Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

1932 - ΑΝΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΣΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Του κ. ΚΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ

Είναι πάντα ευχάριστο ν’ ανεβαίνει κανείς στο βουνό τη νύχτα σ’ οποιαδήποτε εποχή και με κάθε καιρό, κι’ ακόμα πιο ευχάριστη γίνεται η ανάβασής του όταν έχει καλή συντροφιά.

Τα περασμένα Χριστούγεννα τη νύχτα, ώρα 4 το πρωί, ξυπνήσαμε με τον κρότο του «κανονιού» που καλούσε τον κόσμο στις εκκλησιές για την μεγάλη γιορτή, εις ανάμνησιν της μέρας που γεννήθηκε ο Χριστός.

Από βραδύς μας είχανε φέρει εκεί, στην Αράχωβα, δυο μεγάλα αυτοκίνητα μαζί με όλους τους άλλους εκδρομείς του «Πανός», που είχε οργανώσει την ωραία αυτή τριήμερη εκδρομή και που πρόγραμμά της ήτανε η επίσκεψη των Δελφών, της Αράχωβας, του Οσίου Λουκά, της Λειβαδιάς, της Χαιρώνειας, του Ορχομενού, της Σκριπούς και της Θήβας.

Εκτός όμως από όλες αυτές τις ωραίες και ενδιαφέρουσες διαδρομές, τις οποίες – πλην των Δελφών – παρακολουθήσαμε και μείς, θα γινότανε από μια μικρότερη ομάδα ανάβασης στον Παρνασσό για σκι.

Αυτή την ανάβαση αρχίζουμε τώρα εμείς.

Σύντομα σύντομα, φορτωθήκαμε τα πιο απαραίτητα από τα «σύνεργά μας» και βιαστικά ανηφορίζουμε για το βουνό.

Παρ’ όλον που το βουνό μας ήτανε γνωστό από άλλες αναβάσεις μας σ’ αυτό, ωστόσο, δεχτήκαμε την συντροφιά του Αραχωβίτη Ασημάκη Δασαργύρη – ενός νέου έως 20 ετών – που μαζί με τον φίλο μας τον Θ. Πολίτη, προσφέρθηκαν ευγενικά να μας συνοδέψουν μέχρις σ’ ένα σημείο, την κάτω Πρόντουλη.

Πήραμε το μονοπάτι του «Απάνω Σταυρού» που διαβαίνει μπροστά από τα «Τρία Πλατάνια», την εκκλησία του Άη Γιώργη που ο Καραϊσκάκης άλλοτε στον περίβολό της είχε στήσει μια μεγάλη πυραμίδα… με τούρκικα κεφάλια!

Συνεχίζουμε τον ανήφορο, και προσπερνάμε την πηγούλα «Καλανάκι» αντικρύζουμε τον πελώριο «Κοκκινόβραχο» που μέσα στο σκοτάδι της νύχτας φαντάζει σαν παλιός τεράστιος έρημος πύργος.

Ύστερα από 10’ είχαμε φτάσει στο διάσελο του «Απάνω Σταυρού». Κάτω μπροστά μας, απλωνότανε  το μεγάλο λιβάδι του Παρνασσού, τα «Καλύβια της Αράχωβας» όπως λέγεται το εκτεταμένο αυτό οροπέδιο.

Πίσω μας και ανατολικά η Αράχωβα σημειωνότανε  από λιγοστά ηλεκτρικά φώτα, και πέρα μακρύτερα, προς το νότο, απάνου στο βουνό της Κίρφης, η Δεσφίνα που βγάζει τους φημισμένους «δρομείς» φάνταζε χαρμόσυνα στα μάτια μας τώρα τη νύχτα.

Ο κόσμος όλος, εκεί στην Δεσφίνα και στην Αράχωβα πηγαίνει τώρα στην εκκλησιά και μείς ανεβαίνουμε για το βουνό…

Εκεί στον «Απάνω Σταυρό», που συναντήσαμε και τα πρώτα χιόνια, κάναμε μια μικρή στάση.

Ύστερα, κατεβαίνοντες ελαφρά και με κατεύθυνση ΒΒΔ ακολουθούμε ο ένας ύστερ’ από τον άλλον στην νυχτερινή μας αυτή ανάβαση.

Όλη αυτή η πλαγιά είναι σκεπασμένη με μια κρούστα χιονιού, κι’ αυτό μας κάνει να ελπίζουμε πως όσο ανεβαίνουμε, το στρώμα του θα είναι και πιότερο παχύ.

Από τον «Απάνω Σταυρό» υψ. 1.100 μ. περίπου, καθώς είπαμε αρχίζει κατήφορος μέχρι το Λιποκισσόρεμμα, (20’ πορεία) που είναι μια ραία χαράδρα χαρακτηριστική του Παρνασσού. Της χαράδρας αυτής, έναν ωραιότατο πίνακα είχε εκθέσει ο ορειβάτης ζωγράφος κ. Ιθακήσιος στην τελευταία έκθεσή του τον περασμένο Νοέμβριο, στον «Παρνασσό».


Ομάδα εκδρομέων με σκι στη θέση Πενεγιόπλαγο στον Παρνασσό.

Από εκεί ανεβοκατεβαίνοντας πάλι, περνώντας και τα δύο Σκληδορρέμματα, φτάσαμε στην «Κάτω Πρόντουλη» ύστερα από ανάβαση 1 ακόμη ώρας από το Λιποκισόρεμμα και 2 ωρών από την Αράχωβα.

Εδώ πλέον αφήσαμε τον φίλο κ. Πολίτη, μαζί με τον Δασαργύρη που προσφέθηκαν να μας οδηγήσουν ως εκεί, να επιστρέψουν στην Αράχωβα και μείς συνεχίσαμε την ανάβασή μας για «ψηλότερα».

Η συντροφιά μας τώρα απαρτίζεται μόνον από τους φίλους Ντοριέ, Σίμιτσεκ, Λ. Χρηστίδην και τον υποφαινόμενον.

Ανεβαίνουμε φορτωμένοι τους σάκκους μας αλλά και τα σκι… Οι προσδοκίες μας δεν φαίνεται πως θα πραγματοποιηθούν.

Φτάσαμε στην «Απάνω Πρόντουλη», την τεράστια σε έκταση λάκκα του Παρνασσού, που είναι κοντά στη θέση που θ’ ανεγερθή το Καταφύγιο του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου το περισσότερο ίσως κατάλληλο μέρος για σκι.

Τρείς ώρες χρειάστηκαν ως εκεί από την Αράχωβα, ήτανε το μέρος που είχαμε τις ελπίδες μας για να παίξουμε σκι.

Η απογοήτευσή μας όμως ήτανε μεγάλη όταν είδαμε – μέρα τώρα πλέον – την λάκκα (υψ. 2.000 μ. περίπου) να έχει την ίδια ποσότητα του χιονιού που συναντήσαμε στα 1.100 μ., στο «Σταυρό». Ήταν άδια η απάνω, η μεγάλη Πρόντουλη που άλλοτε την είχαμε βρει με χιόνι πάχους, χωρίς υπερβολή 10 – 15 μέτρων!

Τώρα πια δεν μας μένει άλλη ελπίδα από τις ψηλότερες λάκκες του Γεροντόβραχου και βάζουμε κατ’ ευθείαν πλώρη για κει.

Η συντροφιά μας συνεχίζει τον απότομο τώρα ανήφορο το Πενεγιόπλαγου με τα σκι… στην πλάτη.

Χρειάστηκαν τέσσερες ολόκληρες ώρες ως ότου βρεθούμε στην μεγάλη και με άφθονο χιόνι λάκκα του Γεροντόβραχου όπου παίξαμε σκι ως τις 4 τ’ απόγευμα.

Το βουνό αλήθεια είναι πολύ παράξενο κατά τον χειμώνα, πρέπει κανείς όταν ξεκινάει για ν’ ανέβει σε δαύτο να φορτώνεται σαν τον «Ταρταρίνο», που λαχταριστά μας παρουσιάζει ο Ντωντέ, όταν ξεκινάει ν’ ανέβει στη Γιούγκφράου.

Το χιόνι δεν ήτανε πολύ για να φορέσουμε ανεβαίνοντας τα σκι μας, μα ήτανε όμως όσο χρειαζότανε για να σκεπάζει όλη την απότομη δυτική πλαγιά του Γεροντόβραχου προς το Σαραντάρι, και να σχηματίζει μια παγωμένη επιφάνεια που σε πολλά σημεία να κάνει πολύ επικίνδυνη τη διάβαση.


Μια ομάδα σκιέρ στη θέση "Κάτω Πρόντολη" στον Παρνασσό.

Ήταν πολλές οι φορές, που θα μας χρησίμευαν αν είχαμε μαζί μας πιολέ, γκραμπόν κλπ.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως δεν μπορεί ποτέ κανείς να βασίζεται στην κατάσταση που είχε βρει σ’ άλλη του ανάβαση το ίδιο βουνό και στην ίδια εποχή, γιατί ίσως αυτός του ο υπολογισμός του στοιχίσει με περιπέτειες.

Το βουνό αλλάζει από στιγμή σε στιγμή, η ομίχλη, το χιόνι, ο αγέρας, είναι συντελεστές που φθάνουν την τελευταία στιγμή απρόσκλητοι και μεταβάλλουν στα χειρότερα κάθε κατάσταση.

Για τους λόγους αυτούς και άλλους ακόμα, το βουνό θέλει πλάτες και πόδια γερά.

Πρέπει πάντα κανείς σαν ξεκινά για ψηλά βουνά, σε κάθε εποχή, αλλά και πολύ περισσότερο το χειμώνα, να μην ξεκινάει μόνο με τον ενθουσιασμό του αλλά και με τ’ απαραίτητα εφόδια στην πλάτη και περισσή φρόνηση στο κεφάλι.

Τότε μόνον μπορεί να’ ναι βέβαιος πως θα έχει την ευκαιρία να χαίρεται την ομορφιά των βουνών ως τα πιο γεροντικά του τα χρόνια.

Μα τώρα ας ξαναρθούμε πάλι στην μεγάλη τη λάκκα του Γεροντόβραχου (ύψους 2.400 μ. περίπου).

Η λάκκα είναι ωραία, μεγάλη και με χιόνι άφθονο, μα όμως οι επτά ώρες που χρειάστηκαν ως εδώ από την Αράχωβα για ν’ ανέβουμε φορτωμένοι με τους σάκκους και με τα σκι, ήσαν αρκετές για να μας κουράσουν υπερβολικά, τόσο που χρειάσθηκε να ζητήσουμε απάνεμο μέρος γι’ ανάπαυση – όχι ύπνο γιατί φέρνει «κομμάρα» όταν πρόκειται να είναι μικράς διαρκείας, όπως μας εξήγησε ο σύντροφός μας και άριστος σκιέρ Όθων Σιμιτσέκ.

Επειδή όλα ήταν εκεί σκεπασμένα από το άφθονο χιόνι βάλαμε τα σκι του ο καθένας μας κάτω από τις πλάτες του και το σάκκο προσκέφαλο και έτσι αναπαυθήκαμε επί μια ώρα.


Ομάδα χιονοδρόμων ορειβατών στο δρόμο για τη Λιάκουρα.

Ύστερα πλέον ξεκούραστοι φορέσαμε τα σκι μας και γλιστρήσαμε στις πλαγιές της ωραίας αυτής λάκκας, που ομολογώ ότι αποζημιωθήκαμε με το παραπάνω, τις τέσσερες ώρες που μείναμε εκεί, για όλον τον κόπο των 7 ωρών αναβάσεως και 4 καταβάσεως που κάναμε την ίδια μέρα από την Αράχωβα εις τον Γεροντόβραχο και το αντίθετο.

Είμαι δε υπερβολικά ευχαριστημένος γιατί είχα την ευκαιρία να θαυμάσω την εξαιρετική τέχνη στις στροφές και τα πηδήματα με τα σκι, σε πολύ απότομες κλίσεις, του Σιμιτσέκ, που ήταν στιγμές που κατέβαινε με μέση ταχύτητα 60-80 χιλμ.

Επίσης θαύμασα τον φίλο μου το Ντοριέ για τα ωραία του «Στέμμ – μπόγκεν» και τα «Κριστιάνια».

Μα δεν περιορίσθηκα όμως μονάχα να τους θαυμάζω αλλά τους απασχόλησα και τους δύο – καθέναν με τη σειρά του – και με τη δική μου την καλύτερη την εξάσκηση.

Ο Σιμιτσέκ λυπείται που δεν υπάρχει χιόνι να κατέβει με σκι, ο αθεόφοβος! – για 15’ λεπτά στην Αράχωβα.

Τέλος στις 4 τ’ απόγευμα τα φορτωνόμαστε, κι’ από τον ίδιο δρόμο στις 8 το βράδυ είμαστε και πάλι στην Αράχωβα.

Ομολογουμένως χρειάζεται αρκετή ποσότης απερισκεψίας για ν’ ανεβαίνει συχνά κανείς τόσο ψηλά για σκι.