Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ένα ιρλανδικό βλέμμα στην Αράχωβα του 1856 και το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

 


Στις σελίδες μιας παλιάς εφημερίδας ελληνικής ή μιας χώρας του εξωτερικού συναντούμε πολλές φορές μαρτυρίες που, πέρα από την ιστορική τους αξία, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή διασώζουν εικόνες και στιγμές της καθημερινής ζωής που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στον χρόνο. Μια τέτοια πολύτιμη και σπάνια μαρτυρία αποτελεί το περιηγητικό κείμενο του Ιρλανδού William Smith O’Brien, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Μάϊο του 1956 μαζί με τον γιό του και απόσπασμα από το ταξίδι του  αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Nation του Δουβλίνου, στις 25 Ιουλίου 1857, με τον τίτλο «Προσωπικές αναμνήσεις—Τρεις μήνες στην Ελλάδα». Το κείμενο αποτελεί το έβδομο κεφάλαιο των ταξιδιωτικών του αναμνήσεων και καταγράφει την περιήγησή του στη Ρούμελη, από τη Λιβαδειά προς τη Χαιρώνεια, την Αράχωβα, τους Δελφούς και την ευρύτερη περιοχή του Παρνασσού.
Η αξία της αφήγησης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο O’Brien δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα αποκλειστικά ως έναν τόπο αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Η διαδρομή του τον οδηγεί από τα μνημεία και τις αναμνήσεις της αρχαιότητας στη ζωντανή Ελλάδα του 19ου αιώνα: στους ανθρώπους, στα χωριά, στις συνήθειες, στην ενδυμασία, στη φιλοξενία, στους χορούς, στα τραγούδια και στις καθημερινές εκδηλώσεις μιας κοινωνίας που μόλις λίγες δεκαετίες νωρίτερα είχε περάσει από τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Από τη Χαιρώνεια στη Γραβιά: η περιήγηση ενός Ιρλανδού στον Παρνασσό και τη Φωκίδα

Η αφήγηση του William Smith O’Brien στο έβδομο κεφάλαιο, έχει αφετηρία της συγκεκριμένης διαδρομής τη Λιβαδειά, από όπου κατευθύνεται προς την Αράχωβα, περνώντας από τη Χαιρώνεια. Η επιλογή να επισκεφθεί τη Χαιρώνεια δεν είναι τυχαία. Παρότι η περιοχή βρίσκεται εκτός της άμεσης διαδρομής προς την Αράχωβα και τους Δελφούς, ο ίδιος θεωρεί ότι ένας ταξιδιώτης δεν θα μπορούσε να περάσει τόσο κοντά από το περίφημο πεδίο μάχης χωρίς να κάνει την απαραίτητη παράκαμψη.
Στη Χαιρώνεια η προσοχή του στρέφεται στα κατάλοιπα της αρχαιότητας και κυρίως στα θραύσματα του κολοσσιαίου Λέοντα της Χαιρώνειας, το μνημείο που είχε ανεγερθεί προς τιμήν των Θηβαίων του Ιερού Λόχου. Η παρουσία του Παρνασσού και του Ελικώνα στο τοπίο ενισχύει ακόμη περισσότερο τους ιστορικούς και ποιητικούς συνειρμούς του. Μάλιστα, ο ίδιος συνθέτει στίχους καθώς στέκεται μπροστά στο μνημείο, συνδέοντας τη θυσία των αρχαίων υπερασπιστών της ελευθερίας με την ιστορία της δικής του πατρίδας, της Ιρλανδίας.
Από τη Χαιρώνεια η διαδρομή συνεχίζεται προς τον Παρνασσό. Ο δρόμος οδηγεί τον ταξιδιώτη μέσα από ένα άγριο και δύσβατο ορεινό τοπίο, ανάμεσα σε απόκρημνους βράχους και γυμνές πλαγιές. Η φαντασία του O’Brien, επηρεασμένη έντονα από την αρχαία ελληνική γραμματεία, αναζητά εδώ ακόμη και το μυθικό τοπίο του Οιδίποδα. Με βάση τον Παυσανία και τον Σοφοκλή, θεωρεί ότι πιθανότατα πέρασε από το ίδιο εκείνο σταυροδρόμι όπου, σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο, ο Οιδίποδας σκότωσε χωρίς να γνωρίζει τον πατέρα του, τον Λάιο.
Η αρχαιότητα, επομένως, δεν αποτελεί για τον O’Brien ένα μακρινό παρελθόν. Είναι διαρκώς παρούσα στο τοπίο που διασχίζει. Ο Παρνασσός, οι αρχαίοι δρόμοι, οι μύθοι και οι μάχες συνυπάρχουν με τους ανθρώπους και τα χωριά του 19ου αιώνα. Και αυτή ακριβώς η συνύπαρξη είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της αφήγησής του.

Η Αράχωβα και το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου

Η Αράχωβα εμφανίζεται στην αφήγησή του ύστερα από μια δύσκολη ορεινή διαδρομή. Καθώς πλησιάζει την πόλη, ο περιηγητής παρατηρεί τις καλλιεργημένες πλαγιές του Παρνασσού και ιδιαίτερα τους αμπελώνες, σημειώνοντας την επιμέλεια με την οποία καλλιεργούνται. Η παρατήρηση αυτή, αν και σύντομη, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα εικόνα της αγροτικής οικονομίας της Αράχωβας στα μέσα του 19ου αιώνα.
Ωστόσο, η πραγματική αποκάλυψη για τον σημερινό αναγνώστη αρχίζει όταν ο O’Brien φθάνει στην Αράχωβα και φιλοξενείται στο σπίτι του Δημάρχου. Βγαίνοντας το βράδυ για να γνωρίσει την πόλη και τους κατοίκους της, κατευθύνεται προς ένα μικρό πλάτωμα στον δρόμο προς τους Δελφούς. Εκεί βρίσκεται μπροστά σε ένα θέαμα που χαρακτηρίζει ως ένα από τα πιο γραφικά και ενδιαφέροντα που έχει δει ποτέ. Είναι η ημέρα του Αγίου Γεωργίου και ολόκληρη σχεδόν η Αράχωβα, μαζί με κατοίκους της γύρω περιοχής, έχει συγκεντρωθεί για το πανηγύρι. Ο ίδιος υπολογίζει ότι το πλήθος φθάνει τουλάχιστον τα χίλια άτομα.
Η περιγραφή αυτή αποκτά ξεχωριστή σημασία, επειδή μας μεταφέρει σε μια Αράχωβα του 1856, είκοσι έξι χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και μας επιτρέπει να δούμε το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου μέσα από τα μάτια ενός ξένου ταξιδιώτη. Δεν πρόκειται για μια απλή αναφορά στη γιορτή. Ο O’Brien παρατηρεί και καταγράφει λεπτομέρειες που για τους ανθρώπους της εποχής πιθανότατα ήταν αυτονόητες, αλλά για εμάς σήμερα αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια.
Ιδιαίτερα αναλυτική είναι η αναφορά του στην παραδοσιακή ενδυμασία των Αραχωβιτών. Ο περιηγητής εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από την εμφάνιση των γυναικών, ώστε σημειώνει χαρακτηριστικά ότι πουθενά αλλού δεν είχε δει τις Ελληνίδες τόσο καλά ντυμένες όσο στην Αράχωβα. Περιγράφει τον λευκό μάλλινο χιτώνα, το λευκό υποκάμισο, τη φαρδιά κόκκινη ζώνη, την κοντή κόκκινη ποδιά, το λευκό μαντήλι με την κόκκινη κορδέλα και τις μακριές πλεξούδες, στις οποίες ήταν δεμένη μεγάλη φούντα που έφθανε σχεδόν μέχρι το έδαφος.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η παρατήρησή του για τα χρυσά νομίσματα που φορούσαν ορισμένες γυναίκες ως στολίδια στο κεφάλι. Αναφέρεται μάλιστα σε μια νεαρή κοπέλα, της οποίας το κόσμημα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των περιηγητών, περιλάμβανε τουλάχιστον πενήντα νομίσματα, με το μικρότερο να έχει περίπου το μέγεθος μιας αγγλικής χρυσής λίρας. Η λεπτομέρεια αυτή προσφέρει μια σπάνια μαρτυρία όχι μόνο για την ενδυμασία, αλλά και για τον πλούτο, την αισθητική και τον συμβολισμό των κοσμημάτων που συνόδευαν την παραδοσιακή φορεσιά της Αράχωβας.
Εξίσου σημαντική είναι η περιγραφή του ίδιου του χορού. Ο O’Brien υπολογίζει ότι περίπου εκατόν πενήντα άνδρες, γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στον κυκλικό χορό, σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο. Παρατηρεί ότι άνδρες και γυναίκες δεν αναμιγνύονταν, αλλά σχημάτιζαν χωριστές ομάδες, ενώ ιδιαίτερη θέση είχε ο κορυφαίος χορευτής, ο οποίος ξεχώριζε για τις κινήσεις, τις χειρονομίες και τα άλματά του. Πρόκειται για μια περιγραφή που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε όχι μόνο τη μορφή του χορού αλλά και την κοινωνική οργάνωση της γιορτής.
Ο περιηγητής καταγράφει ακόμη ένα ιδιαίτερο στοιχείο που διαφοροποιεί, όπως σημειώνει, την Αράχωβα από άλλες περιοχές που είχε επισκεφθεί. Ενώ συνήθως ο ελληνικός κυκλικός χορός συνοδευόταν από τραγούδι, εδώ το τραγούδι είχε αντικατασταθεί από μουσική, η οποία παιζόταν με τύμπανο και φλογέρα. Η μουσική, η αδιάκοπη κίνηση του χορού και το μεγάλο πλήθος δημιουργούσαν ένα θέαμα που ο O’Brien θεωρεί μοναδικό.
Στην ίδια σκηνή βρίσκονταν οι παντρεμένες γυναίκες και οι υπόλοιποι θεατές, καθισμένοι στο έδαφος, μέσα ή έξω από τον κύκλο των χορευτών, ενώ σε άλλο σημείο νεαροί άνδρες συγκεντρώνονταν για αγώνες άλματος και άλλες σωματικές επιδείξεις. Έτσι, μέσα σε λίγες γραμμές, ο Ιρλανδός περιηγητής μας παραδίδει μια σχεδόν κινηματογραφική εικόνα του πανηγυριού: το πλήθος, τις φορεσιές, τον χορό, τη μουσική, τους θεατές, τους νέους και το ορεινό τοπίο του Παρνασσού.
Και είναι ακριβώς το τοπίο που ολοκληρώνει την εικόνα. Ο O’Brien βλέπει γύρω του τις κορυφές του Παρνασσού και των άλλων ορεινών όγκων, ενώ στο βάθος διακρίνει τον Κορινθιακό και τον κόλπο της Κρίσας σαν γαλάζια λίμνη και, ακόμη μακρύτερα, τα βουνά της Πελοποννήσου. Για τον ίδιο, η ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος ενισχύει αποφασιστικά την εντύπωση που του προκαλεί η γιορτή. Δεν βλέπει, επομένως, το πανηγύρι απομονωμένο από τον χώρο του, αλλά ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Αράχωβας και του παρνάσσιου τοπίου.
Η μαρτυρία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν ο περιηγητής περνά από την περιγραφή στην κρίση. Δηλώνει τον θαυμασμό του για τους κατοίκους της ορεινής Ελλάδας και τονίζει ότι οι τρόποι, η συμπεριφορά και η εμφάνισή τους, σε αντίθεση με τις περιγραφές ορισμένων Ευρωπαίων, θα μπορούσαν να τιμήσουν ακόμη και τα πιο πολιτισμένα έθνη. Ιδιαίτερα τον εντυπωσιάζει η ευγένεια με την οποία οι κάτοικοι της Αράχωβας αντιμετωπίζουν τους δύο ξένους, παρά την περιέργεια που προκαλεί η εμφάνισή τους.
Η εικόνα που μεταφέρει ο O’Brien δεν είναι επομένως μόνο μια εικόνα ενός πανηγυριού. Είναι ένα μικρό παράθυρο προς την κοινωνία της Αράχωβας στα μέσα του 19ου αιώνα. Μέσα από τη δική του ματιά διακρίνουμε την ενδυμασία, τα κοσμήματα, τις κοινωνικές σχέσεις, τη συμμετοχή των διαφορετικών ηλικιών στη γιορτή, τη μουσική, τον χορό, τις σωματικές επιδείξεις των νέων, αλλά και την υπερηφάνεια ενός ορεινού πληθυσμού που εξακολουθεί να ζει μέσα σε ένα ισχυρό πλαίσιο τοπικής παράδοσης.
Αξίζει επίσης να διαβαστεί το κείμενο μέσα στο ευρύτερο ιστορικό κλίμα της εποχής. Ο O’Brien βλέπει στην Αράχωβα ανθρώπους που, μόλις λίγες δεκαετίες πριν, είχαν ζήσει τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Στους κατοίκους που συναντά αναγνωρίζει, μάλιστα, στοιχεία της πολεμικής παράδοσης των ορεινών Ελλήνων και συνδέει τη ζωντανή τους παρουσία με τις ηρωικές μνήμες του πρόσφατου παρελθόντος.
Έτσι, η αφήγησή του κινείται συνεχώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν: από τη Χαιρώνεια και τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, στον Οιδίποδα και τον Παρνασσό, και από εκεί στην Αράχωβα του 1856, στους ανθρώπους της και στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Λίγο αργότερα η διαδρομή του θα συνεχιστεί προς τους Δελφούς, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό ταξιδιωτικό τόξο που συνδέει την αρχαιότητα, το τοπίο και τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Για την ιστορία της Αράχωβας, η συγκεκριμένη δημοσίευση έχει επομένως ιδιαίτερη αξία. Η περιγραφή του πανηγυριού του Αγίου Γεωργίου αποτελεί μία από τις σπάνιες ξένες μαρτυρίες που μας επιτρέπουν να δούμε τη μεγάλη αυτή γιορτή όχι όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, μέσα από τη μεταγενέστερη παράδοση και μνήμη, αλλά όπως την αντίκρισε ένας Ευρωπαίος ταξιδιώτης στα μέσα του 19ου αιώνα.
Η μαρτυρία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή ο O’Brien δεν παρατηρεί απλώς. Συμμετέχει, θαυμάζει, συγκρίνει και προσπαθεί να κατανοήσει. Και μέσα από το βλέμμα ενός Ιρλανδού περιηγητή, η Αράχωβα του 1856 αναδύεται για λίγο μπροστά μας: ένα ορεινό χωριό γεμάτο ζωή, όπου την ημέρα του Αγίου Γεωργίου συγκεντρώνονται εκατοντάδες άνθρωποι, φορούν τις τοπικές τους φορεσιές, χορεύουν στον μεγάλο κύκλο, ακούν το τύμπανο και τη φλογέρα και γιορτάζουν κάτω από τις κορυφές του Παρνασσού.
Είναι μια εικόνα που αξίζει να διασωθεί και να παρουσιαστεί αυτούσια, όχι μόνο ως ένα ακόμη ταξιδιωτικό κείμενο για την Ελλάδα, αλλά ως ένα πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο για την Αράχωβα, την κοινωνία της και τη μεγάλη παράδοση του πανηγυριού του Αγίου Γεωργίου.

Από την Αράχωβα στους Δελφούς

Αφήνοντας την Αράχωβα, ο O’Brien κατευθύνεται προς τους Δελφούς, κατεβαίνοντας προς την πεδιάδα της Κρίσσας. Η μετάβαση αυτή είναι συμβολική: από τη νεότερη Αράχωβα περνά στον κατεξοχήν ιερό τόπο της αρχαίας Ελλάδας.
Η εικόνα των Δελφών που αντικρίζει το 1856 είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουμε σήμερα. Ο ίδιος παρατηρεί ένα μικρό χωριό, λίγα θραύσματα αγαλμάτων και κιόνων και τα ίχνη του αρχαίου σταδίου. Παράλληλα, όμως, εντυπωσιάζεται από τη δύναμη του φυσικού τοπίου. Το σχισμένο βουνό, η Κασταλία και οι βραχώδεις σχηματισμοί εξακολουθούν, κατά τη γνώμη του, να διατηρούν εκείνη τη μυστηριώδη μεγαλοπρέπεια που κάποτε έκανε τους προσκυνητές να ταξιδεύουν από μακριά για να συμβουλευθούν το μαντείο.
Στους Δελφούς ο O’Brien αφιερώνει σημαντικό μέρος της αφήγησής του στο μαντείο του Απόλλωνα. Ανατρέχει στον Ηρόδοτο και στην ιστορία του Κροίσου, συζητά τη φύση της προφητείας και αναρωτιέται για τα όρια ανάμεσα στη λογική, την πίστη και το ανεξήγητο.
Αλλά ακόμη και εδώ, η σκέψη του επιστρέφει στην πατρίδα του. Το μαντείο γίνεται αφορμή για να αναρωτηθεί ποιο θα είναι το μέλλον της Ιρλανδίας. Έτσι, οι Δελφοί λειτουργούν στην αφήγησή του όχι μόνο ως αρχαιολογικός τόπος, αλλά και ως ένας χώρος όπου ένας Ιρλανδός εξόριστος στοχάζεται πάνω στην τύχη της δικής του χώρας.

Το Χρισσό και η ελληνική φιλοξενία

Από τους Δελφούς η πορεία συνεχίζεται προς το Χρισσό, όπου ο ταξιδιώτης έρχεται αντιμέτωπος με μια άλλη πτυχή της ελληνικής κοινωνίας: την αυθόρμητη φιλοξενία.
Οι πρόκριτοι του χωριού τον σταματούν στον δρόμο και τον προσκαλούν να γευματίσει μαζί τους. Νεαρές κοπέλες προσφέρουν λουλούδια στους ξένους και ο O’Brien οδηγείται στο σπίτι της οικογένειας Μαλανδρίνου. Εκεί συναντά έναν ηλικιωμένο πατριάρχη, τον οποίο περιγράφει ως έναν εντυπωσιακά ακμαίο γέροντα, και βιώνει μια φιλοξενία που θεωρεί ανώτερη από πολλές αντίστοιχες εμπειρίες του στη Δυτική Ευρώπη.
Το γεύμα μετατρέπεται σε πραγματική γιορτή. Γίνονται προπόσεις για την Ελλάδα και την Ιρλανδία, τραγουδιούνται πατριωτικά τραγούδια και στο τέλος όλοι συμμετέχουν σε έναν γενικό χορό. Ακόμη και ο ηλικιωμένος οικοδεσπότης συμμετέχει στη χαρά της στιγμής.
Η σκηνή αυτή παρουσιάζει μια Ελλάδα διαφορετική από εκείνη των αρχαίων ερειπίων. Είναι η Ελλάδα της φιλοξενίας, της οικογένειας, του τραγουδιού, του χορού και της αυθόρμητης επικοινωνίας. Και είναι αξιοσημείωτο ότι ο O’Brien, ως Ιρλανδός, αισθάνεται ιδιαίτερη συγγένεια με αυτή την εκδήλωση πατριωτισμού και φιλοξενίας.

Η Μονή του Προφήτη Ηλία

Στη συνέχεια, οι ταξιδιώτες κατευθύνονται προς την Άμφισσα, όμως οι συνοδοί τους επιμένουν να κάνουν μια παράκαμψη για να επισκεφθούν τη Μονή του Προφήτη Ηλία. Η μονή βρίσκεται σε λόφο και προσφέρει εντυπωσιακή θέα προς την περιοχή, τον Κορινθιακό κόλπο και τα βουνά της Πελοποννήσου.
Ο O’Brien ενδιαφέρεται όχι μόνο για τη θέα αλλά και για την ίδια τη λειτουργία της μονής. Σημειώνει την περιουσία της, τα κοπάδια και τις εκτάσεις γης που διαθέτει, αλλά ιδιαίτερα εντυπωσιάζεται από τα ξυλόγλυπτα του παρεκκλησίου. Θεωρεί ότι οι τοπικοί τεχνίτες διαθέτουν σημαντικό καλλιτεχνικό ταλέντο και αφήνει να εννοηθεί ότι, εάν είχαν την ευκαιρία συστηματικής εκπαίδευσης στις καλές τέχνες, θα μπορούσαν να επιτύχουν ακόμη μεγαλύτερα πράγματα.

Η Άμφισσα και οι μνήμες του Αγώνα

Το ίδιο βράδυ ο O’Brien φτάνει στην Άμφισσα, όπου φιλοξενείται στο σπίτι του Στρατηγού Πανουργιά. Η παρουσία του στρατηγού συνδέει άμεσα την αφήγηση με την Επανάσταση του 1821. Ο O’Brien τον παρουσιάζει ως γιο ενός από τους κλέφτες αρχηγούς που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα και τον θεωρεί χαρακτηριστικό εκπρόσωπο των ορεινών πολεμιστών στους οποίους αποδίδει μεγάλο μέρος της απελευθέρωσης της Ελλάδας.
Η Άμφισσα, επομένως, δεν είναι για τον ταξιδιώτη απλώς ένας ακόμη γεωγραφικός σταθμός. Είναι ένας τόπος όπου η μνήμη του πρόσφατου πολέμου παραμένει ζωντανή και συνδέεται με πρόσωπα που ο ίδιος θεωρεί φορείς μιας ηρωικής παράδοσης.

Τα Τοπόλια και η πεδιάδα της Άμφισσας

Η περιήγηση συνεχίζεται προς τα Τοπόλια, όπου ο O’Brien δέχεται ακόμη μία πρόσκληση σε γεύμα, αυτή τη φορά από έναν ηλικιωμένο συνταγματάρχη άτακτων στρατευμάτων, βετεράνο πολλών μαχών της Επανάστασης.
Στην περιοχή της πεδιάδας της Άμφισσας ο ταξιδιώτης παρατηρεί και την αγροτική παραγωγή. Ιδιαίτερη εντύπωση του προκαλούν οι ελιές, τις οποίες θεωρεί από τις καλύτερες που έχει γνωρίσει. Περιγράφει ακόμη τον τρόπο με τον οποίο οι νεαρές ελιές φυτεύονται ανάμεσα στους αμπελώνες και αναπτύσσονται σταδιακά πάνω από τα κλήματα, δημιουργώντας μελλοντικά έναν μεγάλο ελαιώνα.
Η περιγραφή αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, γιατί αποκαλύπτει μια διαφορετική πλευρά της περιοχής: την οικονομία, την καλλιέργεια της γης και τον πλούτο που μπορούσε να προσφέρει η γεωργική παραγωγή στους κατοίκους.

Η Άμπλιανη

Από τα Τοπόλια η διαδρομή οδηγεί προς το ορεινό πέρασμα ανάμεσα στην Άμφισσα και τη Γραβιά και στη συνέχεια στην Άμπλιανη. Εδώ ο O’Brien συναντά ένα τοπίο που συνδυάζει τη φυσική ομορφιά με τη μνήμη του πολέμου.
Το πέρασμα, σύμφωνα με την αφήγηση που ακούει επιτόπου, είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Ο ταξιδιώτης συγκρίνει μάλιστα τη μάχη που πραγματοποιήθηκε εκεί με τις αρχαίες Θερμοπύλες και χαρακτηρίζει την περιοχή ως ένα από τα σημαντικότερα σημεία των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων της Ελλάδας.
Ιδιαίτερα τον συγκινεί η αφήγηση του Δημάρχου της Τοπόλιας, ο οποίος του διηγείται τις διάφορες φάσεις των πολεμικών γεγονότων. Ο O’Brien αντιλαμβάνεται ότι οι ιστορίες αυτές δεν αποτελούν απλώς παρελθόν, αλλά ζωντανή παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Και ακριβώς εδώ διατυπώνει την ιδέα ότι ένας λαός είναι ευτυχισμένος όταν μπορεί να παραδώσει στα παιδιά του μια τέτοια κληρονομιά ηρωισμού.

Η Γραβιά και το ιστορικό χάνι

Τελευταίος σημαντικός σταθμός αυτής της διαδρομής είναι η Γραβιά. Οι ταξιδιώτες φτάνουν εκεί γύρω στο σούρουπο και βρίσκουν έναν μικρό οικισμό με λίγες καλύβες, σπίτια και ένα χάνι.
Το χάνι, όμως, δεν είναι ένα οποιοδήποτε κατάλυμα. Ο O’Brien πληροφορείται ότι συνδέεται με τη δράση του Οδυσσέα και με την άμυνα μιας μικρής ομάδας Ελλήνων εναντίον τουρκικού στρατού. Έτσι, ακόμη και το ταπεινό κατάλυμα στο οποίο καταλήγει η αφήγηση αποκτά ιστορική διάσταση.
Η περιγραφή της Γραβιάς είναι ταυτόχρονα χιουμοριστική και ιστορική. Ο O’Brien σχολιάζει τις δύσκολες συνθήκες διαμονής, αλλά παράλληλα παρατηρεί τον Δήμαρχο και τους κατοίκους, τα όπλα τους, τις ιστορίες τους και τα τραγούδια των βοσκών. Για ακόμη μία φορά, η καθημερινότητα συνδέεται με τη μνήμη του Αγώνα.

Λουκάς Αλ. Παπαλεξανδρής

 Ακολουθεί το περιηγητικό κείμενο του William Smith O’Brien:


Εφημερίδα :THE NATION
Τόμος 14 - Αριθμός 47
Δουβλίνο
Σάββατο, 25 Ιουλίου 1857

 ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ—ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

ΥΠΟ WILLIAM SMITH O'BRIEN.
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

Φτάσαμε με ασφάλεια στην Αθήνα, έχοντας ολοκληρώσει με τον πλέον ικανοποιητικό τρόπο ένα σημαντικό μέρος, αν όχι το σύνολο, της περιήγησης που είχαμε σχεδιάσει όταν αφήσαμε αυτή την πρωτεύουσα. Καθώς δεν ήμουν σε θέση, κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων, να σημειώνω τις λεπτομέρειες του ταξιδιού κάθε ημέρας, συνεχίζω την αφήγησή μου από μνήμης.

Από τη Λιβαδειά προχωρήσαμε προς την Αράχωβα μέσω της Χαιρώνειας. Η πεδιάδα της Χαιρώνειας δεν βρίσκεται στην άμεση διαδρομή προς την Αράχωβα και τους Δελφούς, αλλά μπορεί κανείς να τη δει κάνοντας μια παράκαμψη που δεν διαρκεί περισσότερο από δυο-τρεις ώρες. Αν και το τοπίο της περιοχής δεν είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, λίγοι ταξιδιώτες θα ήταν ικανοποιημένοι να περάσουν τόσο κοντά από το πεδίο, όπου έλαβε χώρα ο μοιραίος αγώνας για τη δημοκρατική ελευθερία ενάντια στην ξένη σφετεριστική εξουσία, χωρίς να επιθυμούν να το επισκεφθούν.

Στη Χαιρώνεια μπορεί κανείς να δει τα σκαλιά του αρχαίου θεάτρου, λαξευμένα στον φυσικό βράχο, και πιθανώς κάποια άλλα κατάλοιπα των αρχαίων χρόνων, τα οποία δεν επιδιώξαμε να εξερευνήσουμε· όμως τα αντικείμενα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, που τράβηξαν κυρίως την προσοχή μας, ήταν τα θραύσματα ενός κολοσσιαίου λιονταριού, το οποίο είχε στηθεί στο σημείο όπου έπεσε ο Ιερός Λόχος των Θηβαίων. Δεν μπορώ να εκφράσω καλύτερα το συναίσθημα που ένιωσα κοιτάζοντας αυτές τις σκηνές, παρά παραθέτοντας εδώ μερικούς στίχους, τους οποίους συνέθεσα καθώς στεκόμουν δίπλα σε αυτό το μνημείο. Μπροστά μου υψωνόταν το μεγαλοπρεπές βουνό του Παρνασσού, και η θέα της οροσειράς του Ελικώνα, που βρίσκεται όχι πολύ μακριά στα αριστερά, είχε υποδηλώσει την ορθότητα του να αποτυπώσω σε στίχους μερικές από τις εντυπώσεις που προκλήθηκαν από αυτούς τους συνειρμούς:—

Κι αν η Μούσα από τον Ελικώνα έχει χαθεί,
Και η δόξα δεν στεφανώνει πια την κορυφή του Παρνασσού,
Ας αφήσω τουλάχιστον εγώ τον ελάχιστο φόρο τιμής μου,
Και ανάμεσα σε τούτα τα τοπία ας καταγράψω έναν ταπεινό σκοπό
Στη μνήμη των γενναίων, που για την ελευθερία σφάχτηκαν,
Στης μάχης τον αγώνα, στην πεδιάδα της Χαιρώνειας.
Και, καθώς δίπλα στον μοναχικό τάφο στέκομαι,
Όπου κείτεται θαμμένος της Θήβας ο Ιερός Λόχος,
Ας διακηρύξω στους γιους της Ιρλανδίας την αλήθεια
Ότι, ακόμα κι αν η μοίρα αρνηθεί την επιτυχία και τη φήμη,
Είναι προτιμότερο να γεμίσεις έναν τέτοιο τάφο ελεύθερου ανθρώπου,
Παρά να ζεις ως σκλάβος της ξένης τυραννίας.

Προχωρώντας προς τα ανατολικά του Παρνασσού, ανεβήκαμε σταδιακά σε ένα άγριο και αυστηρό στενό (στήλωμα), στο οποίο βρεθήκαμε περιτριγυρισμένοι από απόκρημνους βράχους και γκρεμούς, γυμνούς από βλάστηση. Καθώς ο οδηγός μας δεν ήταν γνώστης της κλασικής ιστορίας, απέτυχε να μας επιστήσει την προσοχή σε ένα σημείο που είναι αξιομνημόνευτο στη θρυλική ιστορία της Ελλάδας, αλλά, ανατρέχοντας στον Παυσανία και τον Σοφοκλή, είμαι πεπεισμένος ότι πρέπει να περάσαμε από το ίδιο εκείνο «σταυροδρόμι» στο οποίο ο Οιδίποδας άθελά του σκότωσε τον πατέρα του, τον Λάιο, και, με μια πράξη που δεν υποκινήθηκε από πρόθεση πατροκτονίας, επέφερε στον εαυτό του και την οικογένειά του εκείνες τις τραγικές συνέπειες που αποτέλεσαν το θέμα τόσων δραματικών συνθέσεων στην αρχαία και σύγχρονη λογοτεχνία. Αλίμονο!—που ο άνθρωπος υποφέρει όχι μόνο για αμαρτήματα που προκλήθηκαν από εγκληματική πρόθεση, αλλά και για σφάλματα που του επιβλήθηκαν από τη μοίρα του.

Κατά την προσέγγισή μας στην Αράχωβα παρατηρήσαμε ότι ο χαρακτήρας του τοπίου άρχισε να αλλάζει. Εδώ, σε υψόμετρο που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από δύο χιλιάδες πόδια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, οι πλαγιές των βουνών είναι καλυμμένες με αμπελώνες που φαίνεται να καλλιεργούνται με μεγάλη φροντίδα. Στην Ελλάδα, καθώς και στην Ιταλία και τη Γαλλία, η παραγωγή κρασιού έχει, τον τελευταίο καιρό, αποθαρρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από την ασθένεια η οποία, εδώ και αρκετά χρόνια, καταστρέφει το σταφύλι· υποθέτω όμως ότι η περιοχή της Αράχωβας δεν έχει υποφέρει τόσο πολύ από αυτή τη συμφορά όσο κάποιες άλλες, καθώς σπάνια έχω δει μεγαλύτερη εργατικότητα να εφαρμόζεται στην καλλιέργεια της αμπέλου από ό,τι σε αυτή την περιοχή.

Αφού μας παρασχέθηκε κατάλυμα και φιλοξενία για τη νύχτα στο σπίτι του Δημάρχου, κάναμε μια βόλτα το βράδυ, προκειμένου να ρίξουμε μια ματιά στην πόλη και τους κατοίκους της. Φτάνοντας σε ένα μικρό πλάτωμα που βρίσκεται στον δρόμο προς τους Δελφούς, την προσοχή μας τράβηξε ένα από τα πιο γραφικά και ενδιαφέροντα θεάματα που έχω δει ποτέ. Καθώς ήταν η ημέρα του Αγίου Γεωργίου, ο πληθυσμός της πόλης και της γύρω περιοχής συμμετείχε στις διασκεδάσεις μιας γιορτής. Τουλάχιστον χίλια άτομα ήταν συγκεντρωμένα σε αυτό το πλάτωμα. Όλοι τους ήταν ντυμένοι με την ενδυμασία της περιοχής, η οποία, όταν τη βλέπει κανείς στην πλαγιά του βουνού, είναι ακόμη πιο γραφική από ό,τι φαίνεται όταν φοριέται στις πόλεις. Πουθενά δεν έχουμε δει τις Ελληνίδες τόσο καλά ντυμένες όσο στην Αράχωβα. Η ενδυμασία τους αποτελούνταν από έναν λευκό μάλλινο χιτώνα, φορεμένο πάνω από ένα λευκό υποκάμισο, μια φαρδιά ζώνη από κόκκινο ύφασμα τυλιγμένη γύρω από τους γοφούς τους, και μπροστά, κάτω από αυτή τη ζώνη, έπεφτε μια κοντή κόκκινη ποδιά. Το κάλυμμα του κεφαλιού τους αποτελούνταν από ένα λευκό μαντήλι, μέσα από το οποίο ήταν πλεγμένη κόκκινη κορδέλα ή κόκκινο ύφασμα, και στα μαλλιά τους, που κατέβαιναν σε πλεξούδες κατά μήκος της πλάτης τους μέχρι τη μέση τους, ήταν δεμένη μια μεγάλη φούντα που σχεδόν έφτανε στο έδαφος. Αρκετές φορούσαν ως στολίδια στα κεφάλια τους χρυσά νομίσματα πλεγμένα μαζί. Μια κοπέλα, συγκεκριμένα, φορούσε έναν αριθμό από αυτά τα νομίσματα, ο οποίος, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, δύσκολα θα μπορούσε να είναι λιγότερα από πενήντα. Το μικρότερο από αυτά τα νομίσματα είχε περίπου το μέγεθος μιας αγγλικής χρυσής λίρας (sovereign). Δεν τα εξετάσαμε από πολύ κοντά, αλλά μας είπαν ότι συνηθίζεται να περνάνε έτσι μαζί σε σειρά τα νομίσματα όλων των εθνών ως στολίδι πάνω στα σώματα των Ελληνίδων. Περίπου εκατόν πενήντα άνδρες, γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στην εκτέλεση ενός χορωδιακού χορού, ο οποίος διεξάγεται σχεδόν αδιάκοπα σε αυτές τις γιορτές. Σε άλλες περιπτώσεις είχαμε δει αυτούς τους χορούς να εκτελούνται από ξεχωριστές ομάδες, αλλά εδώ ολόκληρη η ομάδα των χορευτών, που κυμαινόταν από εκατόν είκοσι έως εκατόν πενήντα άτομα, κινούνταν κυκλικά σε έναν μεγάλο κύκλο. Ο ελληνικός χορός είναι κάπως μονότονος, αποτελούμενος από λίγα μόνο βήματα, που εκτελούνται με μικρή ταχύτητα κίνησης, σε κύκλο. Οι άνδρες και οι γυναίκες δεν είναι αναμιγμένοι. Οι άνδρες κρατούν ο ένας τον άλλον από το χέρι, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά συμπληρώνουν την ουρά με παρόμοιο τρόπο. Ο άνδρας που σέρνει τον χορό φαίνεται ότι αναμένεται να δείξει περισσότερη δραστηριότητα από όση απαιτείται από τους υπόλοιπους χορευτές. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση έχουμε παρατηρήσει ότι ο κορυφαίος χορευτής περηφανεύεται να κάνει χειρονομίες και να πηδάει όσο το δυνατόν περισσότερο, ανάλογα με τον ρυθμό της κίνησης. Γενικά ο ελληνικός χορός συνοδεύεται από ένα χορωδιακό τραγούδι, το οποίο τραγουδιέται από όλους όσους συμμετέχουν στην κίνηση· αλλά, στην Αράχωβα, η μουσική αντικατέστησε το τραγούδι. Αυτή η μουσική αποτελούνταν από την εκτέλεση ενός τυμπάνου και μιας φλογέρας, που παίζονταν με εκπληκτική επιμονή. Οι παντρεμένες γυναίκες και οι άλλοι θεατές κάθονταν στο έδαφος, με τα πόδια τους σταυρωμένα κατά τον ανατολίτικο τρόπο, είτε μέσα είτε έξω από τον κύκλο των χορευτών. Σε ένα άλλο μέρος του πεδίου μια μεγάλη ομάδα νεαρών ανδρών είχε συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει αγώνες άλματος και άλλα κατορθώματα δραστηριότητας. Όσοι έχουν δει μπαλέτα, που αναπαριστούν πανηγύρια σε χωριά, έτσι όπως «στήνονται» σε μερικά από τα μεγάλα θέατρα της Ευρώπης, θα έχουν μια αμυδρή ιδέα για το είδος της σκηνής που προσπαθώ να περιγράψω, αλλά ποτέ σε θέατρα ή αλλού, έχω δει έναν τέτοιο συνδυασμό στοιχείων ηθικής και γραφικής ομορφιάς, όπως αυτόν που αντίκρισα ανάμεσα στον ορεινό πληθυσμό. Αναμφίβολα, το μεγαλείο του γύρω τοπίου συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία του αποτελέσματος που μας μάγεψε τόσο πολύ. Πάνω και γύρω μας υψώνονταν οι κορυφές του Παρνασσού και άλλων υψηλών οροσειρών, ενώ στο βάθος, ένα τμήμα του Κορινθιακού κόλπου και ο κόλπος της Κρίσσας εμφανίζονταν σαν μια γαλάζια λίμνη, και ο μακρινός ορίζοντας περιοριζόταν από τα μεγαλοπρεπή βουνά της Πελοποννήσου.

Επιτρέψτε μου, προς απόδοση δικαιοσύνης στους Έλληνες, να παρατηρήσω ότι οι τρόποι, η συμπεριφορά και η εμφάνιση αυτών των ορεινών, οι οποίοι παρουσιάζονται από Ευρωπαίους συκοφάντες ως ένας ημιβάρβαρος λαός, θα τιμούσαν τα πιο πολιτισμένα έθνη. Καθώς λίγοι ξένοι έχουν ταξιδέψει πρόσφατα σε αυτή την περιοχή, η εμφάνιση δύο Ευρωπαίων (σε αυτή τη χώρα η Δύση ονομάζεται εμφατικά Ευρώπη), ντυμένων με τη φράγκικη ενδυμασία, προκάλεσε μεγάλη περιέργεια στους απλούς κατοίκους αυτής της απομακρυσμένης περιοχής. Σημαντικός αριθμός ανθρώπων μαζεύτηκε γύρω μας και έδειχνε να διασκεδάζει εξίσου παρατηρώντας την εμφάνισή μας, όσο ενδιαφερόμασταν και εμείς να εξετάσουμε τους ίδιους· όμως οι ενέργειές τους χαρακτηρίζονταν από τον πιο σεβαστό ευγενικό τρόπο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλο το πλήθος δεν είδαμε ούτε έναν κακοντυμένο άνθρωπο, ούτε ένα άτομο του οποίου η εμφάνιση να υποδηλώνει ένδεια. Κι όμως, τα ρούχα τους έδειχναν να είναι σχεδόν αποκλειστικά χειροποίητα («σπιτικά»)· και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω έναν θρήνο, που σχεδόν έμοιαζε με κατάρα κατά του εργοστασιακού συστήματος, όταν αναλογίστηκα ότι, σε διάστημα λίγων ετών, τα κακόγουστα ή φτηνιάρικα βαμβακερά των μηχανοκίνητων αργαλειών της Ευρώπης θα αντικαταστήσουν τα σπιτικά μάλλινα της Ελλάδας, τα οποία είναι στέρεα, ανθεκτικά και όμορφα.

Η αγροτιά αυτής της περιοχής διαφέρει αρκετά από τον συνηθισμένο τύπο που συναντά κανείς στην Ανατολή. Παρατηρήσαμε πολλούς άνδρες των οποίων τα μάτια ήταν γαλανά και τα μαλλιά ανοιχτόχρωμα ή καστανόξανθα, ενώ τα μαύρα μάτια και τα μαύρα μαλλιά είναι σχεδόν ομοιόμορφα χαρακτηριστικά των κατοίκων της Νότιας Ευρώπης. Δεν γνωρίζω αν αυτή η ποικιλία τύπου προέρχεται από διαφορά φυλής ή από το αποτέλεσμα που παράγεται στον ανθρώπινο οργανισμό από τη διαβίωση σε σημαντικό υψόμετρο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε ένα κλίμα που πρέπει να είναι συγκριτικά ψυχρό.

Η εμφάνιση των ανδρών ήταν τόσο στρατιωτική που, αν επρόκειτο να συγκεντρώσω μια δύναμη για οποιαδήποτε αποστολή απαιτούσε δραστηριότητα και ενέργεια, καθοδηγούμενη από ενθουσιώδη ορμή, θα επέλεγα πρόθυμα εκατό νέους άνδρες από τη συγκέντρωση που μας περιέβαλλε. Είναι άξιο ελπίδας ότι οι ηρωικές αρετές που ανήκαν στους προγόνους τους δεν έχουν εκλείψει στη νεότερη γενιά.

Το βέβαιο είναι ότι σε ολόκληρη την Ελλάδα σχεδόν κάθε άνδρας εξήντα ετών έλαβε μέρος στον πόλεμο της ανεξαρτησίας, και ότι πολλοί από αυτούς πέτυχαν κατορθώματα που θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα πιο λαμπρά επιτεύγματα της αρχαίας Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια της περιήγησής μας συνομιλήσαμε με μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων, και σχεδόν όλοι τους είχαν κάποια ιστορία να διηγηθούν για βάσανα που υπέστησαν και για θριάμβους που κερδήθηκαν στον αγώνα, ο οποίος διεξήχθη για πολλά χρόνια υπό συνθήκες τόσο αντίξοες που η τελική επιτυχία φαινόταν σχεδόν αδύνατη.

Βρήκαμε επίσης, παντού, μια αγάπη για τα όπλα, η οποία μπορεί να προέρχεται από την ασταθή κατάσταση της χώρας, αλλά η οποία βοηθά σε μεγάλο βαθμό στην ενθάρρυνση της αυτοπεποίθησης και της ατομικής ενέργειας. Σε κάθε σπίτι που μπαίναμε βλέπαμε ένα πλήρες οπλοστάσιο — όπλα, πιστόλια, σπαθιά, εγχειρίδια, κ.λπ. Μου έχουν πει ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να αποθαρρύνει την κατοχή όπλων από την αγροτική τάξη. Είμαι στην ευχάριστη θέση να πω, ωστόσο, ότι δεν το έχουν επιτύχει ακόμη, και θεωρώ ότι αυτή η επιθυμία, αν υπάρχει, βασίζεται σε μια εντελώς λανθασμένη πολιτική. Η Ελλάδα είναι ήδη πολύ αδύναμη, και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει σεβαστή, από άποψη φυσικής δύναμης, είναι να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ελβετίας και να εξοικειώσει ολόκληρο τον ανδρικό πληθυσμό με τη χρήση των όπλων και τις στρατιωτικές ασκήσεις. Είτε όσον αφορά τις σχέσεις της με τις άλλες δυνάμεις της Ευρώπης, είτε όσον αφορά τους γείτονές της, τους Τούρκους —ή όσον αφορά την καταστολή της ληστείας— η ενθάρρυνση ενός πολεμικού πνεύματος μεταξύ του πληθυσμού είναι ζήτημα πρωταρχικής σημασίας. Εάν η Ελλάδα ήταν σε θέση να συγκεντρώσει υπό τα όπλα εκατό χιλιάδες αρτιμελείς άνδρες σε μια στιγμή, ακόμη και οι πιο φοβεροί από τους ψεύτικους φίλους της ή τους δεδηλωμένους εχθρούς της δεν θα τολμούσαν να παίξουν μαζί της. Και είμαι πλήρως πεπεισμένος ότι η ληστεία θα μπορούσε να κατασταλεί από την αγροτική τάξη σε κάθε περιοχή, εάν οργανώνονταν υπό κεντρική ή δημοτική καθοδήγηση, με πολύ μεγαλύτερη ευκολία και πολύ λιγότερα έξοδα από ό,τι με τα μέσα της τακτικής στρατιωτικής δύναμης του βασιλείου.

Στους σύγχρονους καιρούς, όπως και στις ημέρες του παρελθόντος, το πολεμικό πνεύμα του ελληνικού λαού έχει τονωθεί σε μεγάλο βαθμό από τα δημοφιλή τραγούδια που κυκλοφορούν ανάμεσά τους. Τα ηρωικά τραγούδια της σύγχρονης Ελλάδας είναι, ως επί το πλείστον, γεμάτα καταγγελίες κατά των Τούρκων και διεγείρουν τα πάθη του μίσους και της εκδίκησης ενάντια στους καταπιεστές του χριστιανικού πληθυσμού της Ανατολής. Στα ταξίδια μας, ζητούσαμε συχνά το εθνικό τραγούδι που δίνεται στο παράρτημα των έργων του Λόρδου Βύρωνα, και το οποίο έχει μεταφραστεί από τον ίδιο «Παίδες των Ελλήνων, εγερθείτε» κ.λπ. αλλά διαπιστώσαμε ότι τώρα είναι συγκριτικά ελάχιστα γνωστό. Το πολεμικό τραγούδι, του οποίου η ακόλουθη είναι μια κατά λέξη μετάφραση, είναι προς το παρόν το πιο δημοφιλές, και η απαγγελία του ανάβει φωτιά σε κάθε μάτι:—

Ω, τρομερή και κοφτερή μου λεπίδα,
Και εσύ, αστραφτερό μου καριοφίλι, αγαπημένο μου,
Σφάξτε τον Τούρκο,
Κομματιάστε τον τύραννο,
Ας εγερθεί η πατρίδα μου,
Ζήτω το σπαθί μου!

Για την ελευθερία της πατρίδας μου,
Για την αγία πίστη του Χριστού·
Για αυτούς τους δύο σκοπούς πολεμώ,
Με αυτούς επιθυμώ να ζήσω,
Και αν δεν τους αποκτήσω
Τι ωφελεί να υπάρχω.

Η φωνή του Άρη με εμπνέει,
Το αίμα μου αναπηδά και βράζει,
Επαναστατώ ενάντια στον τύραννο
Σπάω και ποδοπατώ τον ζυγό του,
Είμαι έτοιμος να πεθάνω,
Λαχταρώ την Ελευθερία.

Ο Έλληνας, τον οποίο η φύση προστάζει
Να σπάσει τα δεσμά και τις αλυσίδες του
Από τον οποίο η γη δεν έχει δει ποτέ άλλον
Πιο φλογερό για την ελευθερία,
Ποιος ζυγός θα καταφέρει να τον υποτάξει;

Κουράγιο, χαρά, ελπίδα, απελπισία
Αγάπη για την πατρίδα και φιλοδοξία
Φλέγουν την ψυχή μου και τη διάνοιά μου, και
Με ωθούν στη μάχη,
Επομένως, ας ορμήσω στα αγαπημένα μου όπλα.

Αρπάξτε, ω μπράτσα μου, το καριοφίλι
Που εκτοξεύει τον βροντερό κεραυνό,
Ας ανάψει αυτό το δεξί μου χέρι
Την αναλαμπή με καλό σημάδι
Για να πετάξει ίσια
Στην καρδιά του Τούρκου.

Σε σύγκριση με εσένα, σεβαστή μου πατρίδα,
Τη ζωή, τα παιδιά, τη γυναίκα ή τους γονείς
Τα θεωρώ ως τίποτα·
Η αγάπη για εσένα με κυριεύει,
Εσύ είσαι η Βασίλισσά μου
Στον θρόνο της καρδιάς μου.

Ποιος χρόνος, ποια σφαγή θα εξιλεώσει
Το αίμα που ο βάρβαρος Οθωμανός
Έσπευσε να χύσει.

Αιώνες (χρόνου) και ωκεανοί (αίματος)
Πρέπει να αναβλύσουν το ρεύμα τους
Για να εκδικηθεί η Χάρη.

Το αθώο αίμα των αδελφών μου
Αχνίζει ακόμα μπροστά στα πόδια μου,
Τι φοβερό θέαμα·
Επομένως, τρομερή πρέπει να είναι η εκδίκηση!
Για τον Μουσουλμάνο το σπαθί,
Φλόγες για τον τύραννο!

Κατεβαίνοντας από την Αράχωβα προς την πεδιάδα της Κρίσσας, βρεθήκαμε, μετά από μια σύντομη διαδρομή, μέσα στα ιερά όρια των Δελφών. Αυτός ο αξιομνημόνευτος τόπος προσφέρει επί του παρόντος λίγα πράγματα για να τραβήξει την προσοχή του ταξιδιώτη. Ένα μικρό χωριό χτισμένο σε μια εσοχή του βουνού —που δύσκολα μπορεί να ονομαστεί κοιλάδα— λίγα θραύσματα αγαλμάτων και κιόνων, τα ίχνη ενός σταδίου, είναι όλα όσα απομένουν από τα εξαίσια έργα της ανθρώπινης τέχνης, που κάποτε κοσμούσαν αυτό το ιερό καταφύγιο.

Αλλά τα έργα της Φύσης είναι πιο ανθεκτικά από εκείνα του ανθρώπου. Το σχισμένο βουνό —το οποίο, με τον σπηλαιώδη καταρράκτη του, έδινε στην κατοικία του μαντείου έναν χαρακτήρα μυστηριώδους μεγαλείου, κατάλληλα υπολογισμένο για να εντυπωσιάσει τη φαντασία των προσκυνητών που έρχονταν από μακριά για να ζητήσουν συμβουλές ή να μάθουν μελλοντικά γεγονότα— στέκει ακόμα, αναλλοίωτο από τον χρόνο· και η περίφημη Κασταλία πηγή εξακολουθεί να αναβλύζει το ορμητικό της ρυάκι για να ξεδιψάσει τον κουρασμένο ταξιδιώτη, αν όχι για να εμπνεύσει ποιητικό ζήλο ή τα φαντάσματα μιας διεγερμένης φαντασίας.

Το μαντείο είναι σιωπηλό. Η δεισιδαιμονία και η ευπιστία προσφέρουν τώρα τον φόρο τιμής τους στην απάτη άλλων ιερών· αλλά η Φύση είναι ένα μαντείο που δεν είναι ποτέ βουβό, και οι πιστοί της λάτρεις μπορούν να βρουν ανάμεσα σε αυτά τα βουνά πολλές προειδοποιήσεις ή υποδείξεις που μιλούν στη λογική και στην καρδιά.

Δεδομένου ότι αποτελεί αρχή για μένα να τρέφω την ευπιστία όσο το δυνατόν περισσότερο, δεν είμαι διατεθειμένος να απορρίψω με περιφρόνηση την ιδέα ότι η Θεότητα έχει, κατά καιρούς, μεταφέρει στον άνθρωπο ενδείξεις για το μελλοντικό του πεπρωμένο μέσω μέσων που δεν ανήκουν στη συνηθισμένη διοίκηση του ηθικού και υλικού κόσμου. Όσον αφορά τις προφητείες, τη μαγεία, τη διόραση κ.λπ., αρκούμαι στο να παραμένω σε αναμονή, έως ότου κάποια στοιχεία ή συλλογισμοί που είναι πέρα από κάθε διάψευση καθορίσουν το ζήτημα, εάν υπάρχουν τέτοιες υπερφυσικές δυνάμεις. Οποιοσδήποτε έχει γίνει μάρτυρας μεσμερικών εργασιών θα διστάσει προτού απορρίψει δογματικά, ως αδύνατη, την παρέμβαση δυνάμεων τις οποίες δεν κατανοεί· και βεβαίως, αρκετές από τις προβλέψεις που ανακοινώθηκαν από τα αρχαία μαντεία, η εκπλήρωση των οποίων κατέπληξε την ανθρωπότητα, βασίζονται σε στοιχεία σχεδόν τόσο θετικά όσο και οποιαδήποτε άλλα που τεκμηριώνουν τα πιο αποδεκτά γεγονότα της ιστορίας.

Δεν χρειάζεται να ανακεφαλαιώσω τα πολυάριθμα παραδείγματα μαντικών προβλέψεων με τα οποία βρίθει η αρχαία ιστορία· αλλά, όσον αφορά το μαντείο των Δελφών, μπορώ να υπενθυμίσω στον αναγνώστη την αφήγηση που έδωσε ο Ηρόδοτος για τα μέσα που έλαβε ο Κροίσος, ο βασιλιάς της Λυδίας, για να δοκιμάσει τη συγκριτική αξιοπιστία αυτού και άλλων μαντείων. Επιθυμώντας να εξακριβώσει το πεπρωμένο του ίδιου και του βασιλείου του, έστειλε απεσταλμένους στα πιο φημισμένα μαντεία της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, με οδηγίες να ρωτήσουν στο καθένα, με τι ασχολούνταν ο Κροίσος, ο βασιλιάς της Λυδίας, μια συγκεκριμένη ημέρα; — την εκατοστή ημέρα αφότου έφυγαν από τις Σάρδεις. Προκειμένου να αποφύγει την πιθανότητα μιας επιτυχημένης εικασίας, αποφάσισε να απασχοληθεί με κάποια ενασχόληση που δεν θα περνούσε φυσιολογικά από το μυαλό κανενός, και ως εκ τούτου πέρασε εκείνη την ημέρα βράζοντας κρέας αρνιού μαζί με κρέας χελώνας σε ένα χάλκινο σκεύος. Οι άλλες απαντήσεις στα ερωτήματά του δήλωσαν ότι εκείνη [η Πυθία] μπορούσε να μετρήσει την άμμο της θάλασσας, να καταλάβει τον βουβό και να ακούσει τη φωνή εκείνου που δεν μιλάει — ότι οι αισθήσεις της επηρεάστηκαν από τη μυρωδιά μιας χελώνας μαγειρεμένης με αρνί, σε ένα σκεύος, του οποίου το πάνω και το κάτω μέρος ήταν φτιαγμένα από χαλκό.

Ως συνέπεια της ακρίβειας αυτής της απάντησης, ο Κροίσος αποφάσισε να συμβουλευτεί το μαντείο των Δελφών και έλαβε μια διφορούμενη απάντηση, από την οποία παραπλανήθηκε ως προς το μελλοντικό του πεπρωμένο.

Τώρα, ο δυσαρεστημένος σκεπτικιστής που απορρίπτει κάθε ισχυρισμό ο οποίος δεν εμπίπτει στη δική του προσωπική παρατήρηση, μπορεί με συνέπεια να χλευάζει τέτοιες συμπτώσεις όπως αυτές, αλλά εκείνος που αποδέχεται τυφλά όλα όσα λέγονται στις ιερές μας Γραφές για θαύματα, μάγια, μαγεία, μαντεία, πονηρά πνεύματα κ.λπ., δεν είναι ελεύθερος να χλευάζει την ευπιστία του Κροίσου. Ακόμη λιγότερο δικαιούται ο πιστός στις μεσμερικές επιρροές να απορρίπτει τέτοιες υπερφυσικές αποκαλύψεις. Ένας από τους πιο στερημένους φαντασίας, νηφάλιους και λογικούς γιατρούς που έχω γνωρίσει ποτέ, συμβουλεύεται συστηματικά μια διαισθητική (clairvoyante) όχι μόνο σχετικά με τις ασθένειες των ασθενών του, αλλά και σχετικά με τα συμβάντα της καθημερινής ζωής· και το αποτέλεσμα της εμπειρίας του ήταν τέτοιο ώστε να τον πείσει ότι ορισμένα άτομα σε μεσμερική κατάσταση κατέχουν αυτό που ονομάζουμε «υπερφυσικές» δυνάμεις διαίσθησης και ενόρασης. Αν είχα τις ίδιες ευκαιρίες παρατήρησης που είχε εκείνος, ίσως να είχα καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Μην έχοντας τέτοια εμπειρία, αρκούμαι στο να μην επιβεβαιώνω ούτε να αρνούμαι την ύπαρξη τέτοιων υπερφυσικών δυνάμεων.

Ας φανταστώ ότι το μαντείο του Απόλλωνα αποκαθίσταται σε όλο του το κύρος και την επιρροή. Ας φανταστώ ότι, ως εξόριστος από την πατρίδα μου, οδηγούμαι κατά τις περιπλανήσεις μου στους πρόποδες αυτού του ιερού. Θα καλούσα την ιέρεια να μου αναγγείλει τη μελλοντική μου μοίρα; Κάθε άλλο! Αν μας περιμένει κακό, καλύτερο είναι να παραμείνουμε σε άγνοια για το μέλλον παρά να αποκτήσουμε μια γνώση που θα έριχνε θλίψη πάνω από κάθε μέρα που περνά. Αν, αντίθετα, μας επιφυλάσσεται ευτυχία, είναι πολύ αμφίβολο αν μια βέβαιη διαβεβαίωση για τον ερχομό της δεν θα μείωνε κατά πολύ το ενδιαφέρον της προσδοκίας ή τις απολαύσεις της πραγματικής ευδαιμονίας. Κι όμως, νομίζω, ευχαρίστως θα μάθαινα ποιο πρόκειται να είναι το πεπρωμένο της χώρας μου — αν η Μοίρα έχει ορίσει ότι η Ιρλανδία, σε κάποιο μελλοντικό χρόνο, θα σπάσει τα δεσμά που τη συνέδεαν για τόσο καιρό με μια αφύσικη αδελφή· ή αν στο εξής θα γίνει ένα αγαπημένο μέλος εκείνης της οικογένειας που εξαπλώνεται ραγδαία σε ένα τόσο μεγάλο μέρος της υφηλίου. Δεν θα αναλογιστώ την εναπομένουσα εναλλακτική λύση, η οποία υποθέτει ότι μπορεί να συνεχίσει για αόριστο χρονικό διάστημα σε αυτή την υποτιμητική σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτών των νησιών για περισσότερους από έξι αιώνες — μια σχέση που αντανακλά ίση ατίμωση σε όσους υπέφεραν και σε όσους προκάλεσαν τα δεινά που υπέστη η Ιρλανδία μέσω αυτής της δυστυχούς σύνδεσης. Πολύ καλύτερο θα ήταν, είτε ο κυριαρχικός τύραννος είτε ο ανυπόμονος αλλά καρτερικός σκλάβος να καταποντιστούν από κάποιο συγκλονιστικό φαινόμενο της φύσης, και το όνομα της Ιρλανδίας ή εκείνο της Αγγλίας να σβηστεί για πάντα από τον χάρτη του κόσμου.

Στους Δελφούς μας σταμάτησαν κάποιοι αγγελιοφόροι, οι οποίοι μας ζήτησαν να καταλύσουμε στο σπίτι ενός βετεράνου αξιωματικού των άτακτων στρατευμάτων και να περάσουμε τη μέρα μας επισκεπτόμενοι τα ερείπια, όποια κι αν είναι αυτά, που βρίσκονται εδώ. Καθώς ανυπομονούσαμε να φτάσουμε στην Άμφισσα πριν νυχτώσει, και καθώς νιώθαμε λίγο διατεθειμένοι να επιδείξουμε αρχαιολογικό ενθουσιασμό για παλιούς τοίχους, επιγραφές ή ανάγλυφα, αρνηθήκαμε να επωφεληθούμε από αυτή τη φιλόξενη πρόσκληση. Αφού ήπιαμε ένα φλιτζάνι καφέ με τον αξιότιμο βετεράνο, συνεχίσαμε την πορεία μας κατεβαίνοντας προς την πεδιάδα των Σαλώνων. Αυτή η πεδιάδα ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα κατά την αρχαιότητα και η καλλιέργειά της είχε απαγορευτεί από την Αμφικτιονική Συνέλευση. Η παραβίαση αυτής της απαγόρευσης έδωσε την αφορμή για τον Ιερό Πόλεμο.

Δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις από την ελληνική φιλοξενία· και κατά την είσοδό μας στο χωριό Χρυσό ή Κρίσσα (ήταν αυτή η αρχαία Κίρρα;) που βρίσκεται ανάμεσα στους Δελφούς και στην Άμφισσα, μας σταμάτησε μια αντιπροσωπεία των προυχόντων του χωριού, οι οποίοι μας ζήτησαν να μείνουμε για να πάρουμε το πρωινό μας μαζί τους. «Αυτοί είναι οι ληστές για τους οποίους έχουμε ακούσει τόσα πολλά;» αναφωνήσαμε ο ένας στον άλλον. Μας σταματούν στον δημόσιο δρόμο, αλλά φαίνεται ότι επιθυμούν να μας πάρουν όχι τα πορτοφόλια μας, αλλά την όρεξή μας. Νεαρές κοπέλες μάς πλησίασαν την ίδια στιγμή και μας προσέφεραν ανθοδέσμες με λουλούδια. Αποδεχτήκαμε με χαρά την πρόσκληση και οδηγηθήκαμε από τον κύριο Μαλανδρίνο, έναν κύριο που μιλάει άψογα γαλλικά, καθώς και αγγλικά, στο σπίτι του πατέρα του, ενός από τους Πατριάρχες του Παρνασσού.

Ο κύριος Μαλανδρίνος ασχολείται με το εμπόριο στην Αθήνα, αλλά έτυχε να βρίσκεται για επίσκεψη στο πατρικό του σπίτι κατά την άφιξή μας. Ο πατέρας του είναι ένας ευγενικός γέροντας ενενήντα οκτώ ετών, ευθύς σαν κοντάρι και σε πλήρη κατοχή των διανοητικών του ικανοτήτων. Η Δυτική Ευρώπη καυχιέται για τον πολιτισμό της, αλλά ο ταξιδιώτης θα μπορούσε να ταξιδέψει από τη μία άκρη της Αγγλίας ή της Γαλλίας στην άλλη, χωρίς να συναντήσει από ξένους μια τέτοια υποδοχή σαν αυτή που μας επιφυλάχθηκε εδώ. Εκείνοι που μας προσκάλεσαν δεν γνώριζαν ούτε τα ονόματά μας ούτε τη χώρα μας. Πιθανόν να φαντάζονταν ότι είμαστε Άγγλοι, αλλά τους αρκούσε να γνωρίζουν ότι ήμασταν ξένοι, και αυτός ο τίτλος της φιλοξενίας μάς εξασφάλισε μια εγκάρδια υποδοχή.

Όντας γνήσιος θαυμαστής όλων των βαρβαρικών αρετών, γοητεύτηκα από το περιστατικό, και πριν τελειώσει το γεύμα μας, βρεθήκαμε να ανταλλάσσουμε κάθε είδους ευγενικά συναισθήματα με αυτά τα παιδιά της φύσης. Προπώσεις προς τιμήν της Ελλάδας και της Ιρλανδίας, καθώς και άλλες πιο προσωπικού χαρακτήρα, αναφωνήθηκαν με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Αφού τελείωσε το γεύμα μας, τραγουδήθηκαν αρκετά πατριωτικά τραγούδια από τους Έλληνες, και αυτό το απλό συμπόσιο έληξε με έναν γενικό χορό, στον οποίο συμμετείχαμε τόσο εμείς όσο και όλοι οι παρευρισκόμενοι — μη εξαιρουμένου και του γηραιού εκατοντάχρονου, ο οποίος φαινόταν να απολαμβάνει τη σκηνή όσο και οι νεότεροι ανάμεσά μας.

Μία από την παρέα, μια κυρία η οποία, αν κατάλαβα καλά, είναι μητέρα οκτώ κοριτσιών, προσφέρθηκε να δώσει μία από αυτές ως σύζυγο στον γιο μου, αν εκείνος παρέμενε στην Ελλάδα. Παρά τον πειρασμό αυτό, ο πατριωτισμός του τον ώθησε να αρνηθεί με ευγνωμοσύνη την ευγενική προσφορά, και ελπίζω ότι στο μέλλον θα έχω την ικανοποίηση να τον δω ενωμένο με μία από τις κόρες της Έριν (Ιρλανδίας), οι οποίες, από όλα τα πλάσματα της κτίσης, είναι οι πιο στοργικές και οι πιο αξιαγάπητες.

Όταν ανεβήκαμε στα άλογά μας, εκπλαγήκαμε όταν βρεθήκαμε κυκλωμένοι από μια συνοδεία εννέα ή δέκα ατόμων, οι οποίοι δήλωσαν ότι ήταν αποφασισμένοι να μας συνοδεύσουν μέχρι την Άμφισσα, αλλά επέμεναν ότι θα έπρεπε πρώτα να επισκεφθούμε τη Μονή του Προφήτη Ηλία, η οποία βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου σε κοντινή απόσταση από τον κεντρικό δρόμο που διαφορετικά θα ακολουθούσαμε. Αντίστοιχα, δεχτήκαμε αυτή την πρόταση και ανταμειφθήκαμε με μια υπέροχη θέα της γύρω περιοχής, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου μέρους του Κορινθιακού κόλπου και των βουνών της Πελοποννήσου, καθώς και με το να γνωρίσουμε εκ των έσω ένα από τα μεγαλύτερα μοναστηριακά ιδρύματα στην Ελλάδα. Αυτό το μοναστήρι είναι πλούσια προικισμένο, κατέχει μεγάλα κοπάδια και αγέλες, καθώς και σημαντική έκταση γης, μέσω των οποίων οι μοναχοί έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν φιλοξενία στους πλούσιους και να βοηθούν τους φτωχούς. Δεν υπάρχει τίποτα το πολύ αξιοσημείωτο στο κτίριο, εκτός από το ότι το εσωτερικό του παρεκκλησίου είναι διακοσμημένο με μια μεγάλη ποσότητα περίτεχνων ξυλόγλυπτων, τα οποία φιλοτεχνήθηκαν πρόσφατα από καλλιτέχνες της περιοχής. Αυτό το σκαλιστό έργο δείχνει σημαντική ιδιοφυΐα, και όσοι το εξετάζουν οδηγούνται φυσικά στο συμπέρασμα ότι οι αυτοδίδακτοι καλλιτέχνες που επέδειξαν τόση δεξιοτεχνία είναι ικανοί για πολύ μεγαλύτερη πρόοδο, σε περίπτωση που είχαν την ευκαιρία να εκπαιδευτούν στις καλές τέχνες.

Μας πίεσαν πολύ να περάσουμε τη νύχτα στο Μοναστήρι, αλλά αρνηθήκαμε την πρόσκληση και γύρω στο ηλιοβασίλεμα φτάσαμε στην Άμφισσα. Εδώ καταλύσαμε στο σπίτι του Στρατηγού Πανουργιά, προς τον οποίο μεταφέραμε μια συστατική επιστολή. Πρέπει να έμεινε αρκετά έκπληκτος βρίσκοντας το σπίτι του κατειλημμένο από μια τέτοια πομπή που φέραμε μαζί μας, αλλά λάβαμε ένα εγκάρδιο καλωσόρισμα και, μετά από λίγη ώρα, αφού οι φίλοι μας από το Χρισσό μας αποχαιρέτησαν, οι θέσεις τους καλύφθηκαν από μια εισροή των σημαντικότερων κατοίκων της πόλης της Άμφισσας. Ο Στρατηγός Πανουργιάς είναι γιος ενός από τους Κλέφτες αρχηγούς, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στους αγώνες του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Σε αυτόν τον αγώνα κέρδισε επίσης μεγάλη διάκριση. Τόσο στην εμφάνιση όσο και στους τρόπους, αποτελεί έναν εξαιρετικό αντιπρόσωπο της τάξης των ορεινών αρχηγών, στην ανδρεία των οποίων η Ελλάδα οφείλει, σε μεγάλο βαθμό, την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό. Αντιμετωπίσαμε σημαντική δυσκολία στο να φύγουμε από αυτή τη φιλόξενη κατοικία—καθώς η οικοδέσποινα μας ήθελε αγωνιωδώς να μας κρατήσει, τουλάχιστον μέχρι να έχει την ευκαιρία να μας προσφέρει ένα πλούσιο ελληνικό πρωινό.

Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας, αρνηθήκαμε σθεναρά να δεχτούμε ένοπλη συνοδεία, η οποία μας προσφερόταν παντού, αλλά δεν απορρίψαμε τη συντροφιά όσων προσώπων επέλεξαν να μας συνοδεύσουν, χωρίς όπλα, στην περιήγησή μας. Αντίστοιχα, θέσαμε τους εαυτούς μας υπό την καθοδήγηση ενός φίλου του Στρατηγού Πανουργιά, ο οποίος πρότεινε μια μικρή παρέκκλιση από τον δρόμο, προκειμένου να επισκεφθούμε το χωριό Τοπόλια. Αυτό το χωριό είναι ευχάριστα τοποθετημένο στη βάση των βουνών, τα οποία περιορίζουν στα βορειοδυτικά την πεδιάδα της Άμφισσας.

Δεν πρέπει να παραλείψω να αναφέρω ότι αυτή η πεδιάδα παράγει μερικές από τις εκλεκτότερες ελιές που είναι γνωστές στο εμπόριο. Με εξαίρεση μερικές που είδα στην Ισπανία, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλες ελιές όσο αυτές που μας προσφέρθηκαν στο Χρισσό. Σε αυτή την πεδιάδα, νεαρά ελαιόδεντρα είναι φυτεμένα ανάμεσα στους αμπελώνες· και καθώς οι ελιές μεγαλώνουν σε μέγεθος, απλώνονται πάνω από τα κλήματα, μέχρι που τελικά ολόκληρη η πεδιάδα θα γίνει ένας μεγάλος ελαιώνας. Αυτή η καλλιέργεια της ελιάς αποδεικνύεται πολύ κερδοφόρα, και ανάμεσα στους χωρικούς της περιοχής πολλοί είναι πολύ πλούσιοι. Στα κελάρια του κ. Μαλανδρίνου μάς έδειξαν μεγάλο αριθμό βαρελιών με λάδι, η αξία των οποίων ανερχόταν σε πολλές εκατοντάδες λίρες στερλίνες.

Στα Τοπόλια, μας προσκάλεσε να πάρουμε ένα δεύτερο πρωινό ένας ηλικιωμένος Συνταγματάρχης άτακτων στρατευμάτων —ένας άλλος βετεράνος που είχε πολεμήσει σε πολλές μάχες κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας. Αφού ανταποκριθήκαμε σε αυτή την πρόσκληση, ξεκινήσαμε την ανάβασή μας στο ορεινό πέρασμα, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στην Άμφισσα και τη Γραβιά. Εδώ διαπιστώσαμε και πάλι ότι είχε εξασφαλιστεί για εμάς μια φιλική συνοδεία άοπλων πολιτών. Ήταν μια σκληρή δοκιμασία για μερικούς από αυτούς τους συντρόφους να αποχωριστούν τα όπλα τους, και αρκετοί που διαφορετικά θα είχαν ενταχθεί στην ομάδα μας έμειναν πίσω, λόγω απροθυμίας να εμφανιστούν χωρίς τα συνηθισμένα τους όπλα.

Δεν φαντάζομαι ότι ο φόβος του κινδύνου ήταν το κίνητρο που προκάλεσε αυτό το συναίσθημα, αλλά σε αυτή τη χώρα η συνήθεια να φέρει κανείς όπλα σε ένα ταξίδι στα βουνά φαίνεται να είναι καθολική, και ένας νεαρός άνδρας θα ένιωθε τόσο άβολα αν βρισκόταν χωρίς το αγαπημένο του όπλο, όσο ένας πολιτισμένος κομψευόμενος (δανδής) της Δυτικής Ευρώπης αν έμπαινε σε μια αίθουσα χορού χωρίς ένα ζευγάρι λευκά ή κίτρινα δερμάτινα γάντια. Παρόλα αυτά, ο Δήμαρχος του χωριού Τοπόλια, καθώς και μερικά άλλα άτομα, μας συνόδευσαν για αρκετά μίλια, μέχρι που φτάσαμε στην κορυφή του Περάσματος της Άμπλιανης.

Αυτό δεν είναι μόνο ένα από τα πιο γραφικά σημεία στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά είναι επίσης ένα από τα πιο φημισμένα στις συγκρούσεις του σύγχρονου πολέμου. Εδώ, στην κορυφή του περάσματος, τα γειτονικά βουνά πλησιάζουν τόσο πολύ το ένα το άλλο, ώστε μεσολαβεί μόνο ένας μικρός χώρος μέσα από τον οποίο είναι εφικτό ένα πέρασμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Τούρκους, αυτό το πέρασμα καταλήφθηκε από τους Έλληνες και ενισχύθηκε με εκείνα τα πέτρινα προμαχώματα, που χτίστηκαν βιαστικά και εδώ ονομάζονται Ταμπούρια. Μέσω της κοιλάδας που βρίσκεται στα βόρεια αυτού του περάσματος, περισσότεροι από δεκατέσσερις χιλιάδες Τούρκοι προέλασαν σε περήφανη παράταξη προς το στενό, όπου αντιμετωπίστηκαν από μια ομάδα γενναίων ορεινών, που δεν ξεπερνούσαν τους δύο χιλιάδες πεντακόσιους σε αριθμό. Από τον στρατό των εισβολέων, χίλιοι πεντακόσιοι έμειναν νεκροί στο πεδίο της μάχης και οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή· ενώ από τους Έλληνες ένας απίστευτα μικρός αριθμός (όχι περισσότεροι από είκοσι) σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Αυτή ήταν η αναφορά που λάβαμε επί τόπου σχετικά με τους σχετικούς αριθμούς και τις απώλειες της στρατιάς των εισβολέων και των Ελλήνων Πατριωτών· και παρόλο που μπορεί να μην είναι απολύτως ακριβής, η ιστορία επιβεβαιώνει τα κύρια γεγονότα αυτής της αφήγησης. Σίγουρα στην ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας τίποτα πιο ευγενές δεν έχει καταγραφεί ως πολεμικό επίτευγμα από τη μάχη σε αυτές τις σύγχρονες Θερμοπύλες. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτό είναι μόνο ένα ανάμεσα σε πολλά παρόμοια κατορθώματα που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, από άνδρες που δεν διέθεταν ούτε πειθαρχία ούτε χρήματα, ούτε πολεμοφόδια, και οι οποίοι συχνά δεν είχαν ούτε καν επαρκή τροφή, αλλά ήταν δυνατοί σε τολμηρό θάρρος και πλούσιοι σε πατριωτικό ενθουσιασμό. Ο Δήμαρχος της Τοπόλιας ήταν ο εκπρόσωπος της ομάδας και περιέγραψε, όχι μόνο με τη σφοδρότητα ενός διεγερμένου συναισθήματος, αλλά και με πολλή φυσική ευφράδεια, τις διάφορες τροπές της αποτυχίας ή της επιτυχίας που είχαν συμβεί στην περιοχή από την οποία περάσαμε. Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ από το να αναφωνήσω: «Ευτυχισμένος είναι ο λαός που μπορεί να κληροδοτήσει μια τέτοια παράδοση στα παιδιά του!» Το 1824, πολλοί Έλληνες νέοι παρακινήθηκαν σε πράξεις ηρωισμού και αυτοθυσίας από τις παραδόσεις του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών. Γιατί θα έπρεπε να ξεχαστούν αυτές της Άμπλιανης και των Δερβενακίων;

Από αυτό το ενδιαφέρον σημείο κατεβήκαμε μέσα από μια στενή κοιλάδα ή μάλλον φαράγγι, το οποίο, σε άγρια ομορφιά και μεγαλείο, μπορεί να ανταγωνιστεί μερικές από τις πιο αγαπημένες σκηνές στην Ελβετία, και γύρω στο σούρουπο φτάσαμε στην πεδιάδα της Γραβιάς. Εδώ οι συνθήκες υπόσχονταν φτωχική διαμονή για τη νύχτα. Σε αυτό το σημείο στάσης υπάρχουν μόνο λίγες καλύβες, δύο ή τρία σπιτάκια και ένα χάνι. Αυτό το χάνι έχει ιστορική φήμη, καθώς σε αυτό μια ομάδα εκατό ανδρών, υπό την ηγεσία του Οδυσσέα, αμύνθηκε για πολλές ώρες ενάντια σε έναν τουρκικό στρατό και κατάφερε να διαφύγει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μην έχοντας μέχρι τώρα την ευκαιρία να κοιμηθώ σε χάνι, δεν μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια το εσωτερικό αυτών των καταλυμάτων, αλλά έχω δει αρκετά για να πειστώ ότι θα προτιμούσα να κοιμηθώ στο ύπαιθρο, κάτω από το καταφύγιο ενός βράχου ή ενός δέντρου, παρά να αναζητήσω κατάλυμα για τη νύχτα σε ένα χάνι. Υποθέτω, ωστόσο, ότι οι ιδιοκτήτες αλόγων δεν συμμερίζονται αυτή την άποψη, καθώς σε αυτά τα καταλύματα υπάρχουν πάντα μεγάλοι στάβλοι. Πιστεύω ότι ο ταξιδιώτης δεν μπορεί να περιμένει τίποτα άλλο παρά μια γωνιά του πατώματος σε ένα δωμάτιο γεμάτο από κάθε λογής μυρωδιές, και καταληφθέν από κάθε είδους έμβια όντα, από την "εικόνα του Δημιουργού" μέχρι τα ζωύφια, που πλάστηκαν για να προκαλούν βασανιστήρια στον άνθρωπο για τις αμαρτίες του. Έχοντας εφοδιαστεί με μια επιστολή από τον Στρατηγό Πανουργιά προς τον Δήμαρχο, μας προσφέρθηκε ένας τόπος ανάπαυσης στο καλύτερο σπίτι του οικισμού. Υπάρχει κάτι το επιβλητικό στο όνομα και την εξουσία του Δημάρχου, αλλά διαπιστώσαμε ότι αυτό το σημαντικό αξίωμα κατείχε ένας απλός χωρικός, που ζούσε σε μια κατοικία η οποία ήταν εντελώς στερημένη από ανέσεις. Ήταν, ωστόσο, καλά εφοδιασμένος με όπλα, και πολύ αφότου ο ύπνος είχε αρχίσει να βαραίνει τα βλέφαρά μου, με κρατούσε ξύπνιο μια ζωντανή συζήτηση ανάμεσα στον γιο μου και τον άξιο Δήμαρχο, ο οποίος με τους συντρόφους του είχε να διηγηθεί πολλές ιστορίες σχετικά με κατορθώματα που αφορούσαν τη συνοριακή ζωή ενός Έλληνα χωρικού. Η συζήτηση διακοπτόταν περιστασιακά από τραγούδια, σαν αυτά που τραγουδούν οι βοσκοί της περιοχής — η μελωδία των οποίων έμοιαζε πολύ με το βουητό μιας σκοτσέζικης γκάιντας. Επιτέλους, ολόκληρη η παρέα παραδόθηκε στην ανάπαυση — οι Έλληνες ξαπλωμένοι στο πάτωμα, ενώ σε εμάς παραχωρήθηκαν οι καναπέδες που αποτελούσαν σχεδόν τα μόνα έπιπλα του δωματίου.
[…]



Ο Ιρλανδός εθνικιστής ηγέτης William Smith O’Brien επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Μάιο του 1856 ταξιδεύοντας με τον μεγαλύτερο γιο του, Έντουαρντ, διάστημα κατά το οποίο πληροφορήθηκε την οριστική του αμνηστία για την εξέγερση του 1848, ενώ επέστρεψε ξανά στην Αθήνα γύρω στον Μάρτιο του 1863 στο πλαίσιο ευρύτερων περιηγήσεών του στην Ανατολική Ευρώπη.
Πατήστε στον σύνδεσμο για το βιογραφικό του William Smith O'Brien