόλλωνας ευνοώντας τη
Διαλεκτική παραδέχεται αυτό το μόριο (ΕΙ) του συλλογισμού
και, χρησιμοποιώντας το συχνά στους χρησμούς του, προτείνει τη χρήση του στους
φιλοσόφους.
γ)Το Ε δηλώνει την
έννοια των αριθμών, ως πεμπάς (πεντάς),
και το ρήμα πεμπάζω σημαίνει λογαριάζω με τα πέντε δάκτυλα και, γενικώς,
λογαριάζω. Εκφράζει, έτσι, την πυθαγόρεια θέση ότι ο αριθμός είναι πρώτη και
απόλυτη αιτία των πάντων.
Αλλά και στη Μουσική, που τόσο αρέσει στο θεό Απόλλωνα, η πεμπάς έχει τη σημασία της. Γιατί πέντε
είναι οι ορθές μουσικές συμφωνίες και παρότι υπάρχουν πολλά διαστήματα μεταξύ
των τόνων, η μελωδία χρησιμοποιεί μόνο πέντε: τη δίεση, το ημιτόνιο, τον τόνο, το τριημιτόνιο και το δίτονο.
Κατά τον Πλάτωνα, αν υπάρχουν περισσότεροι από ένας κόσμοι, τότε
αυτοί είναι πέντε. Αλλά και αν υπάρχει μόνο ένας, όπως λέγει ο Αριστοτέλης,
αυτός αποτελείται από πέντε στοιχεία: τη γη, το νερό, τη φωτιά, τον αέρα και
το πέμπτο που άλλοι ονομάζουν ουρανό, άλλοι φως, άλλοι αιθέρα και άλλοι πέμπτη
ουσία ή πεμπτουσία.
Η εν λόγω διατριβή κλείνει με την άποψη του Αμμώνιου που
υποστηρίζει ότι ούτε αριθμό, ούτε τάξη, ούτε σύνδεσμο, ούτε κάποιο άλλο μόριο
λέξεως δηλώνει το Ε. Αλλά ότι είναι αυτοτελής προσαγόρευση του Απόλλωνα
και προσφώνηση.
Ο Απόλλωνας, όταν πλησιάζει κάποιος στο ναό του, τον χαιρετά και
τον προσαγορεύει με το ''Γνώθι σ’
αυτόν'' και αυτός του ανταπαντά με ''Ε'' (είσαι), αναγνωρίζοντας και ομολογώντας ότι πραγματικά
αυτός υπάρχει.
Ο Πλούταρχος τελειώνει το υπόψη έργο του, χωρίς κάποιο συμπερασματικό επίλογο ή σχόλιο. Δεν κλείνει ουσιαστικά αυτό το θέμα και αφήνει έτσι να εννοηθεί ότι υπάρχουν, πιθανώς, και άλλες πτυχές της αλήθειας. Τηρεί προσεκτικά ως μύστης και ιερέας τις μυστηριακές επιταγές, κάνοντας συγχρόνως ένα άνοιγμα προς τους αμύητους.
Και στη σύγχρονη εποχή έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις που ανακυκλώνουν
αρχαίες θέσεις και τις ενδύουν με
εβραϊκές επιρροές, με συμπαντικές - κοσμικές
και άλλες θεοσοφικές ιδέες, χωρίς να υπάρχει μια κατασταλαγμένη και
αποδεκτή άποψη από τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα.
Κατά την ταπεινή μας γνώμη οι δελφικοί μύθοι και το δελφικό σύμβολο
σχετίζονται μεταξύ τους και εκφράζουν δεδομένα, αναφορικά με την ίδρυση και
λειτουργία του δελφικού μαντείου.
Ίσως, στην πορεία του χρόνου, τα δεδομένα αυτά ενδύθηκαν τη μορφή μύθου,
προκειμένου να παραδοθούν στις αρχαίες κοινωνίες, όχι μόνο ελληνικές, αλλά και
του ευρύτερου μεσογειακού χώρου, με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν και
συντηρήσουν το μυστήριο που ήταν αναγκαίο. έτσι ώστε οι
πιστοί που προσέτρεχαν στο δελφικό μαντείο να μπορούν να νιώθουν ιερό δέος και
να έχουν πλήρη εμπιστοσύνη στους χρησμούς που επιζητούσαν και λάμβαναν από την Πυθία,
έχοντας βαθιά μέσα τους τη βεβαιότητα ότι ο Απόλλων σήμαινε αλάθητα τις
βουλές του Δία, του πατέρα θεών και ανθρώπων.
(από το βιβλίο: «Παρνασσία Νάπη», Αθήνα 2022)
***
Θεωρώ, όμως, ότι μια
νέα άποψη, που στηρίζεται σε αρχαία ξενική προέλευση, συγκεκριμένα: μεσοποτάμια
(σουμέρια), αξίζει να τεθεί, προς διερεύνηση, σε όσους ασχολούνται με το υπόψη
ζήτημα.
Συγκεκριμένα,
σύμφωνα με το πολύτιμο έργο της UNESCO: «Η Ιστορία της Ανθρωπότητας», τόμος 3ος, Έκδοση
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ:
«[…] Μονάχα μια
ξένη εισβολή μπορούσε να ανατρέψει μια
τάξη πραγμάτων, που κάθε Σουμέριος αναγνώριζε ως μέρος του κοσμικού σχήματος.
Οι Ελαμίτες
μπορούσαν να καταστρέψουν τους ναούς της
Ουρ και να πάρουν μαζί τους το άγαλμα του Νανάρ.
