Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

Τα Κουκουριώτικα(VI)

Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60  


(ΙΙ) Ο Μάρκος του μπαρμπα Ανδρέα
Εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό, οι νεαροί υλοτόμοι του Κούκουρα - ανάμεσά τους και ο αδελφός μου, ο Λουκάς -  που πήγαιναν από τα βαθιά χαράματα στο απέναντι Ξεροβούνι, για να κόψουν ξύλα για το χειμώνα, είχαν αργήσει περισσότερο από το αναμενόμενο και είχε αρχίσει μεγάλη ανησυχία στη γειτονιά. 
Συνήθως, η παρέα αυτή ξεκινούσε γύρω στις δυόμιση τη νύχτα από το χωριό και μέχρι τις έντεκα η ώρα πριν το μεσημέρι είχε επιστρέψει με τα μουλάρια φορτωμένα καυσόξυλα.
Τη συγκεκριμένη όμως μέρα, πέρασε το μεσημέρι και μετά εμφανίστηκαν: ο Λουκάς, ο Γιώργος και ο Αλέκος με τα ζώα τους, και μάλιστα φορτωμένα, όχι μόνο με ξύλα, αλλά και με το σαμάρι και τις τριχιές άλλου ζώου. Ο Νίκος κι ο αδελφός του, ο  Αριστείδης, είχαν μείνει  πίσω  με το μουλάρι τους, το Μάρκο. 
Μόλις έφτασαν, ρώτησαν ανήσυχοι οι δικοί μας το λόγο καθυστέρησης, και η απάντηση έπεσε σαν κεραυνός. Το μουλάρι του μπαρμπα Αντρέα το είχαν δαγκώσει σφήκες, που πετάχτηκαν ξαφνικά από σφηκοφωλιά, λίγο πριν φορτώσουν τα παιδιά του τα καυσόξυλα και επιστρέψουν στο χωριό. Η παρέα, μόλις ξεφόρτωσε τα ξύλα, έφυγε πάλι βιαστικά, για να βοηθήσει και να συμπαρασταθεί στα ταλαιπωρημένα αδέλφια.
Η θεια Δήμητρα, η μάνα τους, μόλις άκουσε το νέο ταράχθηκε, πρώτα  για  τα παιδιά της, αν είναι καλά, και μετά για το ζώο τους, το Μάρκο. Εκείνα τα χρόνια το υποζύγιο ήταν πολύτιμο για κάθε σπίτι. Ήταν κάτι παραπάνω από ζώο, ήταν μέλος της οικογένειας. 
Οι μεταφορές στο χωριό γίνονταν, τότε, αποκλειστικά με τα ζώα, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι στο χωριό θεωρούσαν ότι είχαν εξασφαλίσει τις προμήθειές τους για το χειμώνα, μόνο όταν μετά το: σιτάρι, λάδι, κρασί, όσπρια, τραχανά, “φύλλο” (χυλοπίτες)  και τα καυσόξυλα, είχαν αγοράσει και τα άχυρα για το υποζύγιό τους. Καμία οικογένεια δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τη γεωργική παραγωγή, εάν δεν είχε ένα καλό μουλάρι ή γαϊδούρι.
Ο Μάρκος ήταν ένα δυνατό και ήσυχο μουλάρι με βαθύ σκούρο καφέ τρίχωμα, χωρίς χούγια και παραξενιές. Ήταν, όμως, άτυχο να βρεθεί δίπλα στη σφηκοφωλιά, καθώς βοσκούσε αμέριμνο μέσα στο ξέφωτο του δάσους, περιμένοντας να φορτωθεί τα κομμένα καυσόξυλα.
Τα αδέλφια στενοχωρημένα συνόδευαν το δύστυχο ζώο τους, σιγά - σιγά, στο δρόμο για το χωριό. Κόντευε να σουρουπώσει, όταν, επιτέλους, έφτασαν στη γειτονιά μας με το πληγωμένο από τις σφήκες μουλάρι τους, έχοντας μαζί τους και τους φίλους τους, ως συμπαραστάτες. 
Το ταλαιπωρημένο ζώο ήταν γεμάτο οιδήματα σε όλο του το σώμα, ούτε καν έβλεπε, προχωρούσε αργά - αργά με την καθοδήγηση και την ενθάρρυνση, πότε του Νίκου και πότε του Αριστείδη. Ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, όταν έφτασε στο χωριό. Οι γείτονες, μικροί - μεγάλοι, βγήκαν στο δρόμο να το δουν και ήσαν όλοι στεναχωρημένοι, λες και υποδέχονταν βαριά τραυματισμένο άνθρωπο. 
Στενοχωριούνταν για το πάθημα του καλού αυτού ζώου και παράλληλα θλίβονταν τη φτωχή οικογένεια, για το κακό που τους είχε βρει, διότι καταλάβαιναν ότι ο Μάρκος δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολλές μέρες. Θα  έπρεπε, λοιπόν, να αγοραστεί άλλο ζώο, στη θέση του  και δεν υπήρχαν χρήματα εκείνη τη δύσκολη εποχή. 
Εμείς, τα μικρότερα παιδιά της γειτονιάς, λυπημένα ακολουθούσαμε την πομπή μέχρι να φτάσει το ζώο στο σπίτι του και να μπει στο στάβλο του. Η οικογένεια του μπαρμπα Αντρέα ήταν δακρυσμένη, η θεια Δήμητρα σχεδόν μοιρολογούσε. Κάλεσαν αμέσως κάποιον χωριανό, που είχε λίγες κτηνιατρικές γνώσεις και δόθηκαν μερικές συμβουλές. Άρχισαν να βάζουν επιθέματα πάνω στα οιδήματα του ζώου, που κείτονταν πλέον στο δάπεδο του στάβλου φαρδύ - πλατύ. Όσο περνούσαν,όμως, οι ώρες η κατάστασή του χειροτέρευε και μετά από μια - δυο μέρες το ζώο ψόφησε. 
Η γειτονιά είχε πραγματικά λυπηθεί. Οι γειτόνισσες παρηγορούσαν τη θεια Δήμητρα, και της υπόσχονταν  ότι θα της δάνειζαν το δικό τους ζώο, κάθε φορά που θα είχε κάποια ανάγκη για μεταφορά, μέχρι να αγοράσει η οικογένειά της άλλο μουλάρι. 
Είχα συγκλονιστεί κι εγώ, και κάθε τόσο έφευγα από το σπίτι μου και  πήγαινα στο σπίτι της θεια Δήμητρας, για να δω έστω και για λίγο από την πόρτα του υπογείου σε τι κατάσταση βρισκόταν το ταλαιπωρημένο αυτό ζώο. Μόνο όταν το μετέφεραν ψόφιο, για να το θάψουν έξω από το χωριό, αρνήθηκα να το δω και έμεινα κλεισμένος μέσα στο σπίτι μου. 
Μετά από λίγο καιρό ο μπαρμπα Αντρέας αναγκάστηκε να αγοράσει ένα γαϊδουράκι, αλλά αυτό δεν ήταν σαν το Μάρκο…
 Στάθης Ασημάκης