Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’

Η Αράχοβα τις πρώτες μέρες της κατοχής!

    Την ώρα που υπογραφόταν  η παράδοση της Χώρας, μερικά Γερμανικά  αεροπλάνα χαράκωναν τον ουρανό της Αράχοβας, ενώ ένα από αυτά, κάνοντας κύκλους ,  βομβάρδιζε διάφορα ζωτικά σημεία της περιοχής, γεμίζοντας φόβο και περιέργεια τους πολίτες της, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν υποδεχτεί τα παιδιά  τους, τα οποία, πεινασμένα,  εξαθλιωμένα, ρακένδυτα , εγκαταλειμμένα αλλά όχι νικημένα, αρκετά από τα οποία ήταν ήδη ανάπηρα, επέστρεφαν  με τα πόδια από το Μπέλες, την Κλεισούρα,  το Ρούπελ ή τη Δοϊράνη, αλλά και επειδή δεν είχαν προλάβει να αφομοιώσουν  τις ραγδαίες εξελίξεις που άκουγαν στο ραδιόφωνο.
Πολλοί από αυτούς πίστευαν ότι ο πόλεμος συνεχιζόταν και επομένως θα έπρεπε να φυλάγονται.
Εκείνη τη χρονιά το πανηγυράκι  τ’ Άι Γιωργιού γιορτάστηκε σιγανά, ήσυχα, σχεδόν κρυφά, με μικρή συμμετοχή,  χωρίς τον χαρούμενο ήχο απ’ τις καμπάνες των δυο ενοριών, το εγερτήριο της πίπιζας, την εγρήγορση του κόπανου  του νταουλιού και τον λυγμό της βίτσας του.
Τις επόμενες μέρες συνεχώς πέταγαν πάνω από την Αράχοβα Γερμανικά αεροπλάνα, σπέρνοντας  φόβο και δημιουργώντας αναστάτωση στους κατοίκους, κατασκευάζοντας  έτσι, μαζί  με τις κάθε λογής διαδόσεις που έφταναν στ’ αυτιά τους, μια ατμόσφαιρα σύγχυσης..
Πολλοί Αραχοβίτες,  φοβούμενοι τους Γερμανούς, αφού φόρτωσαν τα μουλάρια τους με κουβέρτες και τρόφιμα, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Άλλοι κατά τον ελαιώνα και τις σπηλιές του, άλλοι κατά τον ‘‘Τυριά’’ και τη ‘‘Μάνα’’ και άλλοι κατά τα ‘‘Καλύβια’’  και τις αποκλείστρες του  Παρνασσού.
Ενδεικτική είναι η μαρτυρία της δεκαοκτάχρονης  τότε Αραχοβίτισας Ασπασίας Αυγερίκου, όπως αυτή καταγράφεται στο ‘’ημερολόγιο πολέμου’’ που κράταγε εκείνη την εποχή:

« …..Την άλλη μέρα, ήταν τ’ Αη Γιωργιού (Απρίλης του 1941). Το πρωί ακούστηκε μια διάδοση πως οι Γερμανοί έφτασαν στο Χρισσό. Αμέσως φορτώσαμε το μουλάρι με ρούχα για ύπνο και τρόφιμα και τραβώντας  με τα χέρια τις κατσίκες, κινήσαμε για την Αγιαννάνα. Πριν φτάσουμε στον Αη Στάθ’ φάνηκαν στον ουρανό τριανταπέντε Γερμανικά αεροπλάνα. Φοβηθήκαμε ότι θα μας βομβαρδίσουν και κρυφτήκαμε στα δέματα. Στο τέλος φτάσαμε στον προορισμό μας στου Δεμερτζή την καλύβα. Εκεί ήμασταν τέσσερις οικογένειες, η δικιά μας  και των Δεμερτζή, Γρανιτσιώτη και Μπελτέκου. Το απόγευμα φάνηκε ένα αεροπλάνο και βομβάρδισε τη Γέφυρα της Τούμπρης και τη στροφή του Αη Νικόλα (σήμερα Άγιος Μηνάς). Έκανε επτά κύκλους και έριξε επτά βόμβες!
Μετά από τρείς μέρες φύγαμε για το ‘’πρόντολο’’. Φτάσαμε εκεί, η δική μου Οικογένεια, οι τρείς αδερφές Παπαευσταθίου, τα κορίτσα της Κοτοπούλενας , η Καρδάρενα με τα παιδιά της και του Μανθεγόγιαννου η γυναίκα με τα παιδιά της.  Δεν είχαμε ούτε ψωμί ,ούτε άλλα φαγώσιμα, γιατί οι προμήθειες είχαν σωθεί.
Οι Γερμανοί είχαν καταλάβει το χωριό και έκαναν εφόδους προς τον ελαιώνα που ήταν κρυμμένος ο κόσμος. Το δεύτερο βράδυ ακούσαμε πυροβολισμούς κοντά μας και ο κόσμος σκόρπισε, άλλος δώθε και άλλος κείθε. Εμείς με όλη την παρέα, τραβώντας τα μουλάρια πήγαμε στη σπηλιά στο ‘’Γοσκιόρεμα’’.
Δεν φτάνει που ήμασταν νηστικοί και ταλαιπωρημένοι, άρχισε να χιονίζει κιόλα! Δεν είχαμε τι να πρωτοβαστάξουμε, την πείνα, για το κρύο, για τον φόβο πιο πολύ. Είκοσι άτομα φάγαμε από μια κουταλιά φασόλια που μας τα σέρβιρε στη χούφτα στον καθέναν μας η Λίτσα.
Την άλλη μέρα το γύρισε σε ασταμάτητη βροχή. Αυτή την βαστάγαμε, όμως την πείνα δεν την αντέχαμε άλλο. Κατεβήκαμε  εγώ και η Λίτσα τυλιγμένες στο ταλαγάνι, στην καλύβα του Σκαμπανέα στη ‘’Μπεχούβεση’’, όπου μας λυπήθηκε η Παναγιού και μας έδωσαν πέντε κούπες άλευρα. Γυρίσαμε πίσω το ζύμωσε η Κατερίνη στην πετσέτα και αφού το βάλαμε στην αθράκα να ψηθεί, το μοιράσαμε. Τότε αυτή μας είπε ν’ αφήσουμε μια μπουκιά για το…. κακό, γιατί εδώ είναι διαλόρεμα!
Εγώ τους είπα, αστειευόμενη, ότι με την πείνα που έχω θα το φάω κι ας με πιάσουν χίλιοι διάολοι!
Μείναμε εκεί τρείς μέρες ακόμα και μετά, αφού περάσαμε από τον Άγιο Δημήτριο όπου ανάψαμε κεριά και  κάναμε μετάνοιες παρακαλώντας να γυρίσουμε με το καλό στα σπίτια μας, φτάσαμε ξανά στην Αγιανάννα , όπου κάτσαμε μερικές μέρες ακόμα μέχρι να φύγουν οι Γερμανοί από το χωριό. Μετά γυρίσαμε όλοι πάνω στα σπίτια μας, όπου εκεί μείναμε ελεύθεροι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1942 που ήρθε στην Αράχοβα ένα Τάγμα Ιταλών.
Με τους Ιταλούς για ένα χρόνο υποφέραμε…»

Πρώτος χρόνος- Ανασυγκρότηση

    Την πρώτη χρόνια της Γερμανικής κατοχής δεν υπήρχαν Γερμανοί μόνιμα  εγκαταστημένοι στην Αράχοβα. Έχοντας ως έδρα  τους την Λιβαδειά και την Άμφισσα, έκαναν περιστασιακά, ξαφνικούς, αιφνιδιαστικούς  εφόδους στην περιοχή για να διαπιστώσουν την ύπαρξη ανταρτών αλλά και για να πλιατσικολογήσουν λάδι από τον τοπικό Συνεταιρισμό και κρασί από τα βαγένια των κατοίκων. Όμως πριν το σούρουπο, πάντα αποχωρούσαν.
Αυτόν τον ένα χρόνο κατά τον οποίο η Αράχοβα έμεινε χωρίς την μόνιμη παρουσία δυνάστη, κατάφερε να ανασυνταχτεί.. Παρόλο που αυτή η χρονιά ήταν  πολύ δύσκολη για όλη την Ελλάδα, γιατί λόγο του Εγγλέζικου εμπάργκο εισαγόμενων αγαθών, δημιουργήθηκε μεγάλη έλλειψη τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, εντούτοις η Αράχοβα σχεδόν δεν πείνασε.
Τη χρονιά του πολέμου ο ελαιώνας  έδωσε μεγάλες ποσότητες πρώτης ύλης  ελιάς, για την παραγωγή λαδιού  και βρώσιμων καρπών,  πολύ πάνω κι από τις ποιο αισιόδοξες προσδοκίες.
Τα γεννήματα από το οροπέδιο του Λιβαδιού, λαθούρια, φακές, ρεβίθια,  μαζί με την ντόπια, ανθεκτική ποικιλία σιταριού, το περιβόητο διμηνιό, παρέμειναν η βάση της κύριας διατροφής των ανθρώπων, τα οποία κι αυτά εκείνη τη χρονιά, ύστερα από μια παρατεταμένη ανομβρία των προηγούμενων χρόνων , είχαν αυξημένη παραγωγή, γεμίζοντας τ’ αμπάρια των ζευγιτών της Αράχοβας με διατροφικούς θησαυρούς.  
Το λάδι ειδικά, έγινε μονάδα μέτρησης για την ανταλλαγή προϊόντων που τους έλειπαν.
Το άφθονο νερό από τις πηγές της Μάνας, της  Μπάνιας, του Κουσίνου, της  Καγίτενας, της Χτηριαρούς  και των άλλων περιοχών περιμετρικά  του Χωριού, έδωσαν την δυνατότητα στους ντόπιους να αναπτύξουν τα περβόλια τους, καλλιεργώντας  τα χρειαζούμενα κηπευτικά.
Με τα περισσεύματα τάιζαν τις κότες και τα κουνέλια τους, εξασφαλίζοντας έτσι αυγά και κρέας.  Επιπλέον κάθε σπίτι είχε μια γίδα και κάνα δυό προβατίνες που συμμετείχαν και αυτά στην οικιακή οικονομία του Χωριού!
Τα κοπάδια με τ’ αρνοκάτσικα των οικογενειών που συστηματικά τα εξέτρεφαν, αυτή τη δύσκολη χρονιά δεν ξενιτεύτηκαν προς τα παραδοσιακά χειμαδιά μακριά από τα Χωριό, παρά  ξεχειμώνιασαν στα χαμηλά βοσκοτόπια γύρω από την Αράχοβα και ύστερα  προς το τέλος του Μάη, ανηφόρισαν κατά τα καλοκαιρινά γρέκια του Παρνασσού, συνεχίζοντας να τροφοδοτούν το Χωριό με τυρί, γιαούρτι, κρέας, χυλοπίτες, τραχανά,  μυτζήθρες και μαλλί, για ρούχα, στρωσίδια και σκεπάσματα .
Καρύδια μύγδαλα και εποχιακά φρούτα προερχόμενα από τις καλλιέργειες κάθε σπιτιού συμμετείχαν αναλογογικά στην ποιοτική διαβίωση των ντόπιων.
Οι  αμπελώνες του Χωριού δεν έπαψαν να δίνουν τον καρπό τους, από τον οποίο παραγόταν, πετιμέζι για γλυκά, π’ταλιές, μουσταλευριά, κουλούρια, και σιτζούκια, αλλά και το σπουδαίο μπρούσκο Αραχοβίτικο κρασί, το οποίο σε συνδυασμό με το λάδι γινόταν ολοκληρωτική τροφή.
Το ντόπιο τσίπουρου επίσης , που  προερχόταν από την χρησιμοποίηση των υπολειμμάτων  της ίδιας πρώτης ύλης του σταφυλιού, μετά την απόσταξή της  στα  ρακοκάζανα κατά την ετήσια λειτουργία τους, είχε κι αυτό σημαντική συμμετοχή, είτε ως πιόμα στα καφενεία, είτε ως τρατάρισμα και καλωσόρισμα στα σπίτια,  είτε άλλες φορές ως εμπειρικό ‘‘φάρμακο’’ , στην επιβίωση των  Αραχοβίτικων φαμελιών. 
Οι ασχολίες των κατοίκων συνεχίστηκαν απρόσκοπτα, με μπούσουλα την αυτοοργάνωση του χωριού, η οποία  μπήκε αμέσως σε εφαρμογή. Το σχολείο λειτούργησε κανονικά, με εθελοντισμό  κάτω από την ευθύνη και την προστασία των κατοίκων της Αράχοβας οι οποίοι συνεννοήθηκαν, συνεργάστηκαν μεταξύ τους και απέδωσαν πολύτιμο ομαδικό έργο στην τοπική κοινωνί

     Ταυτόχρονα από τις αρχές του 1942,  η έναρξη της ένοπλης αντίστασης, στην ευρύτερη περιοχή της Ρούμελης, ενάντια στον ξένο κατακτητή, σηματοδότησε μια νέα  ηρωική εποχή, η οποία σιγά σιγά αγκάλιασε  ολόκληρη  την Ελλάδα.
Προφανώς αυτή η πολεμική αντίδραση δεν ξεκίνησε τυχαία από τη Ρούμελη, διότι ολόκληρη η περιοχή της είχε μεγάλη παράδοση στην κλεφτουριά και το αρματολίκι, από την περίοδο του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821. Αυτή η κληρονομιά δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη. Πέρασε στους νεότερους χρόνους με όχημα  τη λαϊκή μνήμη,  καθιστώντας έτσι τα χωριά της το λίκνο της ένοπλης αντίστασης ενάντια στους  νέους κατακτητές.
Οι κάτοικοί της υπερηφανεύονταν  ότι  επάνδρωσαν με τους περίφημους ευζώνους τους, τα Ελληνικά Συντάγματα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, διπλασιάζοντας την Ελλάδα.
Αλλά και στην Αλβανία επίσης, πρώτοι οι Ρουμελιώτες με τις ιαχές ‘‘Αέρα’’  και ‘‘Φούσκουστον’’ πέτυχαν τα αρχικά ρήγματα στην υπερσύγχρονη για την εποχή στρατιά των Ιταλών, ανακόπτοντας την προέλασή της.
Τα Χωριά, οι στάνες και τα υποστατικά, κατά την εποχή της Γερμανό- Ιταλικής κατοχής,  ήταν γεμάτα από εμπειροπόλεμους Αλβανομάχους, οι οποίοι είχαν φροντίσει να  κρύψουν  όπλα και πολεμοφόδια σε απρόσιτα για τους ξένους σημεία.
Αυτοί οι άδολοι και αγνοί πατριώτες,  αποτέλεσαν τη μαγιά  του νέου ξεσηκωμού.
Η Αράχοβα ήταν ένα από αυτά τα χωριά.  Πολλοί νέοι, πήραν τα όπλα και ανέβηκαν στα γύρω βουνά  για να καταταχτούν στις ένοπλες ομάδες της περιοχής.
Η συμβολή του χωριού σε αυτόν τον αγώνα, με την προσφορά  αίματος, πληροφοριών, τροφίμων και  περίθαλψης στους αγωνιστές, είναι αδιαμφισβήτητη. 
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι αρχικά  μικρές ομάδες λειτούργησαν ως προζύμι, ώστε να  γίνουν μαζικές στη συνέχεια, δημιουργώντας την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης.                       

Οι Ιταλοί ‘‘Κατακτούν’’ την Αράχοβα !

     Τα πράγματα  άλλαξαν προς το χειρότερο όταν τον Σεπτέμβριο του 1942  κατέφτασε στην Αράχοβα ένα τάγμα Ιταλών.
Οι ηττημένοι των Αλβανικών βουνών, φιλοδοξία των οποίων ήταν η ανασύσταση μιας Νέας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η αναβίωση  του ‘‘Mare Nostrum’’  «η θάλασσά μας» στην κυριαρχία της  Μεσογείου, εγκαταστάθηκαν στην Πολιτεία, βεβαίως  με τις πλάτες των Γερμανών, έχοντας ενισχυμένη σύνθεση περίπου  επτακοσίων ανδρών και διοικητή έναν μετριοπαθή Ταγματάρχη, ο οποίος όμως βρισκόταν  υπό την στενή επίβλεψη  μερικών  φανατικών αξιωματικών, οι οποίοι ενστερνίζονταν την Φασιστική ιδεολογία.  Από αυτούς ξεχώριζε ένας λοχαγός, που έγινε γνωστός στους ντόπιους λόγο της σκληρής συμπεριφοράς του και  άκουγε  στο  όνομα ‘’Φράνκο’’.
Αυτός σε λίγο καιρό γνώριζε τα πάντα για την Αράχοβα και τους Αραχοβίτες. Θυμόταν ονόματα, συγγένειες, συνήθειες και ασχολίες των κατοίκων. 
Απειλώντας, εκβιάζοντας, προσβάλλοντας και εκφοβίζοντας τους ντόπιους, προσπαθούσε τρομοκρατώντας τους,  να τους έχει υπό τον έλεγχό του.
Οι Αραχοβίτες πέρασαν ένα άσχημο και δύσκολο χρόνο μαζί τους.  
Οι Ιταλοί κουβάλησαν επίσης στον τόπο,  βαρύ οπλισμό, δύο φορτηγά αυτοκίνητα, ένα τζιπ και ογδόντα περίπου μεταγωγικά ζώα. 
Οι άντρες του Τάγματος διασκορπίστηκαν   σε όλη την Αράχοβα ελέγχοντάς την, με κύρια   σημεία  αναφοράς το Δημοτικό Σχολείο (σημερινό Λαογραφικό Μουσείο) σταματώντας την λειτουργία του, την συνοικία του Αγίου Γεωργίου και την συνοικία ‘’Σφαλάκι’’ από την οποία είχαν διώξει τον κόσμο από τα σπίτια του για να κατοικίσουν οι ίδιοι, περιφράζοντας τους δρόμους της στη συνέχεια με συρματοπλέγματα.
Μέσα από την μάντρα του περίβολου του ναού  του Αγίου Γεωργίου, είχαν στήσει αντίσκηνα τα οποία χρησιμοποιούσαν ως χώρους διοικητικής μέριμνας για την κάλυψη των αναγκών τους. 
Είχαν επίσης τοποθετήσει μόνιμα φυλάκια με σκοπιές παντού, σε όλη την Αράχοβα , αλλά  ειδικά στην γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’, είχαν εγκαταστήσει  ισχυρή ένοπλη δύναμη , με εναλλασσόμενες σκοπιές για  ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, κάτω από τον φόβο της ανατίναξής της  από τους  αντάρτες (η γέφυρα ανατινάχτηκε τελικά το βράδυ της 10ης  Σεπτεμβρίου μετά το πέρας της μάχης ).
Οι Ιταλοί, κατά τους επόμενους μήνες, αφού οργάνωσαν την περιμετρική τους άμυνα και ασφάλεια εντός της Αράχοβας και εδραίωσαν έτσι την κυριαρχία τους, ανέβηκαν στα καλύβια του Λιβαδιού και έκαψα αρκετά από αυτά, προληπτικά όπως είπαν, ώστε να εμποδίσουν την χρησιμοποίησή τους από τους άντρες της Εθνικής Αντίστασης (Αντάρτες), οι οποίοι σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, τα επισκέπτονταν  για ανεφοδιασμό και ξεκούραση.

                                                  Διελκυστίνδα

Οι κατοχικές δυνάμεις των Ιταλών, έμειναν στην Αράχοβα μέχρι  τον Σεπτέμβριο του 1943,  όταν δηλαδή η φασιστική Ιταλία συνθηκολόγησε και αναγκάστηκε να καταθέσει τα όπλα.
Προηγήθηκε η απόβαση στη Σικελία (με το κωδικό όνομα ‘‘Επιχείρηση Χάσκι’’), η οποία  έγινε τη νύχτα της 9ης προς 10η  Ιουλίου 1943.
Η επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων στο νησί, είχε ως στόχο την αφαίρεσή του  από τις δυνάμεις του Άξονα.
Το εγχείρημα ολοκληρώθηκε στις 17 Αυγούστου, με την πλήρη απομάκρυνση αυτών των δυνάμεων από εκεί.
Αυτή η επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα  την απαρχή της πτώσης του Μουσολίνι, η οποία έγινε κατά τρόπο άδοξο και εκκωφαντικό για το καθεστώς του.
Σηματοδοτήθηκε από την εκδήλωση της συνωμοτικής κίνησης του Στρατάρχη Μπαντόλιο και του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Αμπρόζι, με αποτέλεσμα την καθαίρεση του Ιταλού δικτάτορα Μουσολίνι και την σύλληψή του, ύστερα από εντολή του βασιλιά Βίκτωρος Εμμανουήλ και την έγκριση του Μεγάλου  Φασιστικού Συμβουλίου.
Η νέα Ιταλική κυβέρνηση υπό τον Μπαντόλιο, ύστερα από μυστικές συνομιλίες με τους Συμμάχους, κατάληξε στην άνευ όρων παράδοση της Ιταλίας.
      Η είδηση ανακοινώθηκε από το  συμμαχικό ραδιοφωνικό σταθμό την 8η  Σεπτεμβρίου του 1943, στις οκτώ το βράδυ.
Η 11η   Ιταλική Στρατιά, αποτελούμενη από 12 μεραρχίες ή 140.000 άνδρες, που βρισκόταν στην Ελλάδα έμεινε ακέφαλη πλέον και χωρίς εντολές,  με αποτέλεσμα ο οπλισμός της να αποτελέσει λεία διεκδίκησης από τους Έλληνες Αντάρτες, αλλά και τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν τα μέσα να φτάσουν νωρίτερα στα προς απαλλοτρίωση στρατόπεδα..
Αυτός ο οπλισμός έγινε το  «μήλο της Έριδος»  μεταξύ Πολιτών-Ανταρτών και Γερμανών, για διαφορετικούς όμως λόγους στην κάθε πλευρά.
Μόλις ο κόσμος συνειδητοποίησε την είδηση, άρχισε αμέσως να διεκδικεί τον πλούσιο εξοπλισμό. Κινητοποιήθηκαν πανελλαδικά οι πάντες. Αντάρτες, χωρικοί, χωροφύλακες, παπάδες, νέοι, παιδιά, απλοί πολίτες, όλοι μαζί αυθόρμητα και χωρίς πρόγραμμα ή σχέδιο, αλλά με ψυχή, ξεχύθηκαν από όλες τις πλευρές και όλες τις κατευθύνσεις πάνω στους Ιταλούς.  
Απώτερος σκοπός, των  μεν Γερμανών ήταν η αποτροπή της αρπαγής των Ιταλικών όπλων από τους αντάρτες, των δε αντιστασιακών, μαχητών και  πολιτών, ήταν η προσπάθεια να απαλλοτριώσουν τα ίδια όπλα, ώστε να εξοπλιστούν περισσότεροι άντρες και γυναίκες, από όσους  διεκδικούσαν θέση στην ένοπλη αντίσταση.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τις συνεχόμενες  αιματηρές μάχες, μεταξύ Γερμανών και Ελλήνων αντιστασιακών  – Πολιτών.
Σε πολλές από αυτές τις συγκρούσεις,  σύσσωμες οι τοπικές κοινωνίες έδωσαν το παρόν, είτε πολεμώντας αφού άρπαξαν όπλα από τους Ιταλούς, είτε βοηθώντας τους πολεμιστές κατά την διάρκεια των μαχών, αλλά και ύστερα απ’ αυτές (διοικητική μέριμνα- περίθαλψη τραυματιών).
Σε ένα μεγάλο ποσοστό τα όπλα αυτά περιήλθαν στην κατοχή των Ελλήνων, άλλοτε με τη βία, και αλλού ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις με τους Ιταλούς.
Το  εκπληκτικό αποτέλεσμα, μετά την αφαίρεση του Ιταλικού οπλισμού,  ήταν ο μαζικός εξοπλισμός μεγάλων τμημάτων ανθρώπινου δυναμικού της υπαίθρου Χώρας και το θέριεμα της αντίστασης.
Από αυτή την χρονική στιγμή και μετά, οι αντιστασιακές ομάδες της Ελλάδας, υπερεξοπλίστηκαν, φτάνοντας να γίνουν η μεγαλύτερη μάχιμη, εθελοντική, αντιστασιακή δύναμη σε ολόκληρη την Ευρώπη, με την διευκρίνηση  βεβαίως, της  συγκριτικής σχέσης, πληθυσμού- αριθμού ένοπλων ανταρτών. 
     Από την αρχή του ένοπλου αγώνα, αυτοί οι νεαροί βουνίσιοι πολεμιστές, οι περισσότεροι  των οποίων ήταν  ηλικίας μεταξύ 15 και 25 χρονών,  αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά του κινήματος.
Με αυτά τα όπλα επάνδρωσαν τις τάξεις του ΕΛΑΣ του ΕΔΕΣ, της ΕΚΚΑ και των άλλων μικρότερων  αντιστασιακών οργανώσεων, αποτελώντας έτσι τον πυρήνα της Εθνικής Αντίστασης.
Μετέφεραν μαζί τους, σ’ αυτόν τον ένοπλο αγώνα, το αίσθημα του φιλότιμου, της  υπερηφάνειας και  του Εθνικού εγωισμού,  τα οποία ως αξίες  είχαν βιωματικά διδαχτεί  στα σπίτια τους,  για να  συναθροιστούν με τη σβελτάδα και τη φυσική τους αντοχή, ώστε να αναπληρώσουν έτσι την όποια μόρφωση τους έλειπε.
Πήραν τα όπλα έχοντας μέσα τους την πεποίθηση της ανιδιοτέλειας και του άσβεστου πατριωτισμού, που τους έκανε πολλές φορές να φτάνουν σε ακραίες πράξεις αυτοθυσίας. 
Πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι τα όπλα αυτά, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, οι αντάρτες τα κέρδισαν πολεμώντας. Καμιά επιμελητεία δεν τους τα χάρισε!  Άλλωστε αυτοί που βγήκαν στο βουνό για να πολεμήσουν την τριπλή κατοχή της πατρίδας μας, ήταν μόνο εθελοντές.
Δεν υπήρξε σε καμία απολύτως περίπτωση υποχρεωτική στράτευση.
Τραχείς χωρικοί οι περισσότεροι δεν απολάμβαναν καμιάς παροχής. Έπρεπε μόνοι τους να βρουν την τροφή τους και καταμόναχοι να εξοπλιστούν.
Η δε ηγεσία όλων αυτών των ανθρώπων ξεπήδησε από τα σπλάχνα των ίδιων. Ήταν εκείνοι, οι  καλύτεροι των πολεμιστών, οι οποίοι αφού  ενέπνευσαν πίστη, αφοσίωση  και σεβασμό στα ιδανικά του αγώνα, τους οδήγησαν σε πράξεις ηρωισμού, φιλοπατρίας και μέγιστων εκφάνσεων ανδρείας .
     Η Αράχοβα υπήρξε ένα τέτοιο πεδίο διεκδίκησης των Ιταλικών όπλων και του εξοπλισμού τους, εκ μέρους των μάχιμων Ανταρτών και των εφεδρικών ανδρών υποστήριξης της τοπικής κοινωνίας.
Όταν οι Γερμανοί της Άμφισσας προσπάθησαν να παραλάβουν τον οπλισμό αυτόν, ύστερα από πρόσκληση της ηγεσίας του Ιταλικού Τάγματος που έδρευε στο Χωριό, βρήκαν σφοδρή αντίσταση εκ μέρους των Ανταρτών, των πολιτών της Αράχοβας, αλλά και  των κατοίκων των χωριών της περιοχής, στη θέση ‘’Σφάλα’’ του ελαιώνα της, κατά την πρώτη ημέρα και στην θέση ‘’Κρόκι’’ Παρνασσού, των Δελφών, κατά τη δεύτερη μέρα. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όπλα αυτά των Ιταλών, μαζί με πάρα πολλά  υλικά διοικητικής μέριμνας, περιήλθαν εξ ολοκλήρου  στα χέρια των μαχητών της Εθνικής Αντίστασης.
Μαζί με αυτά περιήλθαν στην κατοχή των μαχητών και πολλά Γερμανικά λάφυρα (υγειονομικό υλικό, τρόφιμα και σκηνές), ύστερα από την πολύνεκρη, για την πλευρά των Γερμανών, νικηφόρα μάχη των Ελλήνων, τα οποία  αυτοί άφησαν στο πεδίο της μάχης μαζί με τις ζωές τους .
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι σε αυτού του είδους τις συγκρούσεις, λάμβαναν μέρος και οι  Πολίτες των τοπικών κοινωνιών, είτε ως μάχιμοι, είτε ως βοηθητικό προσωπικό διοικητικής μέριμνας, καθιστώντας κανόνα πλέον αυτή τη συμμετοχή, σε όλες της μάχες που έλαβαν χώρα στην Ελληνική επικράτεια.  
Στη μάχη της ‘’Σφάλας’’ , πλήθος αγωνιστών - πολιτών από τα χωριά, Δεσφίνα, Αντίκυρα, Δίστομο, Στείρι, Αράχοβα, Χρισσό, Δελφοί, Αγόριανη, έδωσαν το παρόν, σφραγίζοντας την προσφορά τους με το αίμα αρκετών από τους κατοίκους τους.                   

2. ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΙΣΗ ΙΤΑΛΙΑΣ, ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Συνθηκολόγηση Ιταλίας

    Το απόβραδο της 8ης Σεπτεμβρίου του 1943, οι Αραχοβίτες  έμαθαν τις  εξελίξεις της Ιταλικής συνθηκολόγησης από το ραδιόφωνο.  Αμέσως βγήκαν στους δρόμους, τα καραούλια και τις πλατείες του χωριού. Σ’ ολόκληρη την πολιτεία επικρατούσε γιορτινή ατμόσφαιρα, ο κόσμος αγκαλιαζόταν, τραγούδαγε, χόρευε, πανηγύριζε.
Οι ταβέρνες και τα καφενεία, ξέχειλα από κόσμο, υποδέχτηκαν τα καλά μαντάτα με κεράσματα, φωνές, ενθουσιασμό και  κατανάλωση άφθονου κρασιού και τσίπουρου.
Η Αράχοβα ζούσε Ιστορικές στιγμές. Οι κάτοικοι διέκριναν μια χαραμάδα ελπίδας, ικανή  να τους κάνει να καλωσορίσουν  την ανάκτηση της ελευθερίας τους.
Μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, γυναίκες και άντρες με ξέφρενο ενθουσιασμό και περίσσια αγαλλίαση, συμμετείχαν σ’ αυτό το πάνδημο πανηγύρι.  
Το ίδιο απόγευμα ολόκληρη η Ιταλική δύναμη εγκατέλειψε  όλες τις θέσεις ελέγχου, καθώς και τις σκοπιές, πλην αυτή της γέφυρας της ‘’Τούμπρης’’ την οποία φύλαγαν 150-180 Ιταλοί.
(Αποσύρθηκαν και από κει, εγκαταλείποντας τον έλεγχό της, αμέσως μετά τη μάχη της 10ης   Σεπτεμβρίου, για να ακολουθήσουν την φάλαγγα του κυρίως σώματος της Ιταλικής κατοχικής δύναμης στην πορεία του προς το άξονα  Δεσφίνας - Ιτέας.)
Η συγκέντρωση και το σημείο αναφοράς πλέον των Ιταλών ήταν  η συνοικία ‘’Σφαλάκι’’ και  ο περίβολος  του ναού του Αγίου Γεωργίου.
Πολλοί κάτοικοι από τις γειτονιές της περιοχής,  μαθαίνοντας τα νέα της συνθηκολόγησης και γνωρίζοντας την ανεπάρκεια της  επιμελητείας τους σε κρασί και λάδι, άρχισαν να πολιορκούν την πετρόχτιστη μάντρα  του Ναού και να συναλλάσσονται με τους  στρατιώτες, προσφέροντάς τους ότι τους έλειπε, ζητώντας τους ως αντίτιμο, καφέ, ζάχαρη,  ρούχα, άρβυλα και …..όπλα.
Αρκετοί αντιφασίστες Ιταλοί στρατιώτες βγήκαν από τα σπίτια στα οποία  στρατωνίζονταν, δειλά στην αρχή και με περισσότερο θάρρος στη συνέχεια, συμμετέχοντας στους πανηγυρισμούς του χωριού. 
Το κρασί και το τσίπουρο δρούσε ως καταλύτης διευκολύνοντάς τους να εξομοιωθούν με αυτούς τους οποίους μέχρι χθες δυνάστευαν, αναθεματίζοντας μαζί τους τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, τους κύριους αίτιους και της δικής τους άθλιας μοίρας.
Πολλοί από αυτούς προσέφεραν τον οπλισμό τους στους ντόπιους, είτε δωρίζοντάς τον, είτε κατόπιν συμφωνίας με μικρά  ανταλλάγματα.           

Διαπραγματεύσεις

    
 Παπάς της ενορίας του Αγίου Γεωργίου, εκείνη την εποχή, ήταν ο πατέρας Συνέσιος (Αναστασίου). Ένα εκπληκτικής ευγένειας ιερωμένος, θερμός πατριώτης και μέλος του ΕΑΜ Αράχοβας. Αμέσως  με δική του πρωτοβουλία ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις  με τους Ιταλούς και ταυτόχρονα ενημέρωσε για τις ενέργειές του την τοπική οργάνωση. Σύνδεσμός της,  με την  σειρά του, ειδοποίησε τον Αραχοβίτη καπετάνιο, έφεδρο ανθυπολοχαγό του Ελληνοαλβανικού πολέμου Γιώργο Αυγερίκο, με το ψευδώνυμο '’Νικήτας’’, ο οποίος βρισκόταν στην περιοχή, επικεφαλής  μιας ομάδας  σαράντα ανδρών του λόχου  μηχανημάτων του ΙΙΙ /34 Τάγματος Ελικώνα, με πλήρη οπλισμό και δυό βαριά πυροβόλα, έχοντας  σκοπό, μετά από διαταγή της διοίκησης του  Τάγματός του, την ανατίναξη  της γέφυρας της ‘’Τούμπρης’’.
Αυτός, όταν έμαθε τα νέα της συνθηκολόγησης  και στη συνέχεια την σύμπτυξη των Ιταλών, ήρθε κοντύτερα στο χωριό και στρατοπέδευσε στην περιοχή ‘‘Τάρνισα’’ του ελαιώνα στην αρχή και ύστερα ανέβασε την δύναμή του στην Αράχοβα, οχυρώνοντας την πλατεία ‘’Αφανού’’ και  ελπίζοντας στην απαλλοτρίωση του Ιταλικού οπλισμού. 
Την ίδια ενημέρωση είχε και ο Νίκος Καλοπήτας  καπετάνιος  του 9ου  λόχου Λιβαδειάς, του ΙΙΙ/34 Τάγματος του ΕΛΑΣ, καταγόμενος από το Χρισσό, ο οποίος με την διμοιρία  του θα συμμετείχε στην ανατίναξη της γέφυρας.
Αυτός, από την προηγούμενη ημέρα,  με μια μικρή ανιχνευτική ομάδα, μεταξύ των οποίων και ο Αραχοβίτης αντάρτης Στέργιος  Μάμαλης ,‘‘Γεροδήμος’’, ο οποίος σαν ντόπιος γνώριζε τα κατατόπια, αφού αποσπάστηκαν και προηγήθηκαν του λόχου τους, είχαν πλησιάσει τη γέφυρα για να μαζέψουν πληροφορίες, κατασκοπεύοντας τις κινήσεις των φρουρών.
Το βράδυ της συνθηκολόγησης των Ιταλών, αυτή η μικρή δύναμη,  αφού εκπλήρωσε το σκοπό της, μπήκε στην ελεύθερη πλέον Αράχοβα και ενώθηκε με το τμήμα του καπετάν Νικήτα.
      Όσο πέρναγε η ώρα τα νέα μαθαίνονταν   και το Χωριό πανηγύριζε. Καφενεία, ταβέρνες, πλατείες και ξάγναντα, γέμιζαν κόσμο. Αρκετοί Ιταλοί στρατιώτες, ανακουφισμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων, έπιναν αδερφωμένοι με τους ντόπιους, ελπίζοντας και οι ίδιοι σε καλύτερες μέρες.
Αργά το βράδυ οι δυό καπετάνιοι του ΕΛΑΣ, έστειλαν  μια επιστολή στον Ιταλό Ταγματάρχη, μέσω του Ιερωμένου παπά- Συνέσιου, με την οποία απαιτούσαν την άμεση συνάντηση μαζί του, για  να διαπραγματευτούν την παράδοση του οπλισμού του Ιταλικού Τάγματος.
Τον προειδοποιούσαν ότι η Αράχοβα ήταν κυκλωμένη από μεγάλη δύναμη ανταρτών και αν δεν παρέδιδαν τα όπλα θα τους έκαιγαν.
Ο Ιταλός διοικητής  δέχτηκε να συναντηθεί μαζί τους την επομένη το ξημέρωμα. Ως τόπος συνάντησης ορίστηκε  η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. 
    Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο φασίστας Ιταλός λοχαγός ‘’Φράνκο’’, με δυο ακόμα ομοίους του αξιωματικούς, επιβιβάστηκαν κρυφά στο τζιπ της μονάδας και πήγαν στην Άμφισσα για να προσκαλέσουν τον  Γερμανό διοικητή της Πόλης με την δύναμή του, ώστε να σπεύσει στην Αράχοβα, για να παραλάβει  αυτός τον  οπλισμό τους .
Επέστρεψαν στην βάση τους την ίδια νύχτα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, έχοντας εξασφαλίσει την διαβεβαίωση του εκεί Γερμανού διοικητή για την παραλαβή.   


                          

Συνέχεια διαπραγματεύσεων Πέμπτη,

9 Σεπτεμβρίου 1943. Παραμονή της Μάχης!

     Χαράματα ακόμα, έφτασε στην Αράχοβα, από το Κάτω Χάνι όπου είχε διανυκτερεύσει  και η κύρια δύναμη του 9ου λόχου του ΙΙΙ/34 τάγματος, ενισχυμένη με τις εφεδρικές ομάδες Δίστομου και Στειρίου. Ήταν δύναμη περίπου 160 αντρών, η οποία διασκορπίστηκε σε όλο το χωριό, ελέγχοντας τους δρόμους.
Οι κάτοικοι  μεθυσμένοι  από την προσδοκία της ελευθερίας και παρακινούμενοι από τους αντάρτες, ξεπέρασαν τους φόβους τους  και περικύκλωσαν μαζικά τον περίβολο του ναού,  αδημονώντας για τις εξελίξεις.
Πρώτοι έφτασαν στην εκκλησία, τόπο συνάντησης των διαπραγματεύσεων,  οι καπετάνιοι του Τάγματος, Γιώργος Αυγερίκος - ‘‘Νικήτας’’ και Νίκος Καλοπήτας, ο Πατέρας Συνέσιος, και αντιπροσωπία της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ.
Σε λίγο έφτασε  ο Διοικητής των Ιταλών, συνοδευόμενος από τέσσερις  αξιωματικούς και την διερμηνέα του, την περιβόητη Καρακαντού.
Ο Τ/χης, παρακινούμενος από τον φασίστα λοχαγό, τον οποίο φοβόταν,  θέλοντας και πάλι να κερδίσει χρόνο μέχρι να φτάσουν οι Γερμανοί από την Άμφισσα, ζήτησε επίμονα να συνομιλήσει με τον Νικηφόρο, καπετάνιο του Ι/36 Τάγματος  Παρνασσίδας, βεβαιώνοντας τους παρόντες ότι μόνο σ’ αυτόν είχε σκοπό να παραδώσει  τον  οπλισμό  του Τάγματός του.  
Ένας σημαντικός λόγος που ο Ιταλός Ταγματάρχης σεβόταν τον Νικηφόρο ήταν και το γεγονός, ότι αυτός με τους αντάρτες του, μέχρι τότε, είχε ρημάξει τους δικούς του άντρες στην κυριολεξία.
Γνώριζε επίσης ότι ήταν μόνιμος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, με αντίστοιχη στρατιωτική εκπαίδευση, έχοντας εναποθέσει επομένως τις ελπίδες του στο αίσθημα πολεμικής τιμής που προέκυπτε από αυτή!
Κάτω από αυτές τις  συνθήκες οι συνομιλίες δεν κράτησαν πολλή ώρα. Οι δυό καπετάνιοι αφού τον παρότρυναν να βιαστεί και να κάνει γρήγορα ό,τι ήταν να κάνει, τον προειδοποίησαν πως  σε διαφορετική περίπτωση θα  τους έβαζαν φωτιά να τους κάψουν. Αποχώρισαν θυμωμένοι, αγριοκοιτάζοντας τον Φράνκο και την παρέα του, το ποιόν των οποίων τους ήταν γνωστό. 
Αμέσως  μετά το πέρας των συνομιλιών,  ο παπά- Συνέσιος, με δική του πρωτοβουλία, έφυγε εσπευσμένα για τον Παρνασσό ώστε να συναντήσει τον Νικηφόρο, να τον ενημερώσει για τις εξελίξεις και να τον  προτρέψει να έρθει επειγόντως στην Αράχοβα.                              

Προεόρτια

     Ο ανθυπίλαρχος Δημητρίου, ‘‘Νικηφόρος’’, είχε εντωμεταξύ ενημερωθεί για την συνθηκολόγηση.
Αποβραδίς στις οκτώ του  Σεπτέμβρη κατευθύνθηκε από την απάνω Αγόριανη όπου  στρατωνιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του Ι/36 Τάγματός, προς τα ‘’Καλύβια’’ Αράχοβας στον Παρνασσό. Τον ακολούθησαν κατά ομάδες οι δύο από τους τρεις λόχους, ο  2ος και ο 3ος (ο 1ος λόχος βρισκόταν στο χωριό Κουκουβίστα Φωκίδας).
Η απόφαση που είχε παρθεί  μετά από σύντομη έκτακτη σύσκεψη της διοίκησης του Τάγματος εκείνο βράδυ, ήταν να μπλοκάρουν τους Ιταλούς της Αράχοβας και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις μαζί τους, ώστε να τους αποσπάσουν τον οπλισμό.
   Ο οικισμός των ‘’Καλυβιών’’ στο Λιβάδι Αράχοβας, αυτή την εποχή έσφυζε από ζωή. Πολλές οικογένειες Αραχοβιτών από νωρίς το καλοκαίρι ακόμα, έμεναν μόνιμα εκεί, δουλεύοντας στα χωράφια, συγκεντρώνοντας τα θερισμένα γεννήματα και τις αντίστοιχες ζωοτροφές.
Αυτόν τον μήνα, όπως κάθε χρόνο, ακόμα περισσότερες οικογένειες διέμεναν εκεί, γιατί έκοβαν  καυσόξυλα με τις κόφτριες και τα τσεκούρια στον Δρυμό, τα οποία με τα γαιδαρομούλαρα συγκέντρωναν στα ‘’Καλύβια’’ για να τα μεταφέρουν  στη συνέχεια, σιγά σιγά, με τον ίδιο τρόπο στην Αράχοβα.
Αυτά τα ξύλα, μαζί με εκείνα  ύστερα από το κλάδεμα των ελιών, ήταν χρήσιμα όχι μόνο για τα τζάκια και την θαλπωρή των σπιτιών, αλλά και για τα ρακοκάζανα, τα καμίνια βαφής των νημάτων υφαντουργίας, ακόμα και για την επεξεργασία του ασβέστη των οικοδομών..
Από το προηγούμενο βράδυ που έμαθαν τα νέα της συνθηκολόγησης των Ιταλών, είχαν ανάψει φωτιές κατά γειτονιές έξω από τα καλύβια τους. Γύρω από αυτές άγρυπνοι, κουβέντιαζαν τις εξελίξεις. Όταν έφτασε ο Νικηφόρος εκεί,  συνοδευόμενος από τις ομάδες των ένοπλων ανταρτών, έγινε δεκτός με επευφημίες, ζητωκραυγές, αγκαλιές, ασπασμούς και έντονο ενθουσιασμό.
Η Συνάντηση παπά –Συνέσιου, Νικηφόρου και διοικητών των αντάρτικων τμημάτων, έγινε πολύ νωρίς το πρωί  της επομένης κάτω από μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και ενθουσιώδη διάθεση , αλλά και ταυτόχρονο σκεπτικισμό για την διαχείριση του προβλήματος. Αφού ενημερώθηκαν οι αρχηγοί των ένοπλων τμημάτων, μετά από νέα σύσκεψη, αποφασίστηκε να προχωρήσουν στις πάρα κάτω ενέργειες:    
1. Να συντάξουν μια επιστολή προς τον Ιταλό Ταγματάρχη Διοικητή, εκ μέρους του Ι/36 Τάγματος, την οποία ο πατέρας Συνέσιος θα μετέφερε  προς αυτόν, με την οποία θα τον καλούσαν να παραδώσει τα όπλα.
Επειδή το  περιεχόμενο της επιστολής θα απευθυνόταν και προς τους υπόλοιπους Ιταλούς στρατιώτες,  μεταφέροντας προς αυτούς μηνύματα ειρήνης , όφειλε ο κόσμος να αναλάβει να  το  κάνει γνωστό και στον τελευταίο Ιταλό φαντάρο.

Αυτή η επιστολή έγραφε:

 «Κύριε Διοικητά,

Για μας τους Έλληνες δεν υπήρξε ποτέ τίποτα που να δικαιώνει την παρουσία και τη δράση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής στην Πατρίδα μας. Για το λόγο αυτό άλλωστε αρνηθήκαμε από την πρώτη στιγμή να δεχτούμε να υποκύψουμε στη σκλαβιά και πήραμε τα όπλα σύσσωμος ο λαός και πολεμάμε για την ελευθερία μας, όπως θα έκανε κάθε λαός άξιος του ονόματός του.

Εν τούτοις αυτό δεν είναι ζήτημα για να ζητάμε τώρα από σας προσωπικώς την ευθύνη. Θα είμασταν πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι σεις, εκτελώντας διαταγές των ανωτέρων σας και μιας καταστάσεως στη χώρα σας που παρουσιαζόταν να μιλάει στο ιερό όνομα της Πατρίδας, βρεθήκατε στην ελληνική κωμόπολη Αράχωβα σαν κατέχουσα αρχή. Αλλά και το επιχείρημα αυτό για την παρουσία σας εδώ και την άσκηση των καθηκόντων σας, μόνο έως χθες μπορούσε να σταθεί.

Από χθες στη χώρα σας έγινε μια αλλαγή ιστορική, αλλαγή σωτήρια και για τον ιταλικό λαό. Η εξουσία, τις διαταγές της οποίας εκτελώντας βρεθήκατε στο έδαφος της πατρίδας μας, ανατράπηκε τελειωτικά. Και μάλιστα η νέα ιταλική εξουσία αποφάσισε την άνευ όρων κατάθεση των όπλων από τον ιταλικό στρατό και ζήτησε να γίνει δεκτή στο στρατόπεδο των συμμάχων που αγωνίζονται γιγάντιο αγώνα κατά των φασιστικών και χιτλερικών δυνάμεων.  Κατόπιν της εξελίξεως αυτής παύει να υπάρχει για σας, όπως   και για κάθε αξιωματικό ή στρατιώτη των ιταλικών δυνάμεων  κατοχής στην Ελλάδα, κάθε επιχείρημα ή πρόσχημα υπέρ του να συνεχίσετε τη δράση σας σα δύναμη κατοχής. Το μόνο πλέον καθήκον που σας μένει να εκπληρώσετε και σας δεσμεύει βαριά, είναι, τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται υγιείς στα χέρια σας, να τους οδηγήσετε σώους και αβλαβείς στους πατέρες τους και στις μητέρες τους στην Ιταλία.  Σε περίπτωση που και οι δικές σας εκτιμήσεις, συμβαίνει να συμπίπτουν με τις δικές μας, αναλαμβάνομε την υποχρέωση, αφού καταθέσετε αμέσως τα όπλα, να εγγυηθούμε την ασφάλεια, όλης της δύναμης που βρίσκεται υπό τις διαταγές σας.

Αν, παρ’ όλα αυτά, θελήσετε να συνεχίσετε τη δράση σας, σα δύναμη κατοχής της πατρίδας μας, σας δηλώνουμε ρητά, ότι κανένας νόμος πλέον δε θα καλύπτει τις πράξεις σας και ότι θα ευρεθούμε στην ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε ένοπλη βία εναντίον σας και να μην έχετε τότε καμμιά αμφιβολία, ότι είμαστε σε θέση να επιβάλουμε απολύτως τη θέλησή μας χωρίς καμμιά χρονοτριβή. Η διάθεσή μας και η ευχή μας είναι να μη χρειαστεί η προσφυγή στη βία των όπλων. Αρκετό αίμα χύθηκε στην ανεκδιήγητη περιπέτεια που μας οδήγησε ο φασισμός έξω από κάθε λογική και από κάθε ιστορική ηθική. Θα περιμένουμε αμέσως απάντησή σας, με τον ίδιο τρόπο που θα λάβετε το γράμμα μας.

Στα ελεύθερα Βουνά, 9 - 9 - 43
Για το Ι/36 Τάγμα του ΕΛΑΣ»

        (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).

2.         Μια αντιπροσωπία έξι διαλεγμένων, μεγαλόσωμων γενειοφόρων, οπλισμένων ανδρών, με λευκή σημαία, πρωτοστατούντος του πατέρα του Νικηφόρου, δάσκαλου Νίκου Δημητρίου από την Αγόριανη,  ν’ ακολουθήσει τον παπά Συνέσιο που θα προηγείτο, αφήνοντας κάποια ευδιάκριτη απόσταση απ’ αυτόν. 
      Αυτή η ομάδα θα έδινε έμφαση, με την παρουσία της,  στο περιεχόμενο της επιστολής,  για την άμεση παράδοση των όπλων  στους εκπροσώπους του Συντάγματος.

3.         Μια διμοιρία του 2ου Λόχου του Τάγματος να περάσει ψηλά, βόρεια  της  Αράχοβας, και να μπλοκάρει, κάνοντας εμφανή την παρουσία της,  την Γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’, ώστε να ελέγξει τις πιθανές Γερμανικές ενισχύσεις από την πλευρά της Λιβαδειάς, αλλά και για να τρομοκρατήσει τους Ιταλούς που την φύλαγαν. Πράγματι η περιοχή φυλασσόταν ακόμα από μεγάλη Ιταλική δύναμη και το μέρος ήταν γεμάτο ναρκοπέδια,  η δε γέφυρα ήταν υπονομευμένη με εκρηκτικά.

4.         Άλλη μια διμοιρία από τον ίδιο λόχο, να σταθεί πάνω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο ύψωμα. Οι άντρες της να στέκονται επιδειχτικά ορθοί, μετακινούμενοι συνεχώς.

Να πηγαινοέρχονται  δηλαδή πέρα-δώθε, στην κορυφογραμμή, ώστε να φαίνονται περισσότεροι, για να τους βλέπουν οι Ιταλοί και να αντιλαμβάνονται ότι είναι κυκλωμένοι .

(Κολοκοτρωναίικες διδαχές από την περίοδο της καταστροφής του Δράμαλη στα ‘’Δερβενάκια’’).

5.         Μια ομάδα 30-40 οπλισμένων ανδρών να εισχωρήσουν στην Αράχοβα και να λάβουν θέσεις γύρω από την εκκλησία. Μεταξύ αυτών ήταν ο αδερφός του Νικηφόρου, Γιάννης Δημητρίου (Σόλων), ο Θύμιος Καψής (Ανάποδος), ο Γιώργος Διαβάτης , ο Γιώργος Στέφος και άλλοι.

6.         Ο όλμος και τα πολυβόλα του Τάγματος να στηθούν στο ‘’Σταυρό’’, υποστηριζόμενα από  μια διμοιρία ακόμα ανταρτών, αλλά και κάποιων  ντόπιων παλαίμαχων αγωνιστών του  Αλβανικού μετώπου.                         

Συνάντηση

          Δυστυχώς και μετά την παράδοση της επιστολής, την παρουσία της αντιπροσωπίας, αλλά και παρόλα  τα μέτρα και τις υπόλοιπες πιέσεις, πάλι οι Ιταλοί δεν πείστηκαν να παραδώσουν τα όπλα, ενώ ο Διοικητής τους επέμενε να συναντήσει  τον ‘‘Νικηφόρο’’. 
Άμεσα ειδοποιήθηκε ο Δημητρίου, ο οποίος αποφάσισε να κατέβει ο ίδιος στο στρατόπεδο των Ιταλών και να διαπραγματευτεί δια ζώσης τον αφοπλισμό τους.
Χρέη συνδέσμου σε όλη αυτή την διαδικασία, αλλά και κατά την διάρκεια της μάχης αργότερα, έκανε ο υπασπιστής του ‘‘Νικηφόρου’’, Ζαχαρίας Δράμπαλης (Ατρόμητος), από την Κάτω Αγόριανη, ο οποίος, είτε με το άλογο είτε με τα πόδια  έτρεχε σαν τον άνεμο παντού.
Έλεγαν γι’ αυτόν χαρακτηριστικά ότι ‘‘δεν περπατάει παρα…φτερακάει’’, τόσο γρήγορος και ακούραστος ήταν.
     Κατά τις έντεκα το πρωί  μπαίνει ο Νικηφόρος έφιππος στην Αράχοβα, συνοδευόμενος από μια μικρή ομάδα επιλεγμένων ιππέων. Το δεύτερο κατά σειρά επιβλητικό θέαμα των Ελλήνων ανταρτών με τις γενειάδες, και τα σταυρωτά φυσεκλίκια, στητοί πάνω στ’ άλογα, αυτή τη φορά, να προχωρούν  αγέρωχοι στο εσωτερικό της κατεχόμενης Πόλης,  αλλά και ο μύθος που συνόδευε τον Νικηφόρο και το Τάγμα του, άλλους Ιταλούς τους φόβισε, με επακόλουθο να  πιάσουν θέσεις άμυνας και άλλους τους θάμπωσε ζητώντας να βγάλουν ….φωτογραφίες!
Ο κόσμος υποδέχτηκε τους Ιππείς  ζητωκραυγάζοντας και χειροκροτώντας. Πολλοί συνωστίζονταν με έξαψη γύρω απ’ τ’ άλογα, ακολουθώντας την πορεία τους λες και ήθελαν να τα σηκώσουν στα χέρια τους. Βούιζε ο τόπος από  ενθουσιασμό. Κοπέλες του  χωριού κρατούσαν στα χέρια τους λουλούδια και  τους έραιναν. Οι Ιταλοί παρακολουθούσαν έκπληκτοι και μουδιασμένοι. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν που κρυβόταν όλη αυτή η ενέργεια, όλος  αυτός ο ενθουσιασμός ο οποίος φόβιζε περισσότερο τους φασίστες αξιωματικούς τους .

«Μόλις φτάσαμε κοντά, κάμαμε να κατεβούμε απ’ τ’ άλογα. Πετάχτηκαν όμως οι αξιωματικοί με τις μηχανές και μας παρακάλεσαν, ένα λεπτό, να τραβήξουν τις φωτογραφίες. Δεν τους κάμαμε τη χάρη, ό,τι πρόλαβαν, πρόλαβαν, θα ‘ταν λίγο αστείο τέτοια ώρα  να καθόμαστε εκεί δα να φωτογραφιζόμαστε ».

(Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).


            Η συνάντηση έγινε αμέσως  και πάλι  μέσα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, παρόντων του παπά-Συνέσιου, του ‘‘Νικηφόρου’’, του ‘’Νικήτα’’, του Νίκου Καλοπήτα  και επιτροπής της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ . Ο ‘‘Νικηφόρος’’ απαίτησε αυστηρά την άμεση παράδοση του οπλισμού  και απευθυνόμενος  επίσημα προς τον Ιταλό διοικητή του δήλωσε ότι  δεσμεύεται προσωπικά για την ασφάλεια και την ακεραιότητας όλων των αντρών της  μονάδας του.
Ο Ιταλός διοικητής και πάλι τα μάσαγε.
Επηρεασμένος από τους λίγους φασίστες αξιωματικούς, αλλά περισσότερο από τον  λοχαγό ‘’Φράνκο’’, τον οποίο φοβόταν, γνωρίζοντας επιπλέον την νυχτερινή επίσκεψή τους στην Γερμανική διοίκηση της Άμφισσας, προσπάθησε ξανά να κερδίσει   χρόνο, γι’ αυτό και ζήτησε  24ωρη προθεσμία, ελπίζοντας  στην άφιξη των Γερμανικών τμημάτων.
Ο Ανθυπίλαρχος Δημητρίου,αλλάζοντας ύφος και στάση,  του έδωσε αυστηρά μόνο πέντε ώρες διορία. Τόσες όσες χρειάζονταν τα αντάρτικα τμήματα και οι ντόπιοι εθελοντές για να οργανώσουν  την άμυνα της περιοχής, πιάνοντας και οχυρώνοντας τα περάσματα.
Ο Ταγματάρχης διοικητής αναγκάστηκε να συμφωνήσει ‘’δίνοντας χέρια’’ με τον Νικηφόρο.
Το προαύλιο του Ναού ήταν γεμάτο Ιταλούς φαντάρους. Πάνω στη μάντρα του περίβολου ασφυκτιούσαν,  περιμένοντας τα μαντάτα της  διαπραγμάτευσης, δεκάδες Αραχοβίτες, άνδρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά.
Μόλις ο λαός αντίκρισε την αντιπροσωπία, με μπροστάρη τον ‘‘Νικηφόρο’’ και τον παπά –Συνέσιο, να βγαίνουν  από την πλαϊνή, βορινή είσοδο του Ναού, ο τόπος αντάριασε  από τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες,  οι οποίες ανέβαιναν μέχρι τα μεσούρανα.
Αυτός σήκωσε το χέρι του ψηλά και φώναξε με στεντόρεια φωνή προς τους  Ιταλούς φαντάρους που είχαν λουφάξει.
‘‘ finito la guerra’’(ο πόλεμος τελείωσε).
Ένα βουητό από καινούριες κραυγές ανακούφισης και αγωνίας σηκώθηκε από το πλήθος,  Ελλήνων και Ιταλών, αλλά με διαφορετικά αισθήματα και λόγους  για την κάθε πλευρά!
Μια ομάδα κοριτσιών της Αράχοβας, εκφράζοντας τον ενθουσιασμό και την αισιοδοξία του χωριού,  πρόσφεραν στην εξερχόμενη αντιπροσωπία των ανταρτών λουλούδια και γλυκά.

Προετοιμασίες


     Το πρόσταγμα των  προετοιμασιών για τα επικείμενα γεγονότα, προς την πλευρά του Παρνασσού, της γραμμής, ‘’Κρόκι- Σταυρός- Κατσιπλαγιά- Τραγανόλακκα’’το είχε ο Νικηφόρος, με τον 2ο και τον 3ο λόχο του Ι/36 Τάγματος Παρνασσίδας.
Αντίστοιχα οι δυό καπετάνιοι, Ν. Καλοπήτας και Γ. Αυγερίκος,  του 9ου  λόχου και του λόχου μηχανημάτων του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα, με δική τους πρωτοβουλία και άψογη συνεργασία και συνεννόηση με τους ντόπιους αγωνιστές, δρώντας όμως ανεξάρτητα από τους λόχους του ‘‘Νικηφόρου’’, ανέλαβαν την υπεράσπιση του νοτιοδυτικού  υπογάστριου της Αράχοβας καταλαμβάνοντας θέσεις  στις εκεί τοποθεσίες του ελαιώνα.
Την διοικητική μέριμνα και το βάρος της εκτέλεσης των αμυντικών οχυρωματικών έργων το επωμίστηκαν αποκλειστικά  οι Αραχοβίτες πολίτες, άντρες γυναίκες, έφηβοι, παιδιά και γέροντες. 
Οι διαταγές της προετοιμασίας των αμυντικών έργων για την υποδοχή των Γερμανικών τμημάτων ήταν ρητές, άμεσες και ουσιαστικές, η  δε εκτέλεσή τους υπήρξε υποδειγματική. Η κοινωνία της Αράχοβας, έχοντας καθολική συμμετοχή,  ρίχτηκε στις προετοιμασίες για την επικείμενη μάχη.

1.     Πρώτα απ’ όλα ειδοποιήθηκαν οι οργανώσεις των γύρω χωριών (όσες δεν ήταν ήδη παρούσες), Δεσφίνας, Αντίκυρας,  Δίστομου, Στειρίου, Δελφών, Αγόριανης, για να συνδράμουν με τις δυνάμεις τους τον αγώνα, οι οποίες και ανταποκρίθηκαν άμεσα, σπεύδοντας στην Αράχοβα.

2.     Μια μεγάλη ομάδα Αραχοβιτών εθελοντών, εφοδιασμένη με σκαπτικά εργαλεία, αξίνες, τσάπες και φτυάρια, έφτασαν στη θέση ‘’Βαθύρεμα’’ στα Δυτικά του Χωριού (περίπου στο σύνορο  Αράχοβας και Δελφών), ακριβώς πάνω στη φουρκέτα του δρόμου και κατά την διάρκεια της νύχτας έσκαψαν μια τάφρο ένα μέτρο βάθος, δύο μέτρα πλάτος και μάκρος όσο ήταν το άνοιγμα του κεντρικού δρόμου Αράχοβας - Δελφών  από την πλαγιά μέχρι το πρανές της δημοσιάς και το ρέμα από κάτω.  Σκοπός αυτού του χαντακιού  ήταν η ανακοπή της προέλασης των Γερμανικών αυτοκινήτων και η παρεμπόδιση της στρατιωτικής  δύναμης, ώστε αυτή  να μην προωθηθεί κοντύτερα στο χωριό.

3.     Δόθηκε η εντολή  στ’ αδέρφια Ζήση και Κώστα Γεωργίου, επαγγελματίες κτίστες - πετράδες της Αράχοβας, μαζί με τους βοηθούς τους, ν’ ανοίξουν πολεμίστρες - μαζγάλια  στο στηθαίο ταμπούρι της απάνω  κδέλας  του Αγίου Μηνά, στρατηγικό σημείο της περιοχής, στις οποίες τοποθετήθηκαν βαριά πυροβόλα τα οποία έλεγχαν αποτρεπτικά ολόκληρη την περιοχή. Χειριστές αυτών των όπλων ήταν οι : Στ. Μάμαλης ή  Γεροδήμος , Ν. Παπαγιανόπουλος ή  λεχρίτης, Γ. Σημαρέσης, Α. Μπασάνος, Γ. Πάλλας, Ν. Σπηλιώτης, Ν. Κοντούλης.

4.     Μια οπλισμένη ομάδα ανταρτών και ντόπιων πολιτών με ένα όλμο και πολυβόλα, εγκαταστάθηκε στον ‘’Σταυρό’’ . Αυτά τα  τμήματα τα πλαισίωναν οι : Νίκος Ευσταθίου (Θάνος) δεινός ολμιστής,  Λ. Τριάντης, Κ. Παπανικολής , Χ. Αλεξάκης και άλλοι Αραχοβίτες. Διοικητής τους ήταν ο Χ. Τσαρούχης. Όλοι τους ήταν πολεμιστές του Αλβανικού κατορθώματος, χειριστές αντίστοιχων όπλων.

Αυτοί είχαν τρία βλήματα, τα οποία προέρχονταν από άλλου διαμετρήματος όλμο, τα οποία είχαν τροχίσει για να είναι κατάλληλα γι’ αυτόν που χειρίζονταν (μαρτυρία Χαράλαμπου Αλεξάκη).

5.     Ο δεύτερος  και ο τρίτος λόχος του Ι/36  τάγματος Παρνασσίδας, με διοικητές τους μόνιμους ανθυπολοχαγούς,  Μίλτο Παπαθανασίου – ‘‘Χουαρέζ’’ από την Σουβάλα Παρνασσού και  τον Νίκο Γιαννέτσο –‘‘Τηλέμαχος’’  από το Γαλαξίδι , αντίστοιχα,  επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος  της αμυντικής διάταξης, καταλαμβάνοντας θέσεις από την κορυφογραμμή του  ‘’Σταυρού’’ και ολόκληρη την ‘’Κατσιπλαγιά’’ , μέχρι κάτω χαμηλά στη  δημοσιά  πάνω  από το εξωκλήσι του Αγίου Μηνά (Τότε λεγόταν Μακραν’(ι)κόλας). Επίσης  τμήμα του 3ου λόχου με καπετάνιο τον Στρογγυλάκο απόκλεισε τα περάσματα της αρχαίας οδού προς το Κωρύκειο Άντρο(Σαρανταύλι) πάνω από τους Δελφούς στη θέση ‘‘Κρόκι’’ και σε ολόκληρη την κορυφογραμμή μέχρι το ξάγναντο του Σταυρού βορειοδυτικά της Αράχοβας, έχοντας ως κύρια βοήθεια την δύναμη των ντόπιων Δελφιωτών ανταρτών οι οποίοι γνώριζαν τα κατατόπια, καθώς και τη μαχητική ομάδα της Αγόριανης, ώστε να αποτρέψουν την όποια επίθεση των Γερμανών και από αυτή την πλευρά.

 (Την διοίκηση ολόκληρου του Τάγματος, το οποίο αποτελείτο από τέσσερις λόχους εκ των οποίων ο ένας  μηχανοκίνητος, ασκούσαν από κοινού  οι Νικηφόρος και Διαμαντής. Σε αυτή τη μάχη ο Διαμαντής δεν ήταν παρών, παρά ήρθε αργότερα, συμμετέχοντας στα επινίκια).

           Ο 1ος  λόχος του ίδιου τάγματος,  με διοικητή τον Καλλία, ψευδώνυμο του μόνιμου Ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Χαράλαμπου Μώκου από το Μαυρολιθάρι Παρνασσίδας Φωκίδας, ήρθε την επόμενη μέρα και έλαβε μέρος στην συνέχεια της ίδιας μάχης, από την πλευρά των Δελφών στην περιοχή  ‘’Κρόκι’’ Παρνασσού. Στο Λόχο του Καλλία υπηρετούσαν εθελοντικά και αρκετοί νέοι αλλά εμπειροπόλεμοι Αραχοβίτες πολεμιστές: Αντρέας Μπακολουκάς, Γεώργιος Πατσαντάρας(  σκοτώθηκε στις 5/8/1944 στις’’Καρούτες’’ σε αντίστοιχη μάχη με τους Γερμανούς),  Συραίοι και άλλοι.

6.     Το ανατολικό τμήμα του πεδίου, ακριβώς πάνω στη στροφή του αυτοκινητόδρομου στη θέση  ‘‘Σφάλα’’, τάχτηκαν  να  υπερασπίσουν,  τμήμα του  9ου  λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα του ΕΛΑΣ, με καπετάνιο τον Νίκο Καλοπήτα και η ομάδα του Στειριώτη αρχηγού του τμήματος Ελικώνα,  καπετάνιου Χρήστου Κατσούλη. Επίσης αργότερα σε αυτό το σημείο έφτασαν και οι μαχητικές ομάδες Δίστομου και Στειρίου.

Στον τόπο αυτό έσπευσαν και πολλοί Αραχοβίτες μαχητές , μεταξύ των οποίων οι : Σ. Κομνάς, Π. Πλήτσιος ή Ζορμπάς,  Α. Μπασάνος, Γ. Γρανιτσιώτης, Δ. Ταγκαλάκης, Ε. Καλμαντής ή Νταλίπης, Θ. Μήταλας  ,  Σ. Κορίτος , Γ. Κορίτος, η ομάδα του Γ. Βαρελότα και πολλοί άλλοι Αραχοβίτες οι οποίοι κατέφταναν συνεχώς οπλισμένοι με απαλλοτριωμένα Ιταλικά όπλα, κατά την διάρκεια της μάχης.

7.     Την φύλαξη του υπογάστριου της Αράχοβας  στην επικείμενη μάχη,  στην νοτιοανατολική πλευρά της ‘‘Σφάλας’’ προς τη μεριά του Χωριού και τον κατήφορο προς τον ελαιώνα, στη γραμμή: ‘‘Γουράλα- Μαδούρ’- Ελένη- Παρτσό- Αϊ Λιάς’’  ανέλαβε να υπερασπιστεί ο Αραχοβίτης  Αντάρτης, έφεδρος Ανθ/λγος  Καπετάν –Νικήτας(Γεώργιος Αυγερίκος) με τους υπόλοιπους άνδρες του 9ου  λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα. Μαζί του στη μάχη στάθηκε και ο Αραχοβίτης Γεώργιος  Ξενοδόχος, ο οποίος τραυματίστηκε από σφαίρα στο στήθος.

       
      Το πέταλο της αμυντικής διάταξης, Ανταρτών – Πολιτών προετοιμαζόταν πυρετωδώς, όλη τη νύχτα, έχοντας υψηλό ηθικό και απόλυτη επίγνωση της αποστολής τους..
Οι άντρες της καλά στημένης ενέδρας  αδημονούσαν  πανέτοιμοι να  συγκρουστούν  με τους  σιδερόφραχτους  και εμπειροπόλεμους Γερμανούς.
Αυτοί άνηκαν  στον 5ο  λόχο  του 18ου   Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών των S.S. με διοικητή τον λοχαγό Κώχ και υποδιοικητή τον υπολοχαγό Σάιφερ.
Την ίδια μέρα και κατά την οπισθοχώρησή τους, βοηθήθηκαν για να απαγκιστρωθούν, από  τον ταγματάρχη Τσίλκε, διοικητή του ΙΙ/18 τάγματος, με τον 7ο λόχο του λοχαγού Μάλτεν, τον 8ο λόχο του λοχαγού Καχούν και με μια ακόμη μονάδα του Συντάγματος υπό τον υπολοχαγό Σουγκ . Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν και στοιχεία της 4ης SS Polizei  και όταν όλοι αυτοί αποκρούστηκαν επενέβη και η  Μεραρχίας Brandenburg με τη χρήση πυροβολικού, αλλά και αυτή είχε την ίδια τύχη.

Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη!

      Ο Σολωμός στον  Ύμνο στην Ελευθερία  επισημαίνει για τη βραδιά της κατάληψης της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821:                                                

Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη

ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός!

Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνει

πάρεξ θάνατου πικρός.’’


Εκείνο το βράδυ η Αράχοβα ήταν στο πόδι. Κανένας δεν κοιμήθηκε. Οι πλατείες ήταν γεμάτες κόσμο. Στα καφενεία Αντάρτες και Πολίτες αλληλοκερνιόντουσαν  καφέδες από ρεβίθι, τσίπουρο  με στραγάλια, κρασί  και τσάι. Πολλοί Ιταλοί στρατιώτες έπιναν μαζί τους, αφού προηγουμένως είχαν προσφέρει τα όπλα τους στους ντόπιους.
Ο ενθουσιασμός, η αγωνία, το άγχος, ο φόβος, η έξαψη και ο πατριωτισμός βρίσκονται στον υπερθετικό βαθμό.
Οι άμαχοι, γέροι, έφηβοι, γυναίκες, κοπέλες, ακόμα και  παιδιά, μετέφεραν συνεχώς εφόδια, νερό και τροφές στη γραμμή της αμυντικής θέσης των μαχητών, οι οποίοι από τη νύχτα της 9ης  προς 10η  Σεπτεμβρίου 1943 είχαν αρχίσει να  καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. Πολλοί φαμελιάριδες,  κατά γειτονιές ή σόγια, φόρτωσαν στα μουλάρια λιγοστά από τα υπάρχοντά τους και τα έστειλαν, με συνοδεία τα μεγαλύτερα παιδιά και λίγες γυναίκες προς τις πηγές της Μάνας, τα καλύβια του Λιβαδιού της Αράχοβας και τα έλατα του Παρνασσού, για να τ’ ασφαλίσουν.
Άλλες οικογένειες  τράβηξαν τον κατήφορο, να κρυφτούν στις σπηλιές και τις αποκλείστρες του ελαιώνα. 
Οι άντρες όμως και όσοι έφηβοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να κρατήσουν όπλο έμειναν στην Αράχοβα, για να προσπαθήσουν να αρπάξουν  από τους Ιταλούς  ένα τουφέκι, ώστε να διεκδικήσουν μια  θέση υπεράσπισης των πατρώων. 
Όλοι γνώριζαν ότι αν οι Γερμανοί κατάφερναν να περάσουν, το χωριό κινδύνευε με αφανισμό. 
     Οι πλειονότητα των Ιταλών  στο στρατόπεδο του  Αγίου Γεωργίου και στα επιταγμένα σπίτια στο ‘‘Σφαλάκι’’  είχαν λουφάξει, απορημένοι, έκπληκτοι και  περίεργοι, κρατώντας στάση αναμονής για την εξέλιξη των γεγονότων. 
Δεν στάθηκε ούτε ένα λεπτό χωρίς  να τους παρενοχλήσουν οι  κάτοικοι αυτών των  συνοικιών,  τα μέλη της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ Αράχοβας, οι  εφεδρικοί Ελασίτες και οι νέοι του Χωριού,  με μπροστάρη  πάντα τον πατέρα Συνέσιο.
Τους ζητούσαν φορτικά και επιτακτικά να τηρήσουν την συμφωνία που έκαναν, παραδίδοντας  τον οπλισμού τους.
Σε πολλές περιπτώσεις όσοι πετύχαιναν την αφαίρεση ορισμένων όπλων, τα έπαιρναν αμέσως, ροβόλαγαν τον κατήφορο και  έδιναν το παρόν  στα ένοπλα τμήματα. 
Τους Ιταλούς  πλέον κανένας δεν τους φοβόταν. Μονάχα θυμό και επιθετικότητα προξενούσε στους ντόπιους η συμπεριφορά ορισμένων από δαύτους. Όλοι όμως διαισθάνονταν ότι  ήταν πολύ κοντά ο καιρός που θα ερχόταν  και τούτων εδώ η σειρά!
     Το χαρακτηριστικότερο στοιχεία της Μάχης που θα ακολουθούσε,  ήταν η συμμετοχή των κατοίκων του Χωριού η οποία ήταν πάνδημη και ενθουσιώδης, χωρίς  αυτοί να φείδονται ακόμα και της προσφοράς αίματος σ’ αυτόν τον αγώνα  υπεράσπισης του τόπου, των περιουσιών και των Οικογενειών τους!
Ελάχιστα μεμονωμένα άτομα της Αράχοβας, είτε από μικροψυχία, είτε από ιδεολογική συγγένεια,  ίδια με τις αντιλήψεις των Ναζιστών του Χίτλερ, είτε από προσωπικό οικονομικό συμφέρον,  δεν έλαβαν μέρος συνειδητά και εκ πεποιθήσεως σε αυτόν τον αγώνα.
Σιωπηλά αποσύρθηκαν στα σπίτια τους περιμένοντας τις εξελίξεις.  Είχαν κατά νου την δική τους επανεμφάνιση  στα πολιτικά και διοικητικά δρώμενα του χωριού, το έλεγχο των οποίων είχαν προσωρινά απολέσει, όταν θα άλλαζαν οι συνθήκες και οι περιστάσεις θα το επέτρεπαν.
Ήταν οι ίδιοι που αργότερα σπίλωσαν αυτό το μεγαλειώδες γεγονός και προσπάθησαν με χίλια μέσα να το αποσιωπήσουν στέλνοντάς το πίσω από το παραβάν της λήθης!
Μάταια ! ΔΕΝ τα κατάφεραν!
Η Ιστορία πάντα ανιχνεύει  αυτά τα γεγονότα και αργά ή γρήγορα τα φέρνει στο φως.
Οι ομαδικές, πατριωτικές πράξεις αναδεικνύονται και αποτυπώνονται  στα κιτάπια  της δαφνοστεφανωμένης  Ελληνικής Ιστορίας, δημιουργώντας υπερηφάνεια και  ευκαιρίες παιδαγωγικής μύησης των επόμενων γενιών . 
Αυτή η Μάχη πρέπει να παραμείνει στην Ιστορική μνήμη  σε αντίστοιχο μέγεθος, έστω και καθ’ υπερβολή, με αυτή του Καραΐσκάκη το 1826 στον ίδιο τόπο. Είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα διδάσκεται στα σχολιαρούδια των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ως μια ακόμα υπεράσπιση Θερμοπύλων !
3. 1Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

                             Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 1943. 1η  μέρα της  Μάχης!

Οι τρεις διοικητές των Λόχων Πεζικού του Ι/36 Τάγματος του ΕΛΑΣ Παρνασσίδας, μόνιμοι ανθυπολοχαγοί, Νίκος Γιαννέτσος - Τηλέμαχος (3ος Λ.) από το Γαλαξείδι, Χαράλαμπος Μώκος - Καλλίας (1ος Λ.) από το Μαυρολιθάρι Φωκίδας και Μίλτος Παπαθανασίου - Χουαρέζ (2ος Λ.) από την Πολύδροσο / Σουβάλα Παρνασσού.

   
Ξημέρωσε η 10η Σεπτεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, του έτους1943.
Ήταν μια γλυκιά  φθινοπωρινή μέρα, χωρίς σύννεφα πέρα ως πέρα στον ουρανό, αλάργα ως το σύνορο στις κορφές της Γκιώνας, αλλά  με αρκετή ψύχρα λόγο του υψόμετρου. Ο Ήλιος μόλις είχε σκάσει πάνω από τον ορίζοντα της Κίρφης λούζοντας με φως τα μετέωρα βράχια του Παρνασσού, κατεβάζοντας τ’ απόσκια των λόφων  χαμηλά μέχρι το ποτάμι. Τα χρώματα απ’ τ’ αμπέλια  που απλώνονταν,  ατρύγητα ακόμα, απ’ την απότομη πλαγιά μέχρι χαμηλά στα όρια του ελαιώνα, μαζί μ’ αυτά των λιόφυτων και των βράχων, δημιουργούσαν ένα μπουκέτο  στο φάσμα του πράσινου – κίτρινου – γκρι – λαδί – μπεζ -μπορντό, αντανακλώντας την πρωινή πάχνη που στραφτάλιζε  στο πεντακάθαρο λευκό - μπλε του ουρανού.  
Στο βάθος προ τη μεριά των Δελφών, αντιφέγγιζε  η αντηλιά πάνω στις Φαιδριάδες ενώ στα πόδια τους φάνηκε κουρνιαχτός να σηκώνεται. Ταυτόχρονα  τα βράχια άρχισαν να τρέμουν, ενώ ένας συνεχόμενος  βαθύς μεταλλικός ήχος ακουγόταν, ξένος προς το γνώριμο βουητό  του ανέμου. Δεν έμοιαζε με βροντή ούτε με κατολίσθηση. Ήταν ο βρυχηθμός μηχανών που αγκομαχούσαν φορτωμένες κερδίζοντας μέτρο το μέτρο  τον ανηφορικό χωματόδρομο.  Ένα τεθωρακισμένο αναγνωριστικό όχημα, γκρίζο σαν χειμωνιάτικος βράχος, προχωρούσε μπροστά ανεβαίνοντας τον στενό δρόμο που ήταν σκαμμένος με κόπο στην πλαγιά του βουνού. Πίσω του ακολουθούσε  μιά φάλαγγα από είκοσι φορτηγά γεμάτα ορεινούς κυνηγούς στρατιώτες που φόραγαν κράνη και ήταν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Τα βαριά φορτηγά  ανέβαιναν τον αμαξιτό δρόμο προς την Αράχοβα χωρίς να βιάζονται. 
Γερμανοί!!!!
Ακούστηκαν κραυγές απ’  όλα τα ξάγναντα του χωριού, τα καραούλια και τις σκοπιές.
Αμέσως σήμανε συναγερμός.
Γέμισαν από κόσμο, που βγήκε να πληροφορηθεί και να παρακολουθήσει τα γεγονότα, οι βίγλες του ‘’Καραϊσκάκη’’, της ‘’Κ’μούλας’’ , στα ‘‘Πλατάνια’’ και το ‘’Σφαλάκι’’! 
Μαζί τους και πολλοί Ιταλοί στρατιώτες παρακολουθούσαν αμέτοχοι και ανήσυχοι, έχοντας κατά νου τη δική τους μοίρα.
Η μυρμηγκιά των Γερμανικών αυτοκινήτων, έφτασε μπροστά από την σκαμμένη τάφρο  στο ‘’Βαθύρεμα’’ και αναγκαστικά σταμάτησε.
Ψηλά στον αυχένα της πλαγιάς, ο ολμιστής Νίκος Ευσταθίου (Θάνος) ρύθμιζε συνεχώς τις συντεταγμένες της γωνίας βολής του όλμου του, με τη βοήθεια και των άλλων βετεράνων συναγωνιστών του από  το Αλβανικό μέτωπο. Όλοι αυτοί ήταν εμπειροπόλεμοι χειριστές αυτού του εξαιρετικά αποτελεσματικού όπλου. Ο  στόχος τους ήταν η περιοχή της  σκαμμένης τάφρου, διότι εκεί καταλάβαιναν ότι θα σταματήσει αναγκαστικά η φάλαγγα. Ένας από αυτούς είχε κολλημένα τα μάτια του στα πελώρια κιάλια που ήταν κρεμασμένα στο λαιμό του, προφέροντας σιγανά, λες και θα τον άκουγαν οι Γερμανοί, πληροφορίες για την κίνηση των αυτοκινήτων  χαμηλά στην δημοσιά.
Τώρα ! Φώναξε ξαφνικά με στριγκιά  φωνή  γεμάτη αγωνία.
Το οξύ σφύριγμα που ακούστηκε και  ο εκκωφαντικός κρότος που ακολούθησε, πιστοποίησαν ότι  το βλήμα του όλμου που εκτοξεύτηκε βρήκε τον στόχο του. Πράγματι αυτό έπεσαι  πάνω στο σταματημένο τεθωρακισμένο αυτοκίνητο των Γερμανών κάνοντάς το σμπαράλια και γεμίζοντας αίματα και κουφάρια τον τόπο.
Ταυτόχρονα άρχισε το κακάρισμα από τα πολυβόλα της απάνω κδέλας του Αγίου Μηνά, του ‘’Σταυρού’’ και  της νοτιοανατολικής πλευρά των οχυρώσεων του Καπετάν ‘’Νικήτα’’..
Οι Γερμανοί ήταν έμπειροι, φανατισμένοι και αλύγιστοι πολεμιστές. Πετάχτηκαν από τ’ αυτοκίνητα και με αρχική κάλυψη τα χοντρά λάστιχα των τροχών και τις καρότσες των αυτοκινήτων, σκορπίστηκαν ύστερα στον ελαιώνα  προσπαθώντας να προφυλαχτούν πίσω από τα δέντρα, τους αρμακάδες (σωροί από πέτρες) και τους όχτους των αυλακιών.
Ανάκατα οπλισμένοι Αραχοβίτες και Αντάρτες έπιαναν θέσεις στην κατηφόρα, πυροβολώντας προς τη μεριά τους και προσπαθώντας να τους ξελακκώσουν.
     Οι Γερμανοί στην αρχή επιχείρησαν, από την νότια πλευρά της ‘’Σφάλας’’, μέσα από τα λιόδεντρα, να υπερφαλαγγίσουν την δύναμη των αμυνόμενων στην κάτω στροφή και ανατολικότερα.
Όμως εκεί βρίσκονταν ο Νίκος Καλοπήτας και ο Γιώργος Αυγερίκος ‘’Νικήτας’’ με τους άντρες τους, καθώς και οι ντόπιοι μαχητές, οι οποίοι γνώριζαν τον τόπο και διαφέντευαν τις περιουσίες τους, ξέροντας καλά τι τους περίμενε αν έχαναν τη μάχη. Έτσι οι Γερμανοί  όχι μόνο δεν το κατάφεραν αλλά αντίθετα σε λίγο άρχισαν να υποχωρούν προς τα πίσω, ελιά με την ελιά, δέμα το δέμα. Με πολύ κόπο ο εμπειροπόλεμος ‘‘Νικήτας’’ προσπαθούσε να τους συγκρατήσει ουρλιάζοντας να κρατήσουν τις θέσεις  και τα ταμπούρια τους. Τίποτα όμως δεν κράταγε τους ενθουσιώδεις αγωνιστές.
Οι νεότεροι πήραν θάρρος, σηκώθηκαν όρθιοι και αλαλάζοντας, πρόγκαγαν τους Γερμανούς τον κατήφορο. Άλλοι πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους, ενώ συνεχώς έρχονταν άντρες οπλισμένοι από την μεριά της Αράχοβα. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του  Νίκου Καλοπήτα για τον Χρήστο Κατσούλη, αρχηγό της μαχητικής ομάδας Στειρίου, ο  οποίος έχασε τη ζωή του σ’ αυτή τη μάχη:

«….Πολλοί αντάρτες πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής ομάδας του Στειρίου, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε μ’ ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει τον Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει και αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η Αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλληκάρι……» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, απ’ το βιβλίο του Δ. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).

                                                Υφαρπαγή

     
Εντωμεταξύ στην Αράχοβα, στον Άγιο Γεώργιο και το ‘‘Σφαλάκι’’, όσο η μάχη μαινόταν, τόσο η πίεση των πολιτών, ιδιαίτερα των άοπλων νέων,  γινόταν φορτικότερη προς τους Ιταλούς για την απόσπαση όπλων.
Ο Διοικητής του στρατοπέδου, αυτός ο μεσόκοπος, συμπαθητικός άντρας, με το ευγενικό παρουσιαστικό - όπως τον περιέγραφαν οι ντόπιοι - χλωμός και θλιμμένος, πνιγμένος στην απόγνωση και πιεσμένος αφόρητα από την πλευρά ορισμένων αξιωματικών του που επέμεναν να μην παραδώσουν τα όπλα, είχε φτάσει πλέον στα ψυχικά του όρια.
Από τη μια μεριά η επιτακτική  φορτικότητα των ντόπιων και από την άλλη η άρνηση των απλών στρατιωτών του να αντιδράσουν, τον ανάγκασαν να παραδώσει ένα μεγάλο μέρος  του οπλισμού και των εφοδίων του.
Κυρίως όμως η φορτικότητα και ο ενθουσιασμός των ντόπιων, υποχρέωσαν τους αποθηκάριους, ιδιαίτερα της συνοικίας ‘‘Σφαλάκι’’ , ν’ ανοίξουν τις αποθήκες τους και να τους επιτρέψουν ν’ αρπάξουν όπλα και σφαίρες.
….Και τότε άρχισε το γλέντι!  φυσίγγια, χειροβομβίδες, αυτόματα όπλα, ήρθαν στα χέρια πολλών νέων αντρών, ιδιαίτερα αυτών που είχαν γυρίσει από τ’ Αλβανικά βουνά, οι οποίοι  αρματώθηκαν και στη συνέχεια τράβηξαν τρέχοντας κατά το πεδίο της μάχης. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι  σε ηλικία,  φορτώθηκαν κι αυτοί ταγάρια με εφόδια, και τα μετέφεραν στο μέτωπο.
Αυτό που συνέβαινε ήταν η αδιαμφισβήτητη απόδειξη του γεγονότος, ότι καθόλη την διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, στις κατά τόπους συγκρούσεις με τον κατακτητή, οι αντάρτες δεν πολεμούσαν μόνοι τους. 
Σχεδόν πάντα ενισχύονταν από τους πολίτες των κοντινών χωριών. Αυτές οι ενισχύσεις, οι οποίες  πολλές φορές είχαν σημαντική συμβολή στην έκβαση αρκετών μαχών,  προέρχονταν από τους μαχητές του εφεδρικού ΕΛΑΣ.
Άνθρωποι του μόχθου όλοι τους, οι οποίοι λόγω των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, τις περισσότερες φορές, δεν μπορούν να ακολουθήσουν τα συνεχώς μετακινούμενα αντάρτικα τμήματα. Όμως σε κάθε μάχη στην περιοχή τους, αυτοί οι απλοί, ταπεινοί  και αθόρυβοι άνθρωποι, άφηναν την τσάπα και το κλαδευτήρι κι έπιαναν το ντουφέκι, πολεμώντας στο πλάι των ανταρτών.

Θάνατος Του Γιάννη Τσότρα του Ζαχαρία, ετών 52!


Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του μεσόκοπου Αραχοβίτη Γιάννη Τσότρα, ενός απλού πατριώτη, Αραχοβίτη αγρότη, ο οποίος ενθουσιασμένος από τον αγώνα, φορτώθηκε ένα ταγάρι χειροβομβίδες και ροβόλησε τον κατήφορο κατά τη μάχη, κουβαλώντας μαζί του και τον δικό του θάνατο, γιατί αυτές έσκασαν μέσα στο σακούλι που τις είχε τοποθετήσει.  
Παραθέτω την γλαφυρή περιγραφή του ίδιου του Νικηφόρου, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο συμβάν.

«……Ένας, μ’ ένα άσπρο πουκάμισο και μ’ ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο του, κατέβαινε συνεπαρμένος κι είχε φτάσει στο χέρσο το προηγούμενο χωράφι. Και εκείνη ακριβώς την ώρα που τον πρόσεξε το δυστυχή μια στιγμή το μάτι μου, (και τη χάρηκα την ευτυχία του), βλέπω ξάφνου άνοιξε στη θέση του ένα σύννεφο μακάβριο σκόνη κόκκινη, μια έκρηξη φοβερή τράνταξε τη χούγγη και ο άνθρωπος με το πουκάμισο, πάει τον χάσαμε!

― Ε!... Τι έγινε...

        – κάμαμε όλοι άλαλοι.

Γύρισα αλαφιασμένος να κοιτάξω στους Δελφούς – είπα πυροβολικό θα είναι, μήπως δηλαδή είχαν φτάσει ενισχύσεις και περίμενα συνέχεια κι άλλες οβίδες. Όμως τίποτα. Ούτε πρώτος ήχος κανονιά είχε ακουστεί καθόλου. Τι μυστήριο ήταν αυτό; Κατακάθισε στο μεταξύ το σύννεφο. Πουθενά ο άνθρωπος! Ούτε ίχνος. Μάθαμε κατόπιν, άναψαν οι χειροβομβίδες στο σακούλι του και τον διαλύσανε τον άτυχο….» (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης) .

Θάνατος του Θύμιου Μήταλα του Δημητρίου, ετών 48!

       

     Οι Αραχοβίτες ήξεραν καλά τον  τόπο τους. Γνώριζαν τον ελαιώνα σπιθαμή προς σπιθαμή, γιατί εκεί ήταν τα κτήματά τους, τα οποία πάππου προς πάππου  καλλιεργούσαν. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία που βρέθηκαν στη μάχη, εκτός από πυρομαχικά, κουβάλησαν  μαζί τους και την γνώση για την μορφολογία του εδάφους και τα μυστικά της περιοχής, την οποία μετέφεραν στους αντάρτες πολεμιστές, καθοδηγώντας τους. Αυτή η γνώση στάθηκε χρήσιμη για ορισμένους  μαχητές, όμως ο Αραχοβίτης Θύμιος Μήταλας την πλήρωσε με την ζωή του.
Λέει γι’ αυτό το περιστατικό ο καπετάνιος Νίκος Καλοπήτας:

« Εκείνη την ώρα κάτι μου έφταιξε κι έβρισα. Δίπλα μου ήταν ο μπάρμπα-Νίκος, ο πατέρας του Νικηφόρου, με δυο αντάρτες και το γέρο - Θύμιο το Μήταλα από την Αράχωβα. 

Με άκουσε ο μπάρμπα-Νίκος που βλαστήμησα και μου λέει:

        ― Μη Νίκο, δεν κάνει. Μη βρίζεις. Κοίτα πίσω απ’ αυτό το   

       πουρνάρι είναι ένας Γερμανός και μας βάζει με το μυδράλιο.

        Ο μπάρμπα-Θύμιος ο Μήταλας μου λέει:

       ― Παιδί μου, Νίκο, στρίψε αριστερά γιατί αυτού μπροστά που

        πας είναι ένα νεράκι, μην περνάς από κει γιατί οι Γερμανοί θα   

        το  έχουνε επισημάνει και θα σε σκοτώσουν.

Το μυδράλιό τους βρισκότανε δέκα μέτρα μπροστά από μας, πίσω από έναν όχτο μέσα σε μια μάζα πουρνάρια. Έπεσε ο κλήρος σε μένα να πάω ν’ ανοίξω το δρόμο.

Παίρνω τρεις Μιλς από το γέρο -Θύμιο και πάω σιγά-σιγά μπουσουλώντας κατά ’πο πάνω και τους ρίχνω δυο Μιλς και πάνε στο διάολο όλοι με το μυδράλιο.

Γύρισα σε λίγο στο γέρο- Θύμιο και τον βλέπω το κάτω μέρος σκοτωμένο τον καημένο το γέρο.

Πήγε εκεί που δεν άφησε εμένα να μη σκοτωθώ, στο νερό, και μόλις έσκυψε να πιεί τον σκότωσε άλλος Γερμανός»  (Μαρτυρία του Νίκου Καλοπήτα ,από το βιβλίο: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης του Δ. Δημητρίου).                                           

Ενθουσιασμός

         
Η μάχη άναβε γερά. Οπλισμένοι Πολίτες, άμαχοι και αντάρτες είχαν μεθύσει από τον αχό της μάχης. Το αρματωμένο πλήθος των Αραχοβιτών όλο και πύκνωνε. Πηδούσαν  ορμητικά πάνω από τα δέματα, δυο-δυο, τρεις-τρεις, ίσα τον κατήφορο κατά τις ελιές με τα όπλα στα χέρια. Αντάρτες , Μαχητικοί και απλοί Πολίτες έφταναν συνέχεια.
Σαν τα μυρμήγκια στη μυρμηγκόστρατα ερχόντουσαν και σαν σφήκες  χύνονταν στους Γερμανούς.
Έτρεχαν, έπεφταν, σηκώνονταν και συνεχώς έπιαναν θέσεις στους αρμακάδες, τις γρούσπες και πίσω από τις ελιές. Ύστερα άρχιζαν και πάλι τα χοροπηδητά, από πέτρα σε πέτρα κι από δέμα σε δέμα.
Από την Αράχωβα έβγαιναν συνέχεια ένοπλοι κι άλλοι κι άλλοι κι έσπευδαν δρομαίοι για το πεδίο της μάχης, να προλάβουν να πάρουν μέρος .
Ο ήλιος είχε σηκωθεί και το φως του φανέρωνε το πλήθος από τα γυναικόπαιδα που μαυρολογούσε  στ’ αγνάντια της Αράχοβας.
Από το Χωριό δεν έρχονταν τον κατήφορο μόνο μαχητές, παρά δε και πολλές κοπέλες αλλά και μεγαλύτερες σε ηλικία, φορτωμένες νερό και τρόφιμα προορισμένα για την ανακούφιση των πολεμιστών. Αυτές οι αγωνίστριες της Αράχοβας οι οποίες συνέβαλαν με τον τρόπο τους σ’ αυτόν τον υπέρτατο  αγώνα, είχαν τη δική τους ιδιαίτερη συμβολή, προσφέροντας κι αυτές την δικιά τους θυσία στον υπέρ πάντων αγώνα. Το αίμα της Στυλιανής Αγναντιώτη, η οποία σκοτώθηκε αυτή την ημέρα, μέσα στ΄ αμπέλια στη θέση ‘’καλανάκι’’ από μια Γερμανική σφαίρα στο στήθος της, καταγράφει ανεξίτηλα αυτό το γεγονός.
Ας αφήσουμε τον Νικηφόρο να μας πει δυο κουβέντες γι’ αυτά τα κορίτσια:

     «……. Πιο γρήγοραα! Πιο γρήγοραα! – τους φώναξα, χωνί τα χέρια μου στο στόμα.  Όλη την ώρα, έτσι φώναζα κι άρχισαν να μυρμηγκιάζουν τα χείλια μου και τα μηνίγγια μου από τη δύναμη που έβαζα συνέχεια, βούιζε το κεφάλι μου. Μας πήραν είδηση απ’ αρχή οι Γερμανοί, γύρισαν ένα μυδράλιο απάνω και σε μας, μας ξάφνιαζαν κάθε τόσο και συμμαζευόμασταν για λίγο.

    Είχαμε αρχίσει να διψάμε. Ο Θεός τις έστειλε κι έφτασαν εκείνη τη στιγμή αναψοκοκκινισμένες μια παρέα κοπέλες απ’ την Αράχωβα, φέρνανε νερό κι άλλα φιλέματα.

    ― Στα παιδιά, κάτω, να τα πηγαίνατε! – τους φωνάξαμε.

    ― Πήγαν άλλες εκεί! – αποκριθήκανε αυτές χαρούμενες.»   (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης) .               

        
Μέσα στο Χωριό οι άνθρωποι ζούσαν στιγμές αρχαιοελληνικού δράματος. Εξόν της συνεχόμενης πίεσης προς του Ιταλούς για την παράδοση των όπλων και την αγωνία τους για την μάχη που ήταν σε εξέλιξη, έπρεπε να τ’ αστοχήσουν όλα αυτά για λίγο, ώστε να  κηδέψουν τον Δ. Σαμαρτζή, τον νέο που πέθανε από παθολογικά αίτια  την προηγούμενη μέρα!
Η κηδεία του έγινε το μεσημέρι, ανήμερα της σύγκρουσης.
Ενώ η μάχη μαινόταν, η πομπή  διέσχιζε τον κεντρικό δρόμο του χωριού.
Οι συγγενείς θρηνώντας, ακολουθούσαν τη σορό του άτυχου νέου, σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα, όσο αυτός αποχαιρετούσε  τους συχωριανούς του για τελευταία φορά, κάτω από τους κρότους της μάχης, οι οποίοι κρατώντας το μουσικό ίσο, τον συντρόφευαν μέχρι την παντοτινή του κατοικία, στη Χτιριαρού.

« …Αυτή τη μέρα όλος ο κόσμος είχε βγει στ’ αγναντερά μέρη του χωριού, που φαίνονταν οι Γερμανοί και παρακολουθούσαν ‘’τι θα γίνει’’.  Εγώ αν και ο ξάδερφός μου  Μήτσος Σαμαρτζής είχε πεθάνει, καθόμουνα στην Κ’μούλα να ιδώ τι θα γίνει, ποιος θα νικήσει. Τότε εφόσον η μάχη δεν τελείωνε, στη μία η ώρα πήγα στην κηδεία. Πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο, ακολουθώντας το λείψανο….»( ‘’ημερολόγιο πολέμου’’  Ασπασίας Αυγερίκου).

       Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το απόγευμα. Απαράμιλλες στιγμές ηρωισμού εκτυλίχτηκαν εκείνη την ημέρα κατά την διάρκειά της. Ολόκληρη η ‘’Κατσιπλαγιά’’ από τον ‘’Σταυρό και κάτω ήταν γεμάτη από αντάρτες των δύο λόχων του τάγματος του Νικηφόρου, οι οποίοι πολέμαγαν με στήθος, κατεβαίνοντας μέτωπο προς την πλευρά των Γερμανών.  Ένας αντάρτης έριξε μια χειροβομβίδα σε μια συστάδα που κρύβονταν Γερμανοί κι εκείνοι πανικόβλητοι το έβαλαν στα πόδια.

«…..Αυτός (ο αντάρτης με τη χειροβομβίδα στα χέρια) είχε κιόλας ξανοιχτεί θεσπέσιος – δίνει μια στη χειροβομβίδα και τη βλέπαμε, έκανε τον κύκλο της στον αέρα, να πέσει ίσια στη στροφή!

― Μπράβο! – Μπράβο! – ζουρλαθήκαμε εμείς απ’ τη χαρά.

Και κοιτάμε τότε άναυδοι, πήδησαν ολόρθοι μέσα απ’ τη στροφή μια πενηνταριά ντερέκια Γερμανοί, χίμηξαν αλαλιασμένοι απάνω, κι όρμησαν τον κατήφορο, κάτω απ’ τον τοίχο της δημοσιάς, πίσω τους έσκαγε η χειροβομβίδα, εκεί που πήδησαν κρατούσαν θέσεις κι άλλοι, ακόμα περισσότεροι, βρέθηκαν ορθοί κι αυτοί τρελοί απ’ την απόγνωση και δώσαν όλοι αντάμα ένα μπουλούκι τον κατήφορο, έπηξε ο ελαιώνας πανικόβλητο φευγιό. Και στο μεταξύ είχαν πεταχτεί από παντού οι αντάρτες αλαλάζοντας, άρπαξε φωτιά όλη η πλαγιά.

― Α-άα! Αέραα! Αέρααα! Ουστ κρεμανταλάδεεες! Αχα-χα-χάαα! Αέραααα!

Ωρύονταν κι απ’ την Αράχωβα το πλήθος. Από πάνω μας στα βράχια οι άντρες του όλμου και των πολυβόλων μας το ίδιο και γινόταν ένα μεγαλείο αθάνατο, ένα αλησμόνητο μεθύσι.

Σάρωμα ο ελαιώνας! Πηδώντας όχτους και πεζούλια οι αντάρτες πήραν στο κοντό από παντού τους Γερμανούς, μια άγρια καταδίωξη, σα να έδερνε το λόγγο σίφουνας. Έγερνε αυτή την ώρα να βασιλέψει ο ήλιος και μια ευτυχισμένη αγαλλίαση χύθηκε παντού στη φύση. Κάμποσοι αντάρτες πήδησαν από παντού και περιτριγύριζαν ασύχαστοι τα κυριευμένα αυτοκίνητα. Πανηγύριζαν ξετρελαμένοι. Από πέρα έρχονταν ακόμα τρέχοντας Αραχωβίτες. Κουβαλώντας άλλοι όπλα, άλλοι πυρομαχικά» (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης)  .

            
Απάχαζε ο τόπος από τα ουρλιαχτά. Σε λίγο οι αντάρτες, βλέποντας το πισωγύρισμα των Γερμανών, αγνόησαν τις προφυλάξεις, χύθηκαν τον κατήφορο. Κατρακύλαγαν τα λιθάρια της πλαγιάς κάτω από τις μπότες των μαχητών που χοροπήδαγαν  αλλοπαρμένοι, με τα όπλα στα χέρια. Αυτός ο αλλόκοτος χορός των πολεμιστών, εναρμονισμένος με τον χαβά της ….μουσικής των όλμων και των πολυβόλων, μετέτρεπε τους απλούς ανθρώπους σε υπεράνθρωπες μαχητικές μηχανές. Αχολογούσε ο ελαιώνας. Η άγρια καταδίωξη των Γερμανών εξελίχτηκε σε αιματοκύλισμα.
Ύστερα, πολλοί αγωνιστές μαζί με όσους δεν ήταν οπλισμένοι, άρχισαν να συγκεντρώνουν τα λάφυρα και να τα φορτώνουν στα κυριευμένα αυτοκίνητα, πανηγυρίζοντας ξετρελαμένοι, ενώ από πέρα συνέχισαν να έρχονταν συνεχώς κι άλλοι Αραχοβίτες φορτωμένοι με όπλα και πυρομαχικά, που τ’ απαλλοτρίωσαν, άλλοτε με το καλό και άλλοτε με το ζόρι,  από τους Ιταλούς..
Την ίδια στιγμή πάνω ψηλά, στ’ αγνάντιο από τις ‘’Φαιδριάδες’’ και τον ‘’Πατσαντάρα’’,  ο Στρογγυλάκος με την διμοιρία του και τους Μαχητικούς Δελφών και Αγόριανης δεν άφηνε κανένα απολύτως περιθώριο στους Γερμανούς να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν από αυτή την πλευρά να βγουν στην πλάτη των αγωνιστών της Ελευθερίας. Με συνεχόμενο τουφεκίδι, ρίψη χειροβομβίδων και βροντερά ουρλιαχτά ανάγκασαν τα δυό τρία Γερμανικά αυτοκίνητα που τόλμησαν να ξεμυτίσουν από τους Δελφούς, να γυρίσουν άρον άρον πίσω.

Δεσφίνα

      
     Ξαφνικά απέναντι στο Ξεροβούνι (Κίρφη), κουρνιαχτός σηκώθηκε και φωνές ακούστηκαν. Ιαχές πολέμου περόνιασαν τα κορμιά των Γερμανών που υποχωρούσαν.
Ήταν μαχητές και πολίτες της Δεσφίνας και της Αντίκυρας, που ροβόλαγαν τον κατήφορο με ουρλιαχτά και σφυρίγματα, χτυπώντας και προγκώντας τους Γερμανούς από τα νότα τους.
Αρχηγοί τους ο Χαράλαμπος Παππάς και ο φιλόλογος καθηγητής, έφεδρος Ανθυπολοχαγός Δημήτριος Παπακωνσταντίνου, αντίστοιχα, τους πλευροκόπησαν και πετσόκοψαν τα υπολείμματά τους χαμηλά στον ελαιώνα προς την πλευρά των Δελφών.
Στην κάτω μεριά, νότια  του  Χρισσού, ακούστηκαν νέοι πυροβολισμοί, ήταν οι Ταγματάρχες Λουκάς Μαναίος και Γιάννης Φαρμάκης,  με μια διμοιρία  20-30 ανδρών του 5/42 της ΕΚΚΑ, οι οποίοι εμφανίστηκαν ξαφνικά, συμβάλλοντας στην απώθηση των Χιτλερικών, σε όσες προσπάθειες έκαναν αυτοί για να περάσουν προς την Άμφισσα.
Σε τούτη δω  την άκρη του πεδίου της  μάχης έχασαν την ζωή τους  ο Χαράλαμπος Παππάς της Μαχητικής ομάδας Δεσφίνας του ΕΛΑΣ και ο Χρήστος Κρεμμύδας (σκληρός και ριψοκίνδυνος πολεμιστής) του 5/42 Συντάγματος.
Αλλά και ένα τμήμα της μαχητικής Χρισσού του ΕΑΜ πήρε μέρος σ’ αυτόν τον αγώνα. Αυτή η ομάδα  επιστρέφοντας από την Ιτέα,  μετά  τις εκεί διαπραγματεύσεις με το Ιταλικό τμήμα για την παράδοση των όπλων, συνάντησε μπροστά της τους Γερμανούς, στην κάτω πάντα του χωριού τους και τους έδωσαν ένα γερό μπερντάχι.
Έγραψαν έτσι στην Ιστορία και την δική τους συμμετοχή σ’ αυτή τη μάχη, σφραγίζοντάς την με το αίμα του  ντόπιου αγωνιστή Μήτσου Μακρή, ό οποίος έπεσαι εκεί μαχόμενος.

Προμαχούντες

    
Ο Ήλιος έγερνε προς τη Δύση του, έτοιμος να βυθιστεί στο Ιόνιο, πίσω από τα βουνά της Πελοποννήσου, βάφοντας τον ορίζοντα με χιλιάδες αποχρώσεις του κόκκινου και του μπλε. Οι πυροβολισμοί μέσα στα λιόδεντρα είχαν σταματήσει. Η μάχη γι’ αυτή την ημέρα είχε λασσάρει (κοπάσει).
Ο ελαιώνας ήταν σπαρμένος με πάνω από διακόσια  Γερμανικά κουφάρια.              
Τα ξέφτια της Γερμανικής φάλαγγα, αποτελούμενα από καμιά εικοσιπενταριά  στρατιώτες μοναχά, οι περισσότεροι λαβωμένοι και σε κακή κατάσταση, κατάφεραν να γλιτώσουν και να επιστρέψουν στην Άμφισσα.
Δεν θα γλίτωνε κανένας Γερμανός, αν την τελευταία στιγμή δεν εμφανίζονταν αργοπορημένες ενισχύσεις από την πλευρά της  Άμφισσας, από τον 7ο Λόχο υπό τον λοχαγό Μάλτεν, τον 8ο λόχο υπό το λοχαγό Καχούν, του ΙΙ/18 τάγματος, με γενικό διοικητή τον ταγματάρχη Τσίλκε, καθώς  και μιας ακόμη μονάδας του Συντάγματος υπό τον υπολοχαγό Σούγκ, οι οποίοι προωθήθηκαν για ν’ απεγκλωβίσουν τα υπολείμματα  του 5ου  Λόχου 
   Δεκαεπτά  κυριευμένα Γερμανικά αυτοκίνητα ανέβαιναν αγκομαχώντας προς την Αράχοβα, με Έλληνες οδηγούς αυτή τη φορά. 
Είχαν βάλει όλοι ένα χέρι για να μπαζώσουν και πάλι τη σκαμμένη ταύρο σε κάποια σημεία ώστε να περάσουν τα φορτηγά από τούτη την πάντα. Προσωρινά όμως γιατί στη συνέχεια, ο φόβο  των Γερμανών τους ανάγκασε να επαναφέρουν το όρυγμα στην αρχική του θέση.
Οι μηχανές τους μουγκρίζοντας αργόσερναν το βάρος τους τον ανήφορο.
Ήταν φορτωμένα με πλούσια λάφυρα κι ανάκατα πανοσόμαρα (από πάνω, περισσότερο φορτίο από το κανονικό) ήταν στοιβαγμένοι αντάρτες και πολίτες που γέλαγαν, φώναζαν και τραγούδαγαν.
Ήταν επίσης περικυκλωμένα από το πλήθος που αλάλαζε ξέφρενα, αναγκάζοντάς τα να πηγαίνουν πολύ σιγά.
Σαν σταφύλια κρέμονταν στα παραπέτια  οι αγωνιστές, φορτωμένοι κι αυτοί με τ’ αυτόματα όπλα των Γερμανών που διαγούμισαν.
Όλα τ’ αυτοκίνητα τα οποία ήταν διάτρητα από σφαίρες,  αλλά χωρίς ιδιαίτερες βλάβες, σταμάτησαν κατά μήκος του πλατώματος γύρω από την προτομή του ‘’Καραϊσκάκη’’.
Φωνές κι επευφημίες συνόδευαν τα επινίκια από την μυρμηγκιά του κόσμου που είχε μαζευτεί για να τους υποδεχτεί.
Τ’ ακρινά σπίτια ήταν ανοιχτά και πρόσφεραν νερό και φιλέματα τον κόσμο, που χόρευε και τραγούδαγε αλλοπαρμένος.

Έξοδος

   
Σε λίγο φάνηκε ένα από τα κυριευμένα αυτοκίνητα, στο οποίο δεν επέβαιναν χαρούμενοι άνθρωποι, παρά  ήταν φορτωμένο πόνο, θλίψη και λυγμούς. Μοναχά ο θόρυβος της μηχανής του ακουγόταν. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην καρότσα ή κρέμονταν από τα παραπέτια του, παρέμεναν βουβοί και θλιμμένοι.
Μετέφερε τις σορούς των πέντε νεκρών της μάχης, στην εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου.

Γιώργος Κορίτος (Καραΐσκος), ετών 33

Στάθης   Κορίτος , ετών 26

Στυλιανή Αγναντιώτη, ετών 38

Γιάννης  Τσότρας, ετών 50

Θύμιος Μύταλας, ετών 48. 


Αμέσως τα γέλια και η χαρά των επινικίων μετατράπηκε σε μούδιασμα στην αρχή και ύστερα σε  πνιχτά κλάματα. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε την ίδια μέρα , αργά το απόγευμα κοντά στο σούρουπο, κάτω από τον φόβο  της επανεμφάνισης των Γερμανών. Το μοιρολόι των γυναικών σκέπασε την Αράχοβα. Σπαρακτικές οι    φωνές των μανάδων και των συγγενών. Φίλοι και συχωριανοί έσπευσαν στην εκκλησιά ν’ αποχαιρετήσουν τους άτυχους συχωριανούς τους. Τους νεκροστόλισαν και τους κήδεψαν με τη συμμετοχή και των ανταρτών. Όταν τα φέρετρα βγήκαν από την εκκλησιά κι ενώ οι καμπάνες χτύπαγαν πένθιμα, το πλήθος, αφού τα έρανε με λουλούδια, γονάτισε μπροστά τους, κι ένας μυριόστομος πένθιμος σκοπός, βγαλμένος από τα χείλια των παρευρισκόμενων, με αργό και βαρύ τέμπο, έφτασε ως πάνω ψηλά στα κατσάβραχα του Παρνασσού:

«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς

Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα

Ζωή λευτεριά και τιμή του Λαού

Γυρεύοντας βρήκατε μνήμα….»

        
     Κατέβασαν τα φέρετρα, με τον παραδοσιακό τρόπο, κρατώντας τα στα χέρια τους νέοι άντρες, από τα σκαλοπάτια του Αγίου Γεωργίου, και η πομπή ξετυλίχτηκε μέσα από την αγορά, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, κατευθυνόμενη προς την Χτιριαρού (περιοχή νεκροταφείου Αράχοβας).
Ένα πλήθος μαυροντυμένων γυναικών, πλαισιωμένο από οπλισμένους γενειοφόρους αντάρτες, μαζί με αμούστακα παιδιά που κράταγαν κι αυτά όπλα, λαμπαδάρια και εξαπτέρυγα,  ακολουθούσαν ή προηγούνταν της πομπής.  Ο δρόμος δεξιά και αριστερά σε όλη τη διαδρομή ήταν γεμάτος κόσμο. Η απόλυτη σιωπή, επέτρεπε στους ήχους των  ψαλμουδιών που μουρμούριζαν,  ψαλτάδες και Ιερείς καθώς και στα κουδουνίσματα  των θυμιατών που πάλλονταν στον αέρα,  να αναδεύονται με  τα πνιχτά αναφιλητά των συγγενών, πολλαπλασιάζοντας  το μέγεθος της τραγικότητας της στιγμής.
Την ώρα που οι ξύλινες κάσες κατέβαιναν στα μνήματα, κάμποσες τουφεκιές χάλασαν την ησυχία της περίστασης.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της πατρώας γης που τους σκεπάζει και η μνήμη τους ας είναι αιώνια!

Αφοπλισμός

     
Όσο η μάχη μαινόταν, προς το τέλος της ημέρας, οι Ιταλοί από τον ‘’Άι Γιώργη’’ και το ‘’Σφαλάκι’’, εκτελώντας διαταγές των ανωτέρων τους, φορτώθηκαν τους τεράστιους γυλιούς  και τον ατομικό τους οπλισμό και μετακόμισαν στην ανατολική πλευρά της Αράχοβας, στην έξοδο προς Λιβαδειά, στην συνοικία του ‘’Κούκουρα’’.
Ήταν συντεταγμένοι σε τριάδες κατά μήκος του δρόμου έτοιμοι να φύγουν.  Τους μπλόκαρε όμως ο Νικηφόρος μαζί με μια  ανάμικτη ομάδα ανταρτών και ντόπιων αρματωμένων. Θυμωμένος ο Νικηφόρος αφού κατσάδιασε την ηγεσία του διότι δεν τήρησε τη συμφωνία, τους συνόδευσαν κάτω από  στενή  επιτήρηση, προς τις τοποθεσίες Κ’μαριά- Σόλτσ’ και από εκεί, μέσα από τον αυχένα του βουνού Κίρφη (Ξεροβούνι) και τις περιοχές ‘’Σκλιβινίτσα- Άνθιμους’’, στη Δεσφίνα,  όπου τα χαράματα της επόμενης ημέρας 11/09/1943 τους αφόπλισαν,  αφήνοντας σ’ αυτούς ένα τουφέκι ανά  επτά άντρες και επιτρέποντάς  τους στη συνέχεια  να πορευτούν ελεύθεροι προς την Ιτέα και το πεπρωμένο τους.
Κατάληξαν, άλλοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γερμανών, άλλοι τελείωσαν τη ζωή τους πνιγμένοι στα νερά του Ιονίου μετά από τη βύθιση του καραβιού, που τους μετέφερε στα σπίτια τους,  από τους Γερμανούς. 
Άλλοι κρύφτηκαν από τους ντόπιους  που τους  σπλαχνίστηκαν και τους περιέθαλψαν και  άλλοι αφού κατατάχτηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ  συνέχισαν τον πόλεμο εναντίων των Γερμανών αυτή τη φορά. 
Ο οπλισμός που κατασχέθηκε, μεταφέρθηκε  τις επόμενες μέρες στον Παρνασσό και τον Ελικώνα, αφού προηγουμένως εξοπλίστηκαν οι ντόπιες αντάρτικες ομάδες.
Για τα μουλάρια των Ιταλών, ογδόντα τον αριθμό, τα οποία ήταν σε κακή κατάσταση λόγο της ελλιπούς διατροφής, η  διοίκηση των ανταρτών έδωσε τη δυνατότητα στους Δεσφινιώτες Πολίτες, να διαλέξουν όποιο ήθελαν, να το συνεφέρουν και να το χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες των υποστατικών τους, με την προϋπόθεση ότι  θα το παρέδιδαν στους μαχόμενους αντάρτες όταν εκείνοι στο μέλλον θα το χρειάζονταν.

 

4.  2Η  ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 1943. Προετοιμασία.

Σόλωνας  και Δημήτρης Δημητρίου  με τον πατέρα τους στη μέση, Νίκο Δημητρίου, στο ‘‘Σταυρό’’  μετά τη μάχη της Αράχοβας

               Η Αράχοβα ζούσε ανεπανάληπτες στιγμές. Τα επινίκια ήταν γλυκόπικρα λόγω των θυμάτων της μάχης. Αν  μια λέξη  θα περιέγραφε  τα αισθήματα του χωριού εκείνες τις ώρες, ήταν η λέξη χαρμολύπη, με την οποία καταγραφόταν η συνολική συναισθηματική ατμόσφαιρα της Αράχοβας! Εντούτοις  οι απαιτούμενες εργασίες συνεχίζονταν πυρετωδώς.

Οργασμός κινητικότητας ξετυλιγόταν στον κεντρικό δρόμο, στις πλατείες και στις γειτονιές. Πάρα πολλοί νέοι, νέες και μεγαλύτεροι, ξενύχτισαν βοηθώντας στις χίλιες δουλειές που έπρεπε να γίνουν.

Πάνω απ’ όλα έπρεπε να παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες στους τραυματίες. 

Αρκετοί Αραχοβίτες τραυματίστηκαν αυτή την ημέρα, όμως σοβαρότερα χτυπημένοι από σφαίρες ή θραύσματα όλμων ήταν  οι:

Γεώργιος Ξενοδόχος με σφαίρα στο στήθος,

Δημήτριος Ταγκαλάκης  ο οποίος έχασε το ένα του μάτι και ο

Ευστάθιος Καλμαντής ή Νταλίπης, με διαμπερές τραύμα στο πόδι.

Όλοι τους γιατροπορεύτηκαν στα σπίτια τους, με την βοήθεια των δικών τους, της τοπικής υγειονομικής υπηρεσίας, η οποία ήταν άριστη για την εποχή, και των ανταρτογιατρών.

Για τους αντάρτες τραυματίες όμως, στήθηκε μια από τις απαλλοτριωμένες Γερμανικές σκηνές στη θέση ‘’Ασπρόχωμα’’ του Παρνασσού, όπου θεωρήθηκε απαραίτητο να μεταφερθούν  για μεγαλύτερη ασφάλεια  αλλά και για να τους περιθάλψουν ευκολότερα οι  γιατροί του  Τάγματος.

Επειδή ο φόβος της επανάκαμψης των Γερμανών ήταν μεγάλος, κρίθηκε αναγκαίο, τα λάφυρα της μάχης, τουφέκια, μυδράλια, όλμοι και διάφορα  υλικά διοικητικής μέριμνας,  να μεταφερθούν στα ‘’Καλύβια’’ του Λιβαδιού, ώστε  εκεί να αξιολογηθούν και να κατανεμηθούν αντίστοιχα σε όσους ντόπιους τα είχαν ανάγκη, ενώ τα υπόλοιπα να προωθηθούν  στο βάθος του Παρνασσού.

Πράγματι χρησιμοποιώντας τα δεκαεπτά Γερμανικά αυτοκίνητα και τα δύο, μάρκας FIAT, των Ιταλών, μετέφεραν τον πλεονάζοντα οπλισμό στο Λιβάδι και τον τοποθέτησαν μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στη θέση ‘’Τοπόλι’’.

Στα ‘‘Καλύβια’’ επίσης προωθήθηκαν και οι δέκα αιχμάλωτοι Γερμανοί, οι οποίοι είχαν συλληφθεί κατά την διάρκεια της μάχης, η τύχη των οποίων ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη! (οι αντάρτες δεν κρατούσαν αιχμαλώτους, διότι δεν είχαν τα μέσα φύλαξης και συντήρησής τους).

Εκτελέστηκαν την μεθεπόμενη ημέρα στα ριζά των λόφων βόρια της τοποθεσίας ‘‘Τοπόλι’’.

            Παράλληλα στην Αράχοβα , την ίδια μέρα,  ο 9ος Λόχος  και το μηχανοκίνητο τμήμα του ΙΙΙ/34 Τάγματος του ΕΛΑΣ, με τους Καπετάνιους, Νίκο Καλοπήτα και Γιώργο Αυγερίκο ‘’Νικήτα’’, έφεραν σε πέρας την αποστολή για την οποία είχαν φτάσει πριν από μερικές μέρες στην περιοχή. Είχε νυχτώσει όταν ανατίναξαν  το γεφύρι της ‘’Τούμπρης’’, αποκόπτοντας έτσι την αμαξιτή πρόσβαση στην Αράχοβα από την ανατολική  πλευρά της, καθιστώντας με αυτή τους την πράξη αδύνατη την διέλευση Γερμανικών αυτοκινήτων, προερχόμενων από την Λιβαδειά, σε περίπτωση νέας εφόδου όποτε αυτή και αν γινόταν.   

            

Έχουν γνώση οι φύλακες

            Έχει επικρατήσει  η παραδοχή, ότι η συγκεκριμένη μάχη της ‘’Σφάλας’’ στην Αράχοβα το έτος 1943 διήρκεσε μεν δυο μέρες, όμως η δεύτερη μέρα δεν είχε την πολεμική ένταση της πρώτης. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τότε αλλά και η συστηματική προσπάθεια που έγινε στα μεταγενέστερα χρόνια για την απόκρυψή της, συνηγόρησαν στην δημιουργία της πεποίθησης ότι αυτό που συνέβη σε τούτον εδώ τον τόπο, εκείνες τις ημέρες, ήταν μια …..ασήμαντη πολεμική αψιμαχία.

Αυτός ήταν ο κύριος λόγος ο οποίος συνετέλεσε στην σμίκρυνση  ενός μεγαλειώδους  έπους,  που πέτυχε σύσσωμη η κοινωνία της Αράχοβας και των γύρω Χωριών, σε αγαστή συνεργασία με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, των Ταγμάτων ΙΙΙ/34 Ελικώνα και Ι/36 Παρνασσίδας, ώστε  η αναφορά σε αυτό να χρονολογηθεί μόνο για μια ημέρα, αυτή της 10ης του Σεπτέμβρη.

          Όμως η γνώση της αλήθειας των γεγονότων έχει αποκατασταθεί πλέον. Συνέβαλαν σ’ αυτό οι μαρτυρίες  των ντόπιων, οι διηγήσεις και τα γραπτά όσων μαχητών έλαβαν μέρος σε αυτή τη μάχη, αλλά και οι αναφορές των ίδιων των Γερμανών στα βιβλία που αυτοί έγραψαν αργότερα, στα οποία αναφέρουν και  διαβεβαιώνουν ξεκάθαρα, ότι η μάχη συνεχίστηκε σφοδρότερη την επομένη, ημέρα Σάββατο 11η Σεπτεμβρίου 1943, και πιο χλιαρά,  με μικρές αψιμαχίες την μεθεπόμενη, ημέρα Κυριακή ,12η Σεπτεμβρίου.

Η έρευνα και οι μαρτυρίες είχαν ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της Ιστορικής αλήθειας και την καταγραφή των γεγονότων της μάχης στα κιτάπια της Ιστορίας.

Σ’ αυτή τη δεύτερη απόπειρα των Γερμανών, το πλήθος των  νεκρών τους ήταν κατά πολύ μικρότερο έναντι  της πρώτης μέρας, λόγω της μεγάλης χρήσης βαριών πυροβόλων όπλων, ακόμα και κανονιών, από την μεριά των επιτιθεμένων.

Στην κατακλείδα, οι δυνάμεις των Χιτλερικών που έλαβαν μέρος σ’ αυτόν τον δεύτερο γύρο ήταν σαφέστατα περισσότερες, αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν πολύ ισχυρότερα. Όμως το μεγαλύτερο μέρος της επίθεσης έγινε από μακριά με συνεχόμενες πολλαπλές ρίψεις όλμων και βλημάτων βαριών πυροβόλων.   

Οι καρδιές των κατοίκων της Αράχοβας, το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου, ξεχείλιζαν από αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, φόβου και ενθουσιασμού, αυτοπροστασίας  και προσφοράς. Οι αποφάσεις τους  σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις και αβεβαιότητα.

Πολλοί οικογενειάρχες εγκατέλειπαν το χωριό, φοβούμενοι το ξέσπασμα των Γερμανών και τα αντίποινα που πιθανώς θα ακολουθούσαν αν αυτοί έσπαζαν τα μέτωπα και κατάφερναν να περάσουν, ενώ άλλοι, ιδιαίτερα οι νέοι, αφού αρματώνονταν με τα όπλα που αφαίρεσαν από τους Ιταλούς, έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε στο αμυντικό μέτωπο  της ‘’Σφάλας’’ και της κορυφογραμμής ‘’Κρόκι’’, ‘’Πατσαντάρας’’, Σταυρός’’, ‘’Τριμιντέλια’’, ‘’Ασκαλιά’’ , ‘’Κατσιπλαγια’’, ’’Όρνια’’, ‘’Κοκκινόβραχος’’ ‘’Άι Μηνάς’’.

Ολόκληρη αυτή η περιοχή ήταν γεμάτη από αντάρτες, οπλισμένους πολίτες και μαχητικούς του εφεδρικού ΕΛΑΣ, προερχόμενους από όλα τα γύρω Χωριά.  Οι θέσεις αυτές δυναμώθηκαν και με τα βαρύτερα, απαλλοτριωμένα από τους Ιταλούς πυροβόλα, όλμους και οπλοπολυβόλα.

Στην κάτω πάντα της ‘’Σφάλας’’ και προς την πλευρά του ελαιώνα, διατήρησε την αμυντική υπερασπιστική του διάταξη, ένα μεγάλο τμήμα του  9ου λόχου του ΙΙΙ/34  Τάγματος Ελικώνα, υπό τον Γ. Αυγερίκο (‘‘Νικήτα’’).

            Η εμπειροπόλεμη ηγεσία των ανταρτών καταλάβαινε ότι  ήταν αδύνατον η Γερμανική διοίκηση να αποδεχτεί έτσι εύκολα την ήττα της. Χωρίς να εφησυχάζει λοιπόν, ενίσχυσε τα μέτωπα αντίστασης σ’ αυτήν εδώ την πλευρά του πεδίου, κάνοντας όμως το ίδιο και στην ανατολική πλευρά της Αράχοβας.

Μετά την ανατίναξη της γέφυρας της ‘’Τούμπρης’’, αργά το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, ισχυρή δύναμη ανταρτών του 9ου Λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος, με τον Ν. Καλοπήτα επικεφαλής, πλαισιωμένη με ντόπιους μαχητές οι οποίοι τους καθοδηγούσαν, επειδή εκείνοι, λόγο εντοπιότητας,  γνώριζαν την μορφολογία του εδάφους, εφοδιασμένοι με όλμους, μυδράλια και οπλοπολυβόλα, αναπτύχτηκαν στο ‘’Τουμπρόρεμα’’, κατάντη της υδάτινης απορροής, διασφαλίζοντας έτσι την αμυντική γραμμή και έχοντας ως στόχο την αποτροπή μέσω  του περάσματος της ‘’Τούμπρης’’ προς την Αράχοβα, των  Γερμανικών ενισχύσεων από την πλευρά της Λιβαδειάς, όταν αυτές σίγουρα θα κατέφθαναν!       

            Το ‘’Κρόκι’’ συνέχισαν να το φρουρούν,  η διμοιρία των ανταρτών υπό τον Στρογγυλάκο, μαζί με τις τοπικές ανταρτομάδες  Δελφών, Αράχοβας και Αγόριανης.

Οι ντόπιες ομάδες, γνωρίζοντας το κακοτράχαλο τοπίο της περιοχής πάνω από τους Δελφούς, καθώς και τα δύσκολα περάσματα,  είχαν τοποθετήσει παντού φυλάκια και βίγλες, κατάντη της χαράδρας  της ‘’Κασταλίας’’, έχοντας προστασία από τα  έλατα, ξανοίγονταν μπροστά τους την άδεντρη περιοχή και ελέγχοντάς την.

Αν και ο φόβος της διοίκησης των ανταρτών ήταν η πλευροκόπηση, από αυτήν την πλευρά, της αμυντικής γραμμής τους από τους  Γερμανούς, η οποία θα είχε σαν αποτέλεσμα την πρόσβασή τους στα ‘’Καλύβια’’ Αράχοβας, όπου βρίσκονταν τα μετόπισθέν τους, τα  λάφυρα, ο ανεφοδιασμός, οι αιχμάλωτοι και οι τραυματίες τους, η δύναμη που μπορούσαν να διαθέσουν σε αυτή την πλευρά δεν ήταν αρκετά σημαντική και σε καμία περίπτωση αυτή που θα έπρεπε.           

                                              Σύγκρουση

   Η νέα μέρα που ξημέρωσε ήταν μια φωτεινή και γλυκιά φθινοπωρινή ημέρα. Οι μαχητές, υπερασπιστές της κοιλάδας του Απόλλωνα, ήταν στις θέσεις τους τρώγοντας  με τα μάτια τους τον δρόμο που απλωνόταν μπροστά από τις Φαιδριάδες κατά τη μεριά των Δελφών.

Ο ήλιος θα είχε ανεβεί ένα καλάμι ψηλά απ’ τον ορίζοντα όταν ξαφνικά μια κούρσα άρχισε να ανεβαίνει προς  την Αράχοβα, ανιχνεύοντας την ύπαρξη ανταρτών! Σε λίγο είκοσι φορτηγά αυτοκίνητα την ακολούθησαν.

Γερμανοί!

Ακούστηκαν ουρλιαχτά από τις βίγλες!

Σείστηκε ο τόπος από το κακάρισμα των  οπλοπολυβόλων, τους υπόκωφους κρότους των κατασχεθέντων από τους Ιταλούς όλμων, το τερέτισμα μυδράλιων και  τον επαναλαμβανόμενο ξερό κρότο από τις βολές των τουφεκιών, αλλά και από τις πολεμικές ιαχές των αμυνόμενων Ελλήνων, που τους υποδέχτηκαν πανέτοιμοι,  θυμίζοντάς τους με άγριο τρόπο το πάθημά τους κατά την προηγούμενη ημέρα.

Τ’ αυτοκίνητα  σταμάτησαν και κάνοντας μανούβρες γύρισαν αμέσως προς τα πίσω, επιχειρώντας να κρυφτούν βάζοντας μπροστά τους, τον όγκο των  Φαιδριάδων.

          Σε λίγο αποβιβάστηκαν από τα Γερμανικά καμιόνια οι άντρες του 7ου και 8ου  Λόχου του ΙΙ/38 Τάγματος, με Διοικητή τον Ταγματάρχη Τσίλκε και αναπτύχτηκαν σε αραιή διάταξη τριών γραμμών, από πάνω προς τα κάτω, σε μήκος, προς τον ελαιώνα και μέτωπο προς την Αράχοβα. Ήταν οι ίδιοι που την προηγούμενη μέρα βοήθησαν τον απεγκλωβισμό των υπολειμμάτων του 5ου Λόχου.

Επιχείρησαν να προωθηθούν με συντονισμένη αιχμή εμβόλου  προς τα ανατολικά, όμως πολύ γρήγορα, κάτω από τα πυκνά πυρά  της καλά οχυρωμένης δύναμης της αμυντικής γραμμής των ανταρτών, απωθήθηκαν χωρίς να κερδίσουν το παραμικρό, γυρίζοντας πίσω.

         Οι επιτιθέμενοι διαπιστώνοντας την αδυναμία τους να προελάσουν από αυτή την πλευρά, έστειλαν τον 1ο λόχο του Ι/18 Τάγματος  ορεινών Κυνηγών των S.S. με διοικητή το λοχαγό Μπάουερ, να  δοκιμάσει να προωθηθεί από τη βορεινή κορυφογραμμή των Δελφών, ώστε να υπερφαλαγγίσει το μέτωπο των αμυνόμενων Ελλήνων  στο ‘’Κρόκι’’ κι από κει στα μετόπισθεν των αντιστεκόμενων, στο ‘‘Λιβάδι’’ Αράχοβας.

Παράλληλα Βαριά πυροβόλα  όπλα πεζικού, της Μεραρχίας Πολιτσάι (καταδρομών) των Ες -Ες,  άρχισαν να σφυροκοπούν την περιοχή, από το ‘’Κρόκι’’ μέχρι την Αράχοβα. Ακόμα και κανόνια χρησιμοποιήθηκαν, της  Μεραρχίας Brandenburg. Ο τόπος  φλεγόταν, οι όλμοι και οι βολές αυτών των  κανονιών και των βαριών πυροβόλων, επέφεραν ζημιές σε αρκετά σπίτια του  χωριού, γεμίζοντας φόβο και σύγχυση τους άμαχους, οι οποίοι έφευγαν κακήν κακώς προς το βουνό.

Οι μαχητές  κατάφερναν να κρατούν σταθερά  τις θέσεις τους, προτάσσοντας στήθος στις επιθέσεις των Γερμανών και απαντώντας συνεχώς, με όσα μέσα διέθεταν, στα πυκνά πυρά τους.



Άμαχοι

     Ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή της δεκαοκτάχρονης Αραχοβίτισας Ασπασίας Αυγερίκου, όπως κατέγραφε  την ζοφερή κατάσταση αυτών των ημερών, στα μετόπισθεν, στο ημερολόγιο πολέμου που τηρούσε. Το αυθεντικό χειρόγραφο του οποίου σήμερα βρίσκεται στο Λαογραφικό Μουσείο Αράχοβας. 

«….Την άλλη μέρα ξαναήρθανε απ’ τους Δελφούς 20 αυτοκίνητα, μια κούρσα προχώρησε προς τα επάνω να ιδεί αν είναι Αντάρτες.

Τότε αμέσως της επιτέθηκαν και επέστρεψε πίσω. Τότε η αντίδραση λέει  πως τα αυτοκίνητα έφτασαν στον Αϊ Νικόλα (Άγιο Μηνά) και αμέσως τα γυναικόπαιδα έφευγαν προς τα πάνω. Οι άντρες ήταν επιστρατευμένοι δεν μπορούσαν να φύγουν. Ο κόσμος τα έχασε, ρωτούσε ο ένας τον άλλον τι να κάμουν. Οι γειτόνισσές μου έφευγαν και μου λέει η μητέρα μου να πάω κι εγώ μαζί τους, γιατί αυτή θα καθόταν στο σπίτι. Τότε παίρνω βιαστικά ένα καρβέλι και έτρεξα τον ανήφορο για τα βουνά. Η ώρα ήταν 1 το μεσημέρι και προχωρώντας έσκασε ένας όλμος  μπροστά μας, στην Ανάληψη. Μόλις βλέπουμε να χτυπάει βαρύ πυροβολικό, πέφτουμε στο ρέμα και προχωράμε με φόβο για την   σπηλιά του ‘’Τυργιά’’. Φτάνοντας βρήκαμε εκεί και άλλες οικογένειες και ως το βράδυ ερχόντουσαν κι άλλες. Όταν έπεσε ο Ήλιος έκανε πολύ κρύο. Εγώ και η παρέα μου δεν είχαμε κουβέρτες, πως να τις πάμε στον ώμο; Είμαστε 6 άτομα η Δεμερτζή η Στυλιανή με την Φούλα και η Παναγιού με τα κορίτσια της. Τότε ζητάει η Παναγιού δυο κουβέρτες από την Παναγιωτίτσα του Κουτσούμπα ,που είχε φέρει με το μουλάρι, την μια ρίξαμε χάμω και με την άλλη σκεπαστήκαμε. Όλη την νύχτα υποφέραμε από το κρύο. Όταν ξημέρωσε δεν ακουγόταν τίποτα. Ήταν ησυχία. Το απόγευμα ήρθε σύνδεσμος ο Κώστας Κοπανιάς και μας είπε πως οι Γερμανοί έφυγαν για την Άμφισσα και τα κορίτσια να μαζευτούν στο χωριό να περιποιηθούν τους τραυματίες και αμέσως φύγαμε για το χωριό. Αλλά και στο χωριό δεν καθόμαστε με ησυχία, γιατί φοβήθηκαν οι αντάρτες μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί και ειδοποίησαν να φύγει ο κόσμος τη νύχτα μήπως την ημέρα δώσουν στόχο. Μαζέψαμε τα πράγματά μας, φορτώσαμε το μουλάρι και στις 2 η ώρα ξεκινήσαμε για την ‘’Μάνα’’ με όλες τις γειτόνισσες.

Καθίσαμε 4 ημέρες εκεί και εφόσον ήτανε ησυχία στο χωριό κατεβήκαμε κάτω, δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο εκεί, αλλά στο χωριό με φόβο καθόμασταν γιατί ξέραμε πως οι Γερμανοί δεν ημπορούσαν να ξεχάσουν αυτά που τους είχαν κάμει οι Αντάρτες, ξέραμε πως μια μέρα θα μας επιτεθούν και έτσι είχαμε κρύψει τα ρούχα, λάδι και ότι άλλο κρυβόντουσαν και είχαμε έτοιμο από ένα ταγάρι ο καθένας μας με ψωμί, μήπως έρθουν νύχτα  και δεν προκάνουμε…..»                                                 

‘‘Κρόκι’’- Εποποιία

         Μετά τους συνεχόμενους κανονιοβολισμούς, η μάχη μετατοπίστηκε στο ‘’Κρόκι’’. Αφού αυτή η περιοχή είχε σφυροκοπηθεί  άγρια για αρκετή ώρα  από πάρα πολλά βλήματα, όλμων και βαρύτερων πυροβόλων, στη συνέχεια έγινε προσπάθεια κατάληψής της από καταδρομικές δυνάμεις.

             Ξαφνικά, από την νοτιοδυτική πλευρά του γκρεμού, πάνω από το Ιερό των Δελφών, στο αρχαίο μονοπάτι που οδηγεί στο Κωρύκειο Άντρο, άρχισαν να εμφανίζονται πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως δημιούργησαν προγεφύρωμα, κρυμμένοι πίσω από τα βράχια, τα οποία σχημάτιζαν φυσικά ταμπούρια  στο σώμα  του κακοτράχαλου ανάγλυφου.

Η μάχη που άναψε ήταν σκληρή και δύσκολη.

Αντάρτες και πολίτες μαχητές, καλά οπλισμένοι και ακόμα καλύτερα προφυλαγμένοι από τα έλατα και τα βράχια της περιοχής, έλεγχαν όλα τα περάσματα και κράταγαν γερά και αποφασιστικά.

Για πολλή ώρα ή μάχη ήταν αμφίρροπη, κανένας δεν πισωπάταγε. Οι Γερμανοί δεν κατάφερναν μεν να προχωρήσουν μπροστά, αλλά μήτε παραχωρούσαν ούτε χιλιοστό των θέσεων τους.

Οι μαχητές μετά από δύο ώρες πολέμου, εξαντλημένοι πλέον έδιναν τις τελευταίες τους δυνάμεις κρατώντας με τα δόντια αυτές τις επίλεκτες επιτιθέμενες δυνάμεις των Γερμανών.

Δυο ακόμα Αραχοβίτες, κατά την διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, έδωσαν το αίμα τους υπερασπιζόμενοι τα πατρώα.

Σκοτώθηκαν ο Θανάσης Βασιλιάς ή Τσακμάκης και ο Λουκάς Κομματάς ή Γερακάρας. 

Οι εφεδρείες κερδίζουν τον πόλεμο!

           Ο 1ος  λόχος του Ι/36 Τάγματος Παρνασσίδας  με διοικητή τον Καλλία, ψευδώνυμο του μόνιμου Ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Χαράλαμπου Μώκου από το Μαυρολιθάρι  Φωκίδας, δεν έλαβε μέρος στα γεγονότα της πρώτη ημέρα.

Κατά την διάρκειά της, η δύναμη του λόχου ήταν στρατωνισμένη στο χωριό  Κουκουβίστα (Καλοσκοπή) της Γκιώνας. Μόλις έμαθαν τα νέα της μεγαλειώδους νίκης της 10ης  Σεπτεμβρίου στην Αράχοβα, ενθουσιάστηκαν αλλά και ζήλεψαν ταυτόχρονα για την δική τους απουσία.

Την επόμενη μέρα, νωρίς το πρωί ξεκίνησαν με γρήγορο βηματισμό έχοντας προορισμό την Αράχοβα είτε για να συμμετάσχουν στα επινίκια, είτε για να βοηθήσουν στην οποιαδήποτε αναζωπύρωση της μάχης.

Στο Λόχο του Καλλία υπηρετούσαν εθελοντικά και αρκετοί νέοι αλλά εμπειροπόλεμοι Αραχοβίτες πολεμιστές, μεταξύ αυτών ήταν ο Αντρέας Μπακολουκάς, ο Γεώργιος Πατσαντάρας( σκοτώθηκε στις 5/8/1944 στις ‘‘Καρούτες’’ σε αντίστοιχη μάχη με τους Γερμανούς),  και αρκετοί άλλοι  κυρίως από την συνοικία ‘‘Κούκουρα’’.

             Τρέχοντας σχεδόν σε όλη τη διαδρομή, έφτασαν στα ‘’Καλύβια’’ και από εκεί, ακούγοντας τον θόρυβο της μάχης κατευθύνθηκαν προς το  ‘’Κρόκι’’.

Έφτασαν την κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή οι ντόπιοι μαχητές μαζί με τους αντάρτες είχαν πλέον κουραστεί.

Ρίχτηκαν αμέσως πάνω στους Γερμανούς και κατάφεραν να τους πισωγυρίσουν πολύ γρήγορα, γκρεμίζοντάς τους τον κατήφορο στα βράχια των Φαιδριάδων και στέλνοντάς τους, όπως και τους συναδέλφους τους την προηγούμενη ημέρα,  σε κακά χάλια πίσω στην Άμφισσα.

Και αυτή η μάχη είχε κερδηθεί. 

Για την υπογραφή του σύμφωνου της νίκης,  χρησιμοποιήθηκε το  αίμα των δυό νέων ανδρών της Αράχοβας, Βασιλιά και Κομματά, οι οποίοι  έπεσαν πολεμώντας  για την προάσπιση της ελευθερίας και των πατρώων σεβασμάτων στο ‘’Κρόκι’’, αλλά και των άλλων πατριωτών και πατριωτισσών μας που έπεσαν σε διαφορετικά σημεία της πόλης.

Του Ασημάκη Ιωάννη του Νικολάου, ετών 40, ο οποίος σκοτώθηκε στην ‘’Τούμπρη’’ από νάρκη.

Του Κώστα Γιαννέλου του Γεωργίου, ετών 20, ο οποίος σκοτώθηκε στην περιοχή ‘’Καλανάκι’’, από σφαίρα.

Της Στυλιανής Λουκά Ανδρίτσου, ετών 45, η οποία σκοτώθηκε  από σφαίρα, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Η Αράχοβα τους  νεκροστόλισε, τους έκλαψε και τους κήδεψε με παλλαϊκή συμμετοχή και πάνδημο πένθος, ενώ  οι πληγές των κατοίκων της συνέχισαν να αιμορραγούν, γιατί περίσσευε η πίκρα στις ψυχές, ενώ η περηφάνια γινόταν βάλσαμο για να τις μαλακώσει..

            «………..Τότε λοιπόν ακριβώς έφτασε ο λόχος του Καλλία. Έρχονταν φωτιά μοναχή τρέχοντας όλο το δρόμο από την Κουκουβίστα, παλαβωμένοι γιατί να λείπουν από τέτοιο πανηγύρι αυτοί. Μόλις είδαν τι γίνεται στο Κρόκι, στιγμή δε χασομέρησαν. Έτσι όπως έφταναν λαίμαργοι, ανοίχτηκαν αστραπιαία και χύθηκαν ολόρθοι αλαλάζοντας άγρια. Τάχασαν οι Γερμανοί, γκρεμίστηκαν στο λεπτό κάτω από την Κακιά Σκάλα. (Και τόπος οχυρός! Διαβολεμένος. Όλο ριζιμιά λιθάρια. Μπήγεσαι ανάμεσα, καρφωτό πρέπει να σε βγάλουν). Αυτό ήταν η χαριστική τους βολή των Γερμανών. Τα μάζεψαν κι έφυγαν από όλη την περιοχή της μάχης»

(Η περιγραφή  είναι απ’ το βιβλίο του Δ. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).                                          

‘‘Τούμπρη’’

            Την ίδια ώρα που η μάχη μαινόταν στο ‘’Κρόκι’’, δέκα δώδεκα Γερμανικά αυτοκίνητα, γεμάτα με  πάνοπλους στρατιώτες, ανηφόριζαν, ανατολικά του Χωριού,  από την μεριά της Λιβαδειάς, πλησιάζοντας την γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’.

Όταν οι ανιχνευτές, τους ειδοποίησαν ότι το γεφύρι είναι γκρεμισμένο αυτά σταμάτησαν στο πλάτωμα του Ζεμενού, κατά μήκος του αμαξιτού δρόμου και αφού οι άνδρες αποβιβάστηκαν, άρχισαν να αναπτύσσονται σε θέση μάχης.

Φτάνοντας όμως κοντά στο στένωμα του περάσματος, κόλαση φωτιάς ξέσπασε από τους  αντάρτες και τους πολίτες που υπερασπίζονταν τα οχυρωμένα φυλάκια.

Αυτή η γερή μπαταριά και το αναπάντεχης έκτασης ξεφταλάγιασμα, πισωγύρισε τους Γερμανούς και τους ανάγκασε ν’ αντιληφθούν ότι επειδή ο χώρος ήταν ξάγναντος, χωρίς καλά σημεία κάλυψης, δύσκολα θα κατάφερναν να προφυλαχθούν. Αντίθετα οι θέσεις των αμυνόμενων ανταρτών  ήταν  πλεονεκτικότερες και συνεπώς ισχυρότερες.

Προβλέποντας επομένως ότι σε περίπτωση εφόδου οι απώλειές τους θα ήταν μεγάλες, αναγκάστηκαν  να πάρουν την απόφαση να εγκαταλείψουν το εγχείρημα, γυρίζοντας πίσω.

Πράγματι, επιβιβάστηκαν των φορτηγών και εγκατέλειψαν την περιοχή κάτω από τα προγκήματα, τις φωνές, τα σφυρίγματα και τους πυροβολισμούς των μαχητών.

          Νωρίς το απόγευμα οι Γερμανοί εγκατέλειψαν όλα τα μέτωπα  αποσύροντας τα βαριά όπλα καθώς και τις επίγειες δυνάμεις και  συντεταγμένα και όχι κυνηγημένοι, αυτή τη φορά, έφτασαν στην Άμφισσα και τη Λιβαδειά.

Εκείνο που οι ίδιοι παραδέχτηκαν ακόμα και γραπτά ήταν η ήττα τους, σφραγισμένη με το αίμα των διακοσίων πενήντα περίπου Γερμανών στρατιωτών που άφησαν την πνοή τους, και τις δυό μέρες συνολικά της μάχης, στην ιερή κοιλάδα των Δελφών.

Επινίκια

             Ο Κόσμο της Αράχοβας και των γύρω Χωριών, έμεινε ελεύθερος πλέον για να γιορτάσει χαρούμενος την μεγάλη επιτυχία.

Πήχτρα ο κόσμος στην πλατεία ‘’Λάκκα’’ και την αγορά της Αράχοβας!

Κινητικότητα, αγκαλιές, χοροί, φωνές, τραγούδια, ευτυχία,  αλληλοκεράσματα στις ταβέρνες και τα καφενεία, συνέθεταν ένα σκηνικό που ποτέ κανένας δεν το ξέχασε από τους παρευρισκόμενους, όσο και αν τα χρόνια που ήρθαν αργότερα ήταν δύσκολα, στανικά και επικίνδυνα.

Έφτασε στο χωριό και ο Καλλίας με τους άντρες του. Οι Αραχοβίτες αντάρτες του Λόχου του που έλειπαν μήνες από τα σπίτια τους, δέχονταν περήφανοι τις περιποιήσεις και τα κεράσματα των συγχωριανών τους. Είχαν την ευκαιρία να επισκεφτούν τους δικούς  τους, έστω και για λίγο!

Συναντήθηκαν στην Αράχοβα και οι δύο Αρχηγοί του Τάγματος, ο Διαμαντής, ο οποίος έφτασε από την Αγόριανη με μικρή δύναμη Ανταρτών και ο Νικηφόρος που επέστρεψε από την Δεσφίνα ύστερα από τον αφοπλισμό των Ιταλών, συμμετέχοντας και οι δυό στις εκδηλώσεις χαράς για την επιτυχία του Τάγματός τους.

Τα επινίκια, γλέντια και χαρές συνεχίστηκαν μέχρι αργά την νύχτα. Ταυτόχρονα όμως οι ενέργειες για τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν όχι μόνο δεν σταμάτησαν, παρά δε εντάθηκαν  χωρίς καθυστέρηση.

Τα φυλάκια, ανατολικά και δυτικά της Αράχοβας, ούτε αυτά καταργήθηκαν, απεναντίας ενισχύθηκαν αλλάζοντας σκοπιές ανά δίωρο, ελέγχοντας την περιοχή, από τον φόβο της επανάκαμψης των Γερμανών. Τα λάφυρα μεταφέρθηκαν με προσοχή και σύστημα στο βάθος του Παρνασσού.

«…Δεν ήταν όμως να χάνουμε ούτε λεπτό. Έπρεπε να σηκώσουμε τα λάφυρα. Τα αυτοκίνητα, 17 φορτηγά των Γερμανών και 2 των Ιταλών, πήγαιναν κι έρχονταν ως βαθιά στον Παρνασσό. Στο ασπρόχωμα, λίγο μετά το Λιβάδι, στήσαμε σκηνές, μεγάλες ωραίες σκηνές γερμανικές, και τακτοποιήσαμε τους τραυματίες μας. Οι γιατροί μας, οι νοσοκόμοι και κοπέλες από Αράχωβα κι Αγόριανη, συνέχεια στο πόδι. Άλλα λάφυρα, σωροί, μένανε ακόμα στο Λιβάδι στην εκκλησούλα, γέμισε μέσα, σωριάζανε κι απόξω. Στο Λιβάδι είχαν πάει και τους αιχμαλώτους, δέκα-δώδεκα όλους-όλους. Έπρεπε να κάμουμε και την αναφορά στο Σύνταγμα. Πριν τη γράψουμε ήρθε διαταγή: να προσέξουμε ιδιαίτερα τα κανόνια, να μην πάθουν αβαρίες και να τα στείλουμε υπεύθυνα στην Κουκουβίστα. Έτσι είχαν μάθει εκεί πάνω, ότι πήραμε και κανόνια. (Μας έλεγαν στα τηλέφωνα ότι βούιζαν όλα τα χωριά στο Μαυρολιθάρι για τη μάχη μας). Τόχαμε κι εμείς κρυφό καμάρι ότι θα παίρναμε οπωσδήποτε και κανόνια, αλλά ούτε ένα βαρύ όλμο δεν είχε αυτό το παληοτάγμα. Πήραμε όμως καμμιά εικοσαριά ατομικούς όλμους (διαβολεμένο οπλάκι, από τα λίγα καλά των Ιταλών). Πήραμε ακόμα 10-12 πολυβόλα και αποθήκες άφθονα υλικά, 180 φορτώματα φορτηγά αυτοκίνητα. Σκοτωμένους Γερμανούς, τους λογαριάσαμε 200-250 και τις δυο μέρες. Και 10 αιχμάλωτοι. Νεκροί δικοί μας, 12 (οι 4 Αραχωβίτες). Πήραμε 17 φορτηγά αυτοκίνητα από τους Γερμανούς, μια κούρσα, ένα σα μεγάλο τζιπ και μια τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, ζηλεμένο, θηρίο πράμα. Πήραμε και τα 2 φορτηγά Φίατ των Ιταλών. Πήραμε 15-20 και παρα-πάνω σκηνές. Οι δυο-τρεις ήταν τεράστιες. Οι άλλες, τρία μέτρα επί τέσσερα, με κουνουπιέρες, παράθυρα ζελατίνες, πολύ χρήσιμα και γερά πράγματα κι αυτές. Στις αποθήκες των Ιταλών, και του πουλιού το γάλα (ο λόγος το λέει, αλλά για μας ήταν άφθονα και πολύτιμα όλα). Ζάχαρη και καφέ, τσουβάλια ολόκληρα. Αλλά ο καφές, ερζάτς (καφέ έπινες και καφέ επιθυμούσες)…….»

(Δ. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης)

                                         

         3. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ- ΘΡΗΝΟΣ

Απ’ τη μεριά των κατακτητών

Ο μεγαλύτερος  ύμνο για τη Μάχη της ‘’Σφάλας’’, προέρχεται από τον  Γερμανό Ναζί, αντιστράτηγο Χέρμαν Φράντς, στο βιβλίο του για την ιστορία του 18ου Συντάγματος Πολιτσάι, το οποίο ως Συνταγματάρχης, κατά την Κατοχή διοικούσε.

 

«…..Ήταν μια θαυμάσια ηλιόλουστη μέρα…Κάποιος διμοιρίτης ανέφερε τότε στο λοχαγό του, πως στα υψώματα κοντά στην Αράχωβα είχαν φανεί οι αντάρτες. Ο Κωχ το πήρε αψήφιστα, ήταν της γνώμης πως επρόκειτο για βοσκούς που φεύγουν. Ο υπολοχαγός Σαίφερ πρότεινε να πάρουν τον πιο σίγουρο δρόμο της Γραβιάς….δεν κατόρθωσε όμως να μεταπείσει το λοχαγό Κωχ…. Τρία χιλιόμετρα πιο πέρα, καθώς η φάλαγγα κουλουριαζόταν πάνω στο φιδωτό δρόμο, που ανεβαίνει προς την Αράχοβα, δέχτηκε από ψηλά τα πρώτα πυρά.

Σχεδόν αμέσως το τμήμα βρέθηκε σε ένα χαλάζι από πυρά πολυβόλων και όλμων…Οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες είχαν πέσει πάνω στα χωράφια…η κατάσταση για το λόχο το μεσημέρι γίνηκε απελπιστική. Από τα υψώματα ακούγονταν τώρα σαλπίσματα…η είδηση για την καταστροφή του τμήματος κρούσης, που ήλθε σε λίγο, βρήκε το λοχαγό Κωχ να κείτεται στο χώμα, βαριά πληγωμένος με τραύματα στην κοιλιά….Η ευθύνη ήλθε τώρα στον υπολοχαγό Σαίφερ, που πήρε τη διοίκηση του Λόχου, όταν λόχος δεν υπήρχε πλέον. Προς τις πρώτες απογευματινές ώρες, έγινε στο Σαίφερ, αντιληπτός ο κίνδυνος να αποκοπεί από κάθε δυνατότητα διαφυγής του αλλά ακριβώς τότε, ακούστηκε πάταγος από κάποια σύγκρουση προς το μέρος των Δελφών, που ξανάδωσε ελπίδα για ενισχύσεις. Πραγματικά ο διοικητής του ΙΙ/18 τάγματος, ταγματάρχης Τσίλκε, με τον 7ο Λόχο του λοχαγού Μάλτεν, τον 8ο λόχο του λοχαγού Καχούν και με μια ακόμη μονάδα του Συντάγματος υπό τον υπολοχαγό Σουγκ είχαν προωθηθεί για να βοηθήσουν τον 5ο Λόχο…. Ο υπολοχαγός Σαίφερ και οι γενναίοι άνδρες του είχαν αποκάμει… πάνω στην προσπάθεια να διασπάσουν τον κλοιό, ο Σαίφερ χτυπήθηκε στην κοιλιά και στο δεξί του χέρι… Μόνον 25 άντρες, σχεδόν όλοι τους χτυπημένοι, ξαναγύρισαν στην Άμφισσα σαν 5ος λόχος. Ο ταγματάρχης Τσίλκε ανέπτυξε τις δυνάμεις του πάνω από τους Δελφούς αλλά δεν μπόρεσε να διασπάσει την αντίσταση των ανταρτών. Γι αυτό στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου, εστάλησαν ενισχύσεις από το Ι/18 Τάγμα. Ο ενισχυμένος 1ος Λόχος με το λοχαγό Μπάουερ δοκίμασε να προωθηθεί από τη βορεινή κορυφογραμμή των Δελφών, για να υπερφαλαγγίσει το εχθρικό μέτωπο. Οι άλλες μονάδες του Συντάγματος, ενισχυμένες από βαριά όπλα πεζικού της Μεραρχίας Πολιτσάι (καταδρομών) τως Ες-Ες, προχώρησαν με επίμονο αγώνα από τους Δελφούς προς τα υψώματα της Αράχοβας, αλλά και πάλι δεν κατόρθωσαν να υπερνικήσουν τον αντίπαλο…….».                                            

Αποδοχή ήττας

Αυτή η μάχη είχε πάρει τέλος .

Αν και κατά την Τρίτη  μέρα δημιουργήθηκαν μικρής έκτασης αψιμαχίες, τίποτα το συνταρακτικό δεν συνέβη. 

Σποραδικά, έπεσαν λίγα βλήματα όλμων, ενώ κάποιοι  λεονταρισμοί των Γερμανών που εκδηλώθηκαν από αυτοκίνητα (κούρσες) που πηγαινοέρχονταν, από τους Δελφούς προς την μεριά της Αράχοβας, ανιχνεύοντας τις διαθέσεις των αμυνόμενων, κατάληξαν ατελέσφοροι.

Κάθε φορά που αυτά ξεμύταγαν από τις Φαιδριάδες, αναγκάζονταν να πισωγυρίσουν επειδή δέχονταν ένα χαλάζι από σφαίρες από την μεριά των μαχόμενων ανταρτών και πολιτών, εισπράττοντας για τα καλά την βεβαιότητα ότι οι φρουροί του τόπου ήταν άγρυπνοι. 

Οι Γερμανοί πλέον εγκατέλειψαν την περιοχή, αλλά σαφέστατα δεν παράτησαν τον πόλεμο! Δεν μπόρεσαν να χωνέψουν αυτό που έπαθαν αυτές τις δυό ημέρες και όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, ετοίμαζαν την αντεπίθεσή τους.

Οι Αραχοβίτες προς το παρόν  κατάφεραν να αποφύγουν τον κίνδυνο.

Γνώριζαν όμως ότι οι Γερμανοί σε καμία περίπτωση δεν ήταν σαν τους Ιταλούς των οποίων είχαν πάρει τον αέρα!

Εκείνο που δεν γνώριζαν  ήταν οι προσωπικές  διαταγές του Χίτλερ, με τις οποίες  είχε κηρυχτεί ολοκληρωτικός πόλεμος στους άτακτους.

Αποτέλεσμα αυτής της διαταγής ήταν ο καθορισμός της συλλογικής ευθύνης, ως  χιτλερικό μέτρο το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται από το Αύγουστο του 1943 :

« Αν ο αγώνας αυτός κατά των συμμοριών δεν διεξαχθεί με τα πιο ωμά  μέσα, τότε σε σύντομο διάστημα  δεν θα επαρκούν πια οι διαθέσιμες δυνάμεις για να αντιμετωπίσουν αυτή την πανούκλα. Γι’ αυτό ο  στρατός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση σ’ αυτόν τον αγώνα να χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμό, επίσης και κατά γυναικών και παιδιών, κάθε μέσο, αρκεί μόνο αυτό να οδηγεί σε επιτυχία »(Sekendorf).

Για τους Γερμανούς δεν υπήρχαν άμαχοι!

« Όλοι οι οπλισμένοι άντρες πρέπει κατά βάση να εκτελούνται επιτόπου. Χωριά όπου έχουν πέσει πυροβολισμοί ή όπου έχουν απαντηθεί ένοπλοι άντρες πρέπει να καταστρέφονται και ο αρσενικός πληθυσμός αυτών των χωριών να τουφεκίζεται » (Κέδρος).                           

Λυγμοί

                Το κυρίαρχο συναισθηματικό στοιχείο αυτής της νίκης, το οποίο επικράτησε τις επόμενες μέρες, συνταράσσοντας την μικρή τοπική κοινωνία, ήταν το πένθος και ο οδυρμός, ειδικά  για τους δέκα πεσόντες Αραχοβίτες/τισες και κυρίως τους  νέους.

Ο πόνος και η στενοχώρια  που διαχύθηκε σε ολόκληρη την κοινότητα, καταπλάκωσε τις καρδιές των πολιτών της, περιορίζοντας τα επινίκια.

Οι άνθρωποι που θυσιάζονται για την Πόλη, μέσα μας σίγουρα δεν πεθαίνουν ποτέ. Ζουν στις αναμνήσεις, ζουν στις ιστορίες, ζουν στα ποιήματα και τα τραγούδια, ζουν αποτυπωμένοι στα μάρμαρα και τους ανδριάντες, στις εικόνες και γενικότερα στις αναμνήσεις.

Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει για να σταματήσουν να ζουν αυτοί που έπεσαν για την πατρίδα. Να αρνηθούμε να τους μνημονεύουμε. Τότε αυτοί  πεθαίνουν δυο φορές.

Ο λαϊκός στιχουργός Δημήτριος Γιαννακόπουλος θρήνησε αυτούς τους θανάτους μ’ ένα εξαιρετικό φραγμέντο, το οποίο μέσα από την προφορική παράδοση σώθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Εν προκειμένω από την Αραχοβίτισα Ασπασία Αυγερίκου- Καλαφάτη (1925-2020)

 

Ποίημα

Μάχη της ‘‘Σφάλας’’

                                                                            Δ. Γιαννακόπουλος

Γιατί βογκάει ο Παρνασσός

και η Λιάκουρα μουγκρίζει

κι οι κουκουβάγιες κούρνιασαν,

κλαίει η φωνή του γκιώνη;

Μήπως η Μάννα στέρφεψε

και το νερό της Πάνιας;

 

Γιατί  ακούμε θλιβερά

τον ήχο της καμπάνας;

Ούτε η Μάννα στέρφεψε

Μηδέ της Πάνιας το νερό.

ΤΕΣΣΕΡΟΙ νέοι πέσανε

και βαρυγκωμάει η καμπάνα.

 

Τους Κοριταίους σκότωσαν

του Χίτλερ οι φυλάκοι.

Ένα παιδί του Κομματά

κι εκείνο του Τσακμάκι.

 

Αντάμα και η Στυλιανή

κυρά του Αγναντιώτη.

Τον γέρο Τσότρα πού ’φερνε

τα λαμπερά φουσέκια,

τον  Μήταλα που έριχνε

κι αυτός αστροπελέκια.

 

Ο Ελαιώνας γέμισε

Γερμανικά κουφάρια

και πίστεψαν οι άπιστοι

ποια είν’ τα παλικάρια.

 

ΜΗΝ κλαίτε μάνες τα παιδιά

και έχετε την Ελπίδα

Πως τα παιδιά σας έπεσαν

Για λεύτερη πατρίδα!

                                          

6. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

Επόμενες Μέρες!

Η Αράχοβα έμεινε ελεύθερη για ένα μήνα περίπου.

Ένα  μέρος των ανταρτών και των δύο Ταγμάτων,  άρχισε σιγά σιγά να αποσύρεται από την περιοχή.

Η προστασία του Χωριού πλέον αφέθηκε, ως επί το πλείστον, στους εφεδρικούς μαχητές της τοπικής κοινωνίας, σε όσους ντόπιους μπορούσαν και ήθελαν να κρατήσουν όπλο και στα τμήματα του ΕΛΑΣ που έμειναν στο Χωριό, οι οποίοι στρατοπέδευσαν στο Δημοτικό Σχολειό. 

Ναι μεν  η καθημερινότητα των ανθρώπων του Χωριού επανήλθε στην προηγούμενη ρουτίνα της, ο φόβος όμως των Γερμανών ήταν εκεί, παρών, και ζυμωνόταν με την περηφάνια, το σθένος και την ίδια τη ζωή  τους, μέρα την ημέρα.

           Οι φαμελιάριδες έλαβαν τα μέτρα τους. Εφοδίασαν κάθε μέλος της οικογένειάς τους από ένα ατομικό ταγάρι μέσα στο οποίο υπήρχαν τα απαραίτητα επιβίωσης σε ώρα έκτακτης ανάγκης.

Παράλληλα έκρυψαν τα πολύτιμα υπάρχοντά τους σε σημεία που δύσκολα θα τα έβρισκαν οι κατακτητές. Άνοιξαν κρύπτες σκάβοντας στα κατώγια και τα περβόλια και θάβοντας εκεί λάδι, κρασί, όσπρια, στάρι και άλλα τρόφιμα.

Μετέφεραν με τα μουλάρια τις προίκες των κοριτσιών στα υποστατικά τους στον ελαιώνα ή στα καλύβια του Λιβαδιού, ασφαλίζοντάς τες.

Δασκάλεψαν τα μεγαλύτερα παιδιά για την κατεύθυνση που θα έπαιρναν και τον προορισμό τους, όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα.

Φρόντισαν τα μουλάρια του κάθε σπιτιού να είναι  μόνιμα σε ετοιμότητα και σε εύκολα σημεία πρόσβασης.

Δεν είχαν άδικο! Οι Γερμανοί σχεδίαζαν την κατάληψη της Αράχοβας για να επανακτήσουν το χαμένο τους γόητρο, ύστερα από την ταπεινωτική ήττα των προηγούμενων ημερών.

Κατάληψη της Αράχοβας

            Στις 8  Οκτωβρίου 1943, ημέρα Παρασκευή, νύχτα ακόμα, ακούστηκαν πολυβολισμοί  απ’ την απέναντι πλευρά του Παρνασσού, στο ‘’Ξεροβούνι’’, ενώ οι τροχιοδεικτικές φωτοβολίδες που έπεφταν ήταν τόσες πολλές που ξημέρωσαν παράκαιρα τον τόπο!

Η Αράχοβα βρέθηκε και πάλι στο πόδι.

Βγήκαν όλοι στ’ αγνάντια και τους δρόμους για να δουν και να καταλάβουν τι συμβαίνει.

Δεν είχε φέξει  ακόμα όταν όλμοι ανάρια άρχισαν να πέφτουν στους γύρω λόφους, ενώ  από την μεριά των Δελφών κανονιοβολισμοί τράνταζαν τα βουνά, απαχάζοντας.

Σε λίγο από την πλευρά του Ζεμενού και από την πλευρά της ‘’Μάνας’’ ακούστηκαν πολυβόλα να κροταλίζουν και βλήματα να σκάνε παντού.

Η Πολιτεία  ήταν ζωσμένη από ένοπλες Γερμανικές δυνάμεις. Ο κόσμος  φόρτωσε τα μουλάρια και κίνησε να κρυφτεί διαβαίνοντας τα διάσελα μέσα από τα δυσκολοπάτητα μονοπάτια, είτε τον κατήφορο προς τον ελαιώνα προς τις σπηλιές και τις  κρυψώνες του, είτε κατά τα ‘’Καλύβια’’ και τον Παρνασσό.

Μια μυρμηγκιά ξεσπιτωμένων και  αλαφιασμένων ανθρώπων, τραβώντας τα ζώα τους και φορτωμένοι τα λίγα υπάρχοντά τους, προσπαθώντας να  κάνουν τα μικρά παιδιά να μην κλαίνε, σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Ελάχιστοι ανήμποροι ηλικιωμένοι έμειναν πίσω καρτερώντας το ριζικό τους.

Κυρίαρχο συναίσθημα ήταν ο φόβος, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον ενθουσιασμό, την αγωνιστικότητα και το  πατριωτικό φρόνημα των προηγούμενων ημερών.

Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της προστασίας των δικών του είχε κυριέψει κάθε οικογενειάρχη.  

Οι Γερμανοί συντονισμένα ανέβηκαν και από την βορινή μεριά των Δελφών, καταλαμβάνοντας την οχυρή θέση ‘’Κρόκι’’, απωθώντας τους Αντάρτες.

Ύστερα, από εκεί, προχώρησαν κατά μήκος της κορυφογραμμής προς τον ‘’ Σταυρό’’, πάνω ακριβώς από την Αράχοβα, πολιορκώντας την έτσι κι από τον Βοριά.

Οι αντάρτες καθώς και οι οπλισμένοι ντόπιοι, ανταπέδωσαν τα πυρά στην αρχή, αλλά μόλις αντιλήφθηκαν την υπεροπλία σε άνδρες και μέσα των Γερμανών, αποσύρθηκαν στο βάθος του Παρνασσού.

« Οι αντάρται μάχονται μόνον όταν αι τακτικαί συνθήκαι εξασφαλίζουν την φθοράν του εχθρού, άνευ ή δια μηδαμινών απωλειών του μαχόμενου ανταρτικού τμήματος, εν συγκρίσει προς τας τοιαύτας του αντιπάλου. Ευθύς ως εκλείψουν αι ευνοϊκαί αύται συνθήκαι, διακόπτουν την μάχην »

ΓΕΣ/3ον ΕΓ, Ανταρτοπόλεμος.

            Τα γερμανικά όπλα ‘‘έβαζαν’’ πλέον από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα : Δελφούς, ‘‘Σταυρό’’, ‘‘Σκλιβνίτσα’’, ‘‘Καρούτια’’ και ‘‘Μάνα’’ ( είχαν περάσει εκεί από την μεριά της Δαύλειας, από τον δρόμο  του ‘‘Μουστάμπεη’’).

Αχολογούσε  ο τόπος από τους κανονιοβολισμούς και τον ήχο των πολυβόλων.

Στο δρόμο τους τα Γερμανικά τμήματα, κατά την επέλασή τους από την νότια πλευρά προς τη Αράχοβα, σκότωσαν τους ντόπιους κατοίκους, Ισίδωρο Μαντά στην περιοχή  ‘‘Κ’μαριάς’’ και τον Γεώργιο Οικονομάκη, 17ων ετών,  στον ελαιώνα στη θέση ‘‘Μοσχονοβός’’.

Μέχρι το μεσημέρι είχαν καταλάβει την Αράχοβα, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, την οποία και λεηλάτησαν.

Δεν άφησαν κανένα σπίτι, πλην ελαχίστων, χωρίς να το ψάξουν και στη συνέχεια να το διαγουμίσουν.

Πήραν οτιδήποτε τους ήταν χρήσιμο και τα υπόλοιπα αντικείμενα των σπιτιών τα πέταξαν στους δρόμους.

Έβαλαν φωτιά και έκαψαν, στοχευμένα, ύστερα από πληροφορίες που είχαν, πολλές από τις οποίες ήταν εκ του πονηρού, προερχόμενες από  πολιτικές αντιπαλότητες, ή από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, πολλά Αραχοβίτικα σπίτια, πάνω από τριάντα τον αριθμό, δίχως να νοιάζονται αν θα καίγονταν και κάποια διπλανά, ακόμα και ολόκληρο το χωριό.

Έκαψαν επίσης και πολλά από τα μαγαζιά και τις επιχειρήσεις της αγοράς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου.

Ανέβηκαν ύστερα στο Λιβάδι και έβαλαν φωτιά, για δεύτερη φορά, στα Καλύβια! (τα είχαν επίσης κάψει και οι Ιταλοί στην αρχή της ίδιας χρονιάς). Απέφυγαν όμως να προχωρήσουν προς το βάθος του Παρνασσού, διότι γνώριζαν ότι εκεί ήταν οχυρωμένοι αντάρτες.

Δυο μέρες  μπαινόβγαιναν  στα σπίτια των μαχαλάδων του Χωριού, διαγουμίζοντας και καταστρέφοντας, χωρίς όμως, παραδόξως,  να πειράξουν όσους  ανθρώπους έβρισκαν στο δρόμο τους.

Την τρίτη ημέρα έστειλαν Αραχοβίτες γέροντες προς τις μεριές που κρύβονταν οι φαμελιές,  στον ελαιώνα και στο βουνό, για να τις προσκαλέσουν να επιστρέψουν στο χωριό, υποσχόμενοι ότι δεν θα πειράξουν κανέναν, αλλά ταυτόχρονα απειλώντας τους ότι όσοι δεν γύριζαν πίσω θα τους αντιμετώπιζαν ως μάχιμους εχθρούς.

Όσοι ανταποκρίθηκαν στο τελεσίγραφο, βρήκαν ένα χωριό αναστατωμένο σε πλήρη αποδιοργάνωση και σε κακά χάλια. Βάλθηκαν να πλένουν και να καθαρίζουν, σπίτια και δρόμους, γλείφοντας ταυτόχρονα αδιαμαρτύρητα τις πληγές τους.

Από αυτή την ημέρα και μετά οι Γερμανοί εγκατέλειπαν την Αράχοβα αλλά επανέρχονταν συνεχώς σε αυτήν, στρατοπεδεύοντανς  κάθε φορά που επέστρεφαν στο Δημοτικό Σχολείο και την πλατεία Λάκκα, την οποία είχαν οχυρώσει, αφού είχαν επιτάξει μερικά από τα κεντρικά σπίτια και αφού,προληπτικά, έβγαζαν φυλάκια ελέγχου στον Αφανό  και την Κ’μούλα. Η συμπεριφορά τους προς τους κατοίκους ήταν βίαιη και εκφοβιστική, προσπαθώντας με την τρομοκρατία να καταστείλουν οποιαδήποτε μορφή αντίστασης ήθελε εκδηλωθεί. 

Η ποιο ακραία συμπεριφορά τους χαρακτηρίστηκε εκείνη κατά την οποία, ξαφνικά και αυθαίρετα,  συνέλαβαν εκατόν τριάντα έξη Αραχοβίτες ομήρους,  αρκετούς στοχευμένα και όχι στην τύχη, ιδιαίτερα όσους είχαν  λάβει μέρος στη μάχη,  τους  οποίους  έστειλαν στη Θήβα, στο εκεί στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, για να εκτελούν διάφορες εργασίες, αλλά και για να τους χρησιμοποιούν ως ανθρώπινη ασπίδα στα τρένα της γραμμής Θεσσαλονίκη –Λάρισα-Αθήνα, από τον φόβο των δολιοφθορών εκ μέρους των αντάρτικων ομάδων. Μερικοί από αυτούς εξαφανίστηκαν  χωρίς να δώσουν κανένα σημείο ζωής. Όπως  ο γιατρός Γεώργιος Μαριανός, ο Δημήτριος Μπόκας, ο Γεώργιος Σιμαρέσης, Ιωάννης Φώτης και ο Δημήτριος Παπαδήμος . 

            Επί ενάμιση  μήνα η Αράχοβα και οι πολίτες της έζησαν την Γερμανική τρομοκρατία,  τους εξευτελισμούς, τους προπηλακισμούς και την  κατοχική μπότα των.

Στο ίδιο διάστημα οι Γερμανοί επισκεύασαν την ανατιναγμένη γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’, χρησιμοποιώντας επιστρατευμένους  τεχνίτες και εργάτες από την Αράχοβα και τα γύρω χωριά.

Στις 21 Νοεμβρίου του 1943 έφυγαν, αφήνοντας τους ντόπιους στην ησυχία τους. Εκείνοι, σ’ αυτό το διάστημα  προσπάθησαν  να επουλώσουν της πληγές τους και να κλάψουν τους νεκρούς τους.

Όμως και πάλι, αυτή η απουσία των Γερμανών ήταν προσωρινή. Θα επέστρεφαν σε τέσσερις μήνες περίπου, στις αρχές της επόμενης χρονιάς, και θα παρέμεναν στην Αράχοβα για να σπείρουν τον τρόμο και να διχάσουν την κοινωνία της Αράχοβας.

Από τις αρχές του 1944 τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Η Εθνική  Αντίσταση θέριευε και ταυτόχρονα τα εκδικητικά αντίποινα των Γερμανών γίνονταν συνεχώς σκληρότερα. Οι εκτελέσεις αιχμαλώτων πολιτών, αμάχων, ακόμα και παιδιών, ήταν καθημερινή.

Οι θηριωδίες των Γερμανών  ήταν πέρα και πάνω από τον ανθρώπινο νου!

Όσο το λαβωμένο θηρίο του Ναζισμού ζούσε τις τελευταίες μέρες του, τόσο πιο επικίνδυνο και μοχθηρό γινόταν.  

             Τελειώνοντας, θα ήθελα να δώσω τον λόγο  στην  νεαρή τότε, Αραχοβίτισα Ασπασία Αυγερίκου, να κλείσει  αυτό το σημείωμα, περιγράφοντας, με την απλότητα της ηλικίας της, τις ζοφερές μέρες της κατάληψης, από τους Γερμανούς, της Αράχοβας.

 

«…..Στις 2 η ώρα ειδοποιεί το τηλέφωνο πως οι Γερμανοί έχουν κινήσει, τότε αμέσως αναστατώνεται όλος ο κόσμος. Σηκώνομαι κι εγώ, βρίσκω τις φίλες μου και πήγαμε στον Αφανό. Εκεί ήταν όλο το χωριό, γιατί στη ‘’Σκλιβνίτσα’’ ακουγόταν πολυβόλο και στη ‘’Μάνα’’ και δεν ξέραμε τι γινόταν. Τα είχαμε χάσει.

Όταν χάραξε, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, άλλος για το Λιβάδι και άλλος για τις ελιές. Εμείς είχαμε έτοιμα τα πράγματα και καθόμαστε μέχρι την τελευταία στιγμή να ιδούμε τι θα γίνει. 

Κατά τις 10 το πρωί έρχεται σύνδεσμος και λέει πως έσπασαν τα μέτωπα και η Γερμανική δύναμη είναι μεγάλη.

Τότε αμέσως παίρνω ένα δέμα ρούχα και φεύγω με την οικογένεια Καραθανάση και την Δεμερτζή  που περνούσαν εκείνη τη στιγμή  απέξω από το σπίτι μας. Βάζω τα ρούχα απάνω στο μουλάρι και στα χέρια πηγαίναμε το ράδιο, μαζί με την Γιούλα γιατί δεν πρόκαμα να το κρύψω.  Προχωρώντας φτάνουμε στο ‘’Πρόντολο’’ στη ράχη, ξεφορτώνουμε    και καθίσαμε να φάμε. Μόλις τελειώσαμε βλέπουμε αυτοκίνητα στο Μουσείο. Προχωράει  μια κούρσα και της επιτίθονται οι αντάρτες .Ήταν στο’’Κρόκι’’ . Τότε βάζουν και από  το ‘’Σταυρό’’ με βαρύ πολυβόλο, βούιζαν τα βουνά από τέσσερις πάντες του χωριού. Επίθεση από ‘’Σκληβνίτσα’’ από τη ‘’Στενή΄΄, από την ‘’Μάνα’’ και από τον ‘’Σταυρό’’.

Τότε φεύγουμε από εκεί και πάμε στο ‘’Γοσκιόρεμα’’. Εκεί ήταν η Δεμερτζίνα η Παναγιού και ανεβήκαμε στου Πασχάλη την σπηλιά.

Εκεί καθίσαμε 1 μέρα και την άλλη έστειλαν οι Γερμανοί το γέρο Μανιάτη με λευκή σημαία να ειδοποιήσει τον κόσμο, να μαζευτεί στο χωριό, γιατί από την άλλη μέρα όποιον έβλεπαν έξω θα τον σκότωναν.

Τότε αμέσως κατεβαίνουμε στο  ρέμα , φορτώνουμε τα  μουλάρια και ξεκινάμε για το χωριό.

Όταν φτάσαμε βλέπουμε τον τόπο γεμάτο φτερά από κότες, τομάρια από κουνέλια, είχε βρωμίσει το χωριό. Βλέπω και στη ‘’Λάκκα’’ τραπεζαρίες, μαξιλάρια, καρέκλες, και άλλα πολλά πράγματα. Είχαν γεμίσει οι δρόμοι, λεηλάτησαν όλο το χωριό. Κανένα σπίτι δεν άφησαν άθικτο, από όλα πήραν και στο τέλος έκαψαν και 36 σπίτια και το απόγευμα έφυγαν και έτσι   μείναμε λίγο ελεύθεροι.

Από λίγες ημέρες ξανάρχονται και πιάνουν 136 Αραχωβίτες, τους φυλακίζουν στην Θήβα και αυτοί έφτιαξαν  την γέφυρα ‘’Τούμπρη’’, που την είχαν ανατινάξει  οι αντάρτες και στις 21 Νοεμβρίου του 1943 φεύγουν και έτσι μείναμε ελεύθεροι……».

( ‘’ημερολόγιο πολέμου’’  Ασπασίας Αυγερίκου    1925-2020)

Τα ονόματα των πεσόντων και τις δύο ημέρες στην μάχη της Αράχοβας  (‘’Σφάλας- Κρόκι’’)

1.     Χρήστος Κατσούλης ετών 29 (Στείρι). Αρχηγός μαχητικής ομάδας Στειρίου.

2.     Χαράλαμπος Παππάς (Δεσφίνα) Αρχηγός μαχητικής ομάδας Δεσφίνας

3.     Χρήστος Κρεμμύδας (Δεσφίνα)

4.     Μήτσος Μακρής (Χρισσό)

5.     Πέτρος Χώος ή Κώχας (Κίρρα)

6.     Μιχαήλ Αντωνόπουλος

7.     Στάθης Κορίτος του Ιωάννου ετών 26(Αράχοβα)

8.     Γιώργος Κορίτος –Καραΐσκος του Κωσταντίνου ετών 33 (Αράχοβα)

9.     Θύμιος Μύταλας του Δημητρίου ετών 48(Αράχοβα)

10.  Γιάννης Τσότρας του Ζαχαρία ετών 50 (Αράχοβα)

11.  Στυλιανή Αγναντιώτη, ετών 50 (Αράχοβα)

12.  Λουκάς Κομματάς ή Γερακάρας του Κωσταντίνου,

        ετών 26(Αράχοβα)

13.  Θανάσης Βασιλιάς ή Τσακμάκης του Ευσταθίου,

        ετών 19(Αράχοβα)

14.  Στυλιανή Ανδρίτσου του Λουκά, ετών 45 (Αράχοβα)

15.  Κώστας Γιαννέλος του Γεωργίου, ετών 20 (Αράχοβα)

16.  Ιωάννης Ασημάκης του Νικολάου, ετών 40 (Αράχοβα)

17.   

Μικρές Βιογραφίες

1. Δημήτριος Δημητρίου  ‘‘Νικηφόρος’’

Ανθυπίλαρχος Δημήτριος Δημητρίου, διοικητής Ι/36 Τάγματος Παρνασσίδας


Ο Δημήτριος Δημητρίου, γεννήθηκε στην απάνω Αγόριανη του Παρνασσού το 1921. Ήταν ο πρωτότοκος  από τα έξι  παιδιά του Δάσκαλου Νίκου Δημητρίου και της Μάρθας Κοντού. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από το 1938 μέχρι την κήρυξη του πολέμου το 1940.
Ορκίστηκε ανθυπίλαρχος και πολέμησε στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως διοικητής διμοιρίας βαρέων πολυβόλων στο 193ο μηχανοκίνητο Σύνταγμα, εναντίων των Γερμανών. Στο πεδίο της μάχης αγωνίστηκε μέχρι την συνθηκολόγηση και ανδραγάθησε, δικαιούμενος το μετάλλιο ανδρείας, όπως και προτάθηκε.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε στο χωριό του, αλλά δεν έμεινε ήσυχος. Πνεύμα ελεύθερο και δραστήριο όπως ήταν ανέβηκε οπλισμένος αμέσως στο βουνό,  με σκοπό να αντισταθεί εναντίων των κατακτητών.
Είναι ο πρώτος μόνιμος αξιωματικός που εντάχτηκε στον ΕΛΑΣ, την σημαντικότερη αντιστασιακή οργάνωση της εποχής, με το  ψευδώνυμο ‘‘ Νικηφόρος’’ .
Ήταν ατρόμητος πολεμιστής, άριστος ιππέας και γεννημένος ηγέτης.
Παρά το  νεαρό της ηλικίας του κατάφερε, συνδυάζοντας  το θάρρος, την τόλμη και τη σύνεση, να δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα πατριωτισμού, αυτοθυσίας και αποτελεσματικότητας, που τον οδήγησε σε σπουδαία στρατιωτικά επιτεύγματα και αξιοσημείωτες πράξεις ηρωισμού.
Πήρε μέρος σε δεκάδες μάχες εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών, ενώ στην μάχη για την κατάρριψη της γέφυρας του Γοργοπόταμου μεγαλούργησε, ηγούμενος της εφεδρικής ομάδας  κατά την θυελλώδη αντεπίθεση που καθόρισε το αποτέλεσμα της τελικής νίκης.
Έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο ‘’ο Εθνικός μας Εύελπις’’ 

2. Χαράλαμπος Μώκος (Καλλίας)


Έγινε γνωστός στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης με το ψευδώνυμο ‘‘Καλλίας’’, λόγω της αγγελικής και ευγενικής του εμφάνισης. 
Όσοι τον γνώρισαν τον περιέγραφαν ως μια εξαιρετικά, ιπποτική, καλόγνωμη, διαλλακτική και καλοσυνάτη φυσιογνωμία.
Γεννήθηκε το 1920 στο  ορεινό χωριό Μαυρολιθάρι Φωκίδας (τότε Φθιώτιδας) και ήταν γιος του Χρήστου Μώκου.
Υπηρέτησε την Πατρίδα του ως μόνιμος Ανθυπολοχαγός Πεζικού του Ελληνικού Στρατού.
Ανήκε στην τάξη του 1940 Β της Σχολής Ευελπίδων, της θρυλικής τάξης των ‘‘πρωτοετών’’ οι οποίοι με την έναρξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940  ονομάστηκαν εσπευσμένα Ανθυπολοχαγοί για να στελεχώσουν τις μονάδες της πρώτης γραμμής στο Αλβανικό Μέτωπο.
Στην Εθνική Αντίσταση υπηρέτησε ως διοικητής του 1ου Λόχου του Ι/36 Τάγματος Παρνασσίδος του ΕΛΑΣ.
Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και σαμποτάζ, όπως αυτές της Παύλιανης , στα Δερβενοχώρια και της Αράχοβας, αλλά και στο περιβόητο σαμποτάζ της Αμφίκλειας.
Αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πλέον συνετούς, αποτελεσματικούς , ψύχραιμους και πράους αξιωματικούς ηγέτες των αντάρτικων τμημάτων.
Έχασε την ζωή του στις 5 Ιανουαρίου 1944, σε ενέδρα ορεινών Γερμανών καταδρομέων, μαζί με άλλους  τριάντα συμπολεμιστές του,στη φονική μάχη της Αγίας Τριάδας Καλοσκοπής Φωκίδας.
Σήμερα η χάλκινη προτομή του δεσπόζει στην πλατεία της γενέτειράς του, στο Μαυρολιθάρι, κρατώντας ζωντανή την μνήμη της θυσίας του. 

3. Νίκος Καλοπήτας

Καταγόταν απο το Χρισσό Φωκίδας. Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και του ΕΛΑΣ, συμμετέχοντας ενεργά  στον απελευθερωτικό αγώνα του Ελληνικού Λαού. Υπηρέτησε ως καπετάνιος του 9ου Λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα του ΕΛΑΣ. Το τάγμα αυτό έδρασε στην ευρύτερη περιοχή της Ρούμελης, του Ελικώνα, της Βοιωτίας  και της Φωκίδας, λαμβάνοντας μέρος σε επιχειρήσεις εναντίων των Γερμανικών και των Ιταλικών κατοχικών δυνάμεων, καθώς και των συνεργατών τους.
Ως καπετάνιος λόχου είχε σημαντική ευθύνη για την οργάνωση,, την καθοδήγηση και το ηθικό των ανταρτών της μονάδας του. Η δράση του συνδέθηκε με τον αγώνα για την Ελευθερία, την Εθνική Ανεξαρτησία και την υπεράσπιση των κατοίκων της περιοχής κατά τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Μετά τον πόλεμο παρέμεινε συνδεδεμένος με την Ιστορική μνήμη της Αντίστασης και των αγωνιστών του τόπου του. Το 1997 συνέβαλε στη δημοσιοποίηση στοιχείων για τους πεσόντες αγωνιστές του Χρισσού Φωκίδας, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη  της προσφοράς και των θυσιών τους. Η ζωή και η δράση του αποτελούν μέρος της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης στην Ανατολική Στερεά και της συμβολής των κατοίκων της Φωκίδας στον αγώνα για την απελευθέρωση της Χώρας.

 

4. Γεώργιος Αυγερίκος ‘‘Νικήτας’’


Γεννήθηκε στην Αράχοβα κατά την ανατολή του εικοστού αιώνα.

Ήταν ο νεότερος από τα τέσσερα παιδιά της  αγροτικής οικογένειας του Πλούταρχου και της Ευσταθίας Αυγερίκου. Μεγάλωσε στο χωριό όπου και έμαθε τα πρώτα του γράμματα, χωρίς όμως να τελειώσει το σχολείο.

Ανήσυχο πνεύμα όπως ήταν, ξενιτεύτηκε στην Αθήνα κατά την εφηβεία του, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όπου και εργάστηκε στον πρωτογενή τομέα ασκώντας το επάγγελμα του βυρσοδέψη. 

Παντρεύτηκε την Αραχοβίτισα Βασιλική Σύρου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, διαμένοντας στα Πετράλωνα Αθηνών.

Η γυναίκα του πέθανε πριν τον πόλεμο. Ο θάνατός της ήταν η αιτία, λόγω των δύσκολων συνθηκών της εποχής, αλλά και των δυσχερειών που αντιμετώπιζε κατά την ανατροφή των παιδιά του, να τα πάρει και να επιστρέψει στην πατρογονική γη, ζητώντας την βοήθεια των δικών του. 

Όταν κηρύχτηκε ο Ιταλικός πόλεμος υπηρέτησε στο Αλβανικό μέτωπο ως λοχίας και στη συνέχεια προήχθη σε έφεδρο ανθυπολοχαγό επ’ ανδραγαθία.

Αμέσως μετά  την συνθηκολόγηση επέστρεψε, μαζί με άλλους συμπατριώτες του,  με τα πόδια στην Αράχοβα, διατηρώντας με χίλιες προφυλάξεις και άλλους τόσους κινδύνους τον ατομικό του οπλισμό.

Ήταν από τους πρώτους ένοπλους που βγήκαν στο βουνό για να αντισταθούν στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές.

Υπηρέτησε στο  ΙΙΙ/34 τάγμα  Ελικώνα του ΕΛΑΣ,  με το ψευδώνυμο ‘‘Νικήτας’’ μέχρι και την απελευθέρωση, λαμβάνοντας μέρος σε πάρα πολλές μάχες, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, προαχθείς αργότερα σε λοχαγό.

Ο Γιώργος Αυγερίκος εκείνη την εποχή δεν ήταν νεαρός, ήταν ένας ώριμος άντρας πάνω από σαράντα ετών, με τρία παιδιά και υποχρεώσεις ζωής απέναντί τους. Παρόλο που υπήρξε άνθρωπος χαμηλών τόνων, οργανωτικός, εύστροφος και οξυδερκής, δεν υπήρξε ποτέ  φυγόπονος. Απεναντίας μέσα του επικράτησε  το έμφυτο αυξημένο αίσθημα της θυσίας για την Πατρίδα, για την αγάπη της οποίας  παραμέλησε ακόμα και αυτή την πατρική παρουσία στα παιδιά του, την ανατροφή των οποίων, όσο αυτός πολεμούσε, είχαν αναλάβει οι συγγενείς του.  Αγωνίστηκε για την Πατρίδα του ανιδιοτελώς, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταμοιβή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν οι Ιταλοί κατείχαν την Αράχοβα, τ’ αδέρφια του πέρασαν δύσκολη χρονιά από τις συνεχείς οχλήσεις του Ιταλού ‘’Φράνκο’’, ο οποίος ασκούσε πάνω τους συνεχείς πιέσεις ώστε να δώσουν πληροφορίες για την σύλληψή του. 

Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα ύστερα από πολύχρονη ασθένεια, κληρονομιά των κακουχιών του πολέμου αλλά και της ζωής.

  

5. Μέλτος Παπαθανασίου ‘‘Χουαρέζ’’

6. Νίκος Γιαννέτσος ‘‘Τηλέμαχος’’

7. Στάθης Κορίτος

8. Γιώργος Κορίτος

 

9. Λουκάς Κομματάς

   Ο Λουκάς Κομματάς  γεννήθηκε στην Αράχοβα το 1918. Ήταν ο πρωτότοκος γιος  του Κωνσταντίνου και της Στυλιανής Κομματά, οικογένειας κτηνοτρόφων. Από μικρό παιδί μπήκε στη βιοπάλη βοηθώντας τον πατέρα του σε όλες τις δουλειές, είτε στο κοπάδι, είτε στα κτήματα.

Μεγαλώνοντας εξελίχτηκε σε νεαρό άντρα με  ευρωστία διάπλασης και ρώμης. Ήταν ψηλός και όμορφος εκ φύσεως, αλλά και γυμνασμένος από την συνεχή κίνηση και εργασία στα κτήματα και στις ανάγκες φύλαξης του κοπαδιού της οικογένειας.

Η σωματική του ανάπτυξη ήταν πολύ πάνω από τα δεδομένα των υπόλοιπων νέων, όχι μόνον της ηλικίας του, αλλά και των μεγαλύτερων.

Τεράστιες πλάτες, μακριά χέρια , μεγάλες παλάμες και υπερβολική δύναμη, συνέθεταν ένα σμιλεμένο κορμί το οποίο στήριζε ένα πανέμορφο κεφάλι πλαισιωμένο από σγουρά μαύρα μαλλιά. 

Ήταν κληρωτός το 1938. Λαμβάνοντας τη βασική εκπαίδευση σε στρατόπεδο της Θήβας, ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στα βουνά της Ηπείρου  αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940.

Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή στο παγωμένο Αλβανικό μέτωπο, μέσα στα χιόνια και τις λάσπες, υπηρετώντας στην θρυλική VIII (8η) Μεραρχία Πεζικού υπό τις διαταγές του  Υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου.

Ψημένος από την μέχρι τότε σκληρή ζωή του στο χωριό, έδειξε  απαράμιλλο θάρρος κατά την προσπάθεια διατήρησης της γραμμής άμυνας στο Καλπάκι, απέναντι στην επίλεκτη Ιταλική μεραρχία τεθωρακισμένων ‘’Κένταυρος’’,  την οποία και απώθησαν με μεγάλη επιτυχία.

Ιδιαίτερα στην μάχη της Γκραμπάλας, κατά την ανακατάληψη αυτού του υψώματος, ανδραγάθησε πολλαπλώς, κερδίζοντας τον σεβασμό των συμπολεμιστών του.

Η σωματική του διάπλαση και η ψυχραιμία του τον έκαναν στήριγμα για τους γύρω του σ΄ αυτές τις κρίσιμες ώρες.

Όταν επέστρεψε στην Αράχοβα, μετά από πολλές κακουχίες, έλλειψη τροφής, ποδαρόδρομο, ψυχική και σωματική καταπόνηση, αλλά  και από την παντελή απουσία καθαριότητας, χωρίς να ξεκουραστεί καθόλου άρχισε αμέσως  τη δουλειά που γνώριζε από παιδί, βόