Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’