Οι άπιστοι
Χιττίτες μπορούσαν να ερημώσουν τη Βαβυλώνα
και να απαγάγουν τον Μαρδούκ (το άγαλμά του) ως αιχμάλωτο στο Χανί.[…]
Ο Νανάρ ως
σεληνιακός θεός (τον αποκαλούσαν επίσης ασιμ-μπαμπάρ που σημαίνει "αυτός που
φωτίζει / φωτεινός"), λατρευόταν σε ολόκληρη τη Σουμερία, και σε
άλλες πόλεις είχε ναούς που του ήταν αφιερωμένοι, ακριβώς, όπως στην Ουρ.
Η Ουρ όμως ήταν
το κύριο ενδιαίτημά του. Υπήρχε μια χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στον δικό
του ναό στην πόλη αυτή και στους ναούς των άλλων θεών.
Μερικοί συγγραφείς έχουν τονίσει το γεγονός ότι στη σουμερική γλώσσα (καθώς επίσης και στην ακκαδική) η λέξη που δηλώνει τον ναό είναι το Ε (= οίκος), και αυτό σημαίνει ότι σύμφωνα με τις σουμερικές πεποιθήσεις ο θεός πραγματικά ζούσε στον «οίκο», ακριβώς όπως ο άνθρωπος ζούσε στο σπίτι του, και αυτό ασφαλώς είναι ορθό - ο ναός ήταν στην κυριολεξία και όχι απλώς μεταφορικά «ο οίκος του Θεού».
Η «ιερή περιοχή» (το
τέμενος) χωριζόταν από την υπόλοιπη πόλη με συμπαγή τείχη που είχαν τεράστιες
πύλες. Η επιφάνειά της είχε ανυψωθεί
τεχνητά, ώστε να σχηματίζει μια υψηλή εξέδρα που δέσποζε στα γύρω.
Μέσα στο χώρο τής
περιτειχισμένης αυτής περιοχής μπορούσαν να κτιστούν ξεχωριστά διάφορα άλλα κτήρια, όλα όμως αφιερωμένα στην
υπηρεσία του προστάτη θεού του κράτους. Μάλιστα το όλο σύμπλεγμα του Τεμένους
της Ουρ (που τυχαίνει να έχει ανασκαφεί πληρέστερα από άλλα τεμένη άλλων χωρών)
ονομαζόταν Ε-γκισ-σιρ-γκαλ, με πρώτο συνθετικό τη λέξη «Ε» = «Οίκος» και η
εσώτερη εξέδρα που επάνω σ’ αυτήν βρισκόταν το Ζιγκουράτ ονομαζόταν Ε-τεμεν-νι-γκουρ.»
***
Επίσης,
πολλοί μύθοι των Σουμερίων είναι παρόμοιοι με ιστορίες των υπολοίπων θρησκειών
της Μέσης Ανατολής. Για παράδειγμα, οι βιβλικές αναφορές για τη δημιουργία του
ανθρώπου και τον κατακλυσμό του Νώε μοιάζουν πάρα πολύ με τους σουμερικούς
μύθους, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι γράφτηκαν αιώνες νωρίτερα της Παλαιάς
Διαθήκης και της Βίβλου.
Κάποιοι
μύθοι, μάλιστα, της ελληνικής μυθολογίας μπορούν να παραλληλιστούν με
αντίστοιχους της μυθολογίας των Σουμερίων, όπως π.χ. η αρπαγή της Περσεφόνης
στον Κάτω Κόσμο μπορεί να παραλληλιστεί με την κάθοδο της Ινάννα
(θεάς του Έρωτα και του Πολέμου) στον κόσμο των νεκρών. (Wikipedia: «Μεσοποταμιακή
Μυθολογία»)
Εάν, τέλος,
σκεφτούμε ότι:
1.Η Απολλώνια θεότητα ήλθε στην Ελλάδα από την Ανατολή (Λυκία), και στη
Λυκία θα έφτασε προερχόμενη, μάλλον, από
τη Μεσοποταμία.
2.Ο Νανάρ ήταν φωτεινός θεός, όπως επίσης και ο Απόλλων ήταν θεός του
φωτός.
3.Στους Δελφούς, στο ιερό τέμενος, οιονεί ζιγκουράτ (λόγω των αναβαθμών
του), που ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα
και ήταν με τείχος ξεχωρισμένο, από την όμορη πόλη, δέσποζε στην πιο ψηλή του
θέση, ο Ναός του Απόλλωνα, όπως ακριβώς, δηλαδή, συνέβαινε και με τον
ναό του Νανάρ στο ιερό τέμενός του, στην Ουρ. (Ως γνωστόν, τόσο το
θέατρο όσο και το στάδιο των Δελφών κατασκευάστηκαν μεν ψηλότερα, αλλά πολύ αργότερα
από το ναό του Απόλλωνα.)
Τότε, μπορούμε εύλογα
να υποθέσουμε ότι το Δελφικό Ε δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά ονομάτιζε
τον δελφικό ναό ως Οίκο του θεού Απόλλωνα, κατά κυριολεξία και
όχι μεταφορικά, και επομένως ό,τι εκπορευόταν - σημαινόταν από εκεί, ως χρησμός, δεν ήταν παρά γνήσιο -
αυθεντικό δώρο του εν λόγω θεού προς τους αιτούντες πιστούς προσκυνητές του,
που κατέφταναν στον Οίκο του, ερχόμενοι από τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου.
Στάθης Ασημάκης


