Τὸ Πάσχα στὰ ἑλληνικά χωριά δὲν εἶναι μονάχα ἀτομική χαρά ἀλλά κι ὁμαδική. Οἱ ἄνθρωποι στὰ ὀρεινά μέρη μας συνεορτάζουν. Ἡ χαρά τοῦ ἑνός σπιτιοῦ εἶναι χαρά ὅλων τῶν σπιτιῶν. Κοινά τὰ γνωρίσματα τῆς πασχαλινῆς ἑορτῆς καὶ κοιναί αἱ συγκινήσεις, αἱ ἐντυπώσεις. Ἡ κοινότης ἐμφανίζεται αὐτή τὴ μέρα στὴν καλύτερη παράστασή της. Μιά τέτοια ζωηρή ὁμαδική πασχαλινή εὐμορφιά μποροῦμε νὰ δοῦμε ἐκδηλωτικότερη καὶ στὸ μεγάλο χωριό τοῦ Παρνασσοῦ, τὴν Ἀράχωβα Βοιωτίας.
Ἐκεῖ ἔχουν τὸ ἔθιμον νὰ ψήνουν ὁμαδικῶς τοὺς ὀβελίας των κατά συνοικίας. Καθώς εἶναι κτισμένη ἡ Ἀράχωβα κατωφερικά στή μεγάλη πλαγιά σύρριζα τοῦ φοβεροῦ βραχώδους “Πετρίτη” τοῦ Παρνασσοῦ, τὰ κλιμακωτά σπίτια της φαίνονται σάν νὰ εἶναι δεμένα μὲ τοὺς ψηλούς τοίχους τῶν κήπων των σ’ ἕνα τεράστιον πυκνόν ὄγκον. Ἀλλά διακρίνονται τὰ ὅρια μεταξύ των. Μέσα στοὺς ὀρεινοὺς ἐκείνους κατοίκους εἶναι καὶ ὀρεινότεροι! Οἱ κατοικοῦντες στὸ ἐπάνω μέρος τῆς πλαγιᾶς αὐτοί, πού μὲ λίγα λεβέντικα πηδήματα βρίσκονται ἐπάνω στὸ Λιβάδι των, στή θερινή δουλειά καὶ ζωή τοῦ μεγάλου ὀροπεδίου τοῦ Παρνασσοῦ μὲ τὸ ἐλατόδασος καὶ τὶς κρῦες πηγές του. Οἱ Ἀραχωβῖτες, αὐτή τὴν ἐποχή σπέρνουν τὰ χωράφια των ἐκεῖ ἀπάνω μὲ σπόρο διμηνιοῦ. Ἕως τὰ τέλη Μαΐου ἀκόμα σπέρνουν σιτάρι καὶ μετά δύο μῆνες τὸ θερίζουν. Ἐκεῖ παράγονται καὶ τὰ βραστερά ρεβύθια των, οἱ περίφημες νόστιμες φακές των. Οἱ κατωΑραχωβῖτες χαρακτηρίζονται ἀπό τοὺς ψηλοτέρους «καμπήσιοι», ἀφοῦ στὴν περιοχή των θάλλουν τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ τὰ περίφημα ἀμπέλια τοῦ τόπου.
Κάθε συνοικία ἔχει καὶ τὸ «λάκκο» της, στὸν ὁποῖο γυρίζονται ὅλο τὸ πρωΐ τοῦ Πάσχα πενήντα - ἑξήντα ὀβελίαι μαζί. Ἀπό τὰ γραφικώτερα πασχαλινά
θεάματα, πού μπορεῖ νὰ δῇ κανείς στὴν
Ἑλλάδα. Ἡ μεγάλη πυρά ἀνάβεται μὲ κοινήν συνεισφοράν καυσοξύλων. Κάθε
νοικοκύρης ἔχει τὴν πασχαλινήν του αὐτοτέλειαν μέσα στὸ ὁμαδικόν ἐκεῖνο ψήσιμο
τῶν ὀβελῶν. Τὸ ἔθιμον τῆς πασχαλινῆς
συναδελφώσεως διατηρεῖται ἀπό τὰ παλαιότερα χριστιανικά χρόνια. Ἀφοῦ ὁ Χριστός
ἀνέστη για ὅλους, κοινός πρέπει νὰ εἶναι κι ὁ ἑορτασμός τῆς ἀναστάσεώς του. Αἱ
πρωινές ὧρες τοῦ Πάσχα μὲ τὸ ὁμαδικόν αὐτό γύρισμα τῶν σουβλῶν εἶναι κοινοτική
εὐφροσύνη. Καὶ φυσικά ἔχει ἀναπτυχθῇ ἅμιλλα ζωηρή ποιός θὰ ἔχῃ τὸ καλύτερο
πασχαλινό ἀρνί, ποιός θὰ τὸ ψήσῃ περιφημότερα - καὶ σ’ αὐτή τὴ δεξιοτεχνία ἡ
ρουμελιώτικη ἱκανότης εἶναι ἀπαράμιλλη. Μὲ τὸ δίκιο των καυχῶνται οἱ Ἀραχωβῖτες
γιὰ τὴν ἀσυναγώνιστη αὐτή ἐπιτυχία των. Τὸ εὔχυμο χορτάρι τοῦ Παρνασσοῦ,
τὰ δροσερά λεπτά νερά του, ὁ ζωογόνος
ἀέρας του, αὐτή ἡ «σπαργῶσα πέτρα», ὅπως τὴν ἔψαλλε ὁ Σοφοκλῆς, τρέφουν τὰ
νοστιμότερα ἀρνιά τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἀραχωβῖτες ἔπρεπε νὰ φανοῦν ἀντάξιοι τῆς
κτηνοτροφικῆς αὐτῆς ἀρετῆς κι ἐφάνησαν ἀπό τὰ
παλιότερα χρόνια, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ φαίνωνται.
Εὐγευστότερον
ὀβελίαν δὲν θὰ ἔφαγε ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης μετά τὴν λαμπράν νίκην του κατά τῶν
Τούρκων στὴν Ἀράχωβα, ὅπου ἐπολιορκήθησαν ἀπό τοὺς γενναίους Ρουμελιώτας κι ἀπό
τὸν βοηθόν των Παρνασσόν, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔσφιξε ἀσφυκτικώτερα μὲ τὴ βαρειά
χιονοβολή του.
Χαρμόσυνες
καὶ δροσερές περνοῦν οἱ πρωινές ὧρες στὸ ὁμαδικό ἐκεῖνο ψήσιμο τῶν ὀβελιῶν.
Πολλοί ξενιτευμένοι Ἀραχωβῖτες πηγαίνουν στὸ χωριό των ἰδιαιτέρως γιὰ τὴ μεγάλη
αὐτή πασχαλινή ἑορτή. Οἰκογένειαι χαίρονται, εὐωχοῦνται, τσουγκρίζουν τὰ
ποτήρια μὲ τὸ ρουμπινένιο γλυκό κρασί τοῦ τόπου. Ὡραῖες, λυγερές κοπέλλες μὲ τὰ
ψηλά ἀναστήματα καὶ τὰ φλογερά μαῦρα μάτια, λεβέντες μὲ κυπαρισσένια ἀτσαλένια
κορμοστασιά εἶναι τὰ λαμπρότερα φαινόμενα τῆς ἑορταστικῆς συναθροίσεως. Ὑπάρχει
μιά ἀνώτερη τέχνη ἀκόμα ψηστική ἐκεῖ πάνω, ἡ τοῦ πασχαλινοῦ κοκορετσιοῦ, ποὺ
εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ πασχαλινοῦ γλεντιοῦ καὶ τρώγεται μὲ κοινήν διανομήν. Ἐπάνω
οἱ κοκκινόφαιοι βράχοι τοῦ Παρνασσοῦ θωπεύονται ἀπό τοὺς ἀνερχόμενους πυκνούς
καπνούς τῶν πυρῶν. Οἱ θεοί του, οἱ ὁποῖοι ὡς συμβολική ὠμορφιά δὲν ἐχάθησαν
ἀκόμα στὸ μέγα κι ὑπερήφανον ὄρος, θὰ εὐφραίνωνται μίαν φοράν ἀκόμα, ὅπως καὶ
στοὺς περασμένους χρόνους ἀπό τὴν ἀνυψουμένην κνίσαν στὰ ὕψη των.
Τὸ
ἀραχωβίτικο σπίτι, ἕνα ἀπό τὰ καλύτερα
στολισμένα ἑλληνικά, χάρις στὴ φημισμένη τοπική ταπητουργία τοῦ τόπου,
δείχνεται πανηγυρικώτερο στὸ πασχαλινό διάκοσμό του. Τὰ χαλιά μὲ τ’ ἁδρά ζωηρά χρώματα καὶ τ’ ἁπλᾶ
μοτίβα τὸ στρώνουν πλούσια. Στοὺς καναπέδες ἁπλώνονται οἱ καλύτερες μπατανίες
καὶ στὰ ἀναπαυτικά μάλλινα προσκέφαλα διπλοκάθονται οἱ πανηγυρισταί μπροστά στὸ
πασχαλινό σοφρᾶ μὲ τὸ δαντελλένιο τραπεζομάνδηλο. Ὅσο κι ἄν ἀνέβηκε ὁ νεώτερος
πολιτισμός ἐκεῖ ἀπάνω, χωριό καὶ σπίτια διατηροῦν πάντα τὸν τοπικό χαρακτῆρα
των, τὸν ἀλλοίωτον ἑλληνικόν διάκοσμον, ὅπως διατηρεῖται ἀκόμα στὴν ἀνδρική
μέση ἡ σφιγμένη πολύπτυχη λευκή φουστανέλλα. Τὴν γραφικότητα τῶν τοπικῶν στολῶν τῶν Ἀραχωβιτισσῶν θὰ δοῦμε καὶ στὸν ὁμαδικόν χορόν τῶν
πασχαλινῶν ἡμερῶν στὴν ἐπάνω πλατεῖα τοῦ χωριοῦ, κάτω ἀπό τὴν κρήνη «Πληκόβρυση», μπροστά στὴν ὁποία ἔχει
φορέσει τὴν κατακαίνουργη πράσινη στολή του ὁ πανύψηλος πολύκλαδος
γεροπλάτανος. Χοροί ἑλληνικοί ἑλίσσονται καὶ τραγούδια τῆς ἀγνῆς ρουμελιώτισσας
Μούσας ἀντηχοῦν στὴν ὁμαδικήν ἐκείνην ὄρχησιν. Ὁλόκληρον τὸ χωριό συναθροίζεται
στὸ πανηγυρικό χοροστάσι. Ἐκεῖ ἡ ἐπίδειξις τῆς λεβεντιᾶς, τῆς λυγηρότητος, τῆς ἀθάνατης ὀρεινῆς ὠμορφιᾶς, τοῦ πολυτίμου
κεντητοῦ γυναικείου ἐνδύματος παρέχουν τὰς δροσεροτέρας ἐαρινάς εἰκόνας
γνησίου ἑλληνικοῦ Πάσχα. Ἀθηναϊκά αὐτοκίνητα
μὲ ὁμίλους φθάνουν πολλά τὸ Πάσχα
στὴν Ἀράχωβα, γιά τὶς βουνήσιες χαρές
της. Οἱ ἐκδρομεῖς περνοῦν ἀπό τὸν νεκρόν
ἑλληνικόν κόσμον τῶν Δελφῶν, ἕνα αἰσθητικόν ὅραμα μοναδικόν βέβαια, ἀλλά ἐπάνω
στὴν Ἀράχωβαν νοιώθουν τὴν ὠμορφιάν μιᾶς ἑλληνικῆς παραδόσεως, πού συνεχίζεται
τὸ αἰσθητικόν της ὅραμα ζωντανό καὶ ἔντονο κάτω ἀπό τοὺς ἀγέρωχους βράχους τοῦ Παρνασσοῦ,
ἀθάνατον κι ἀγέραστον.
Μποέμ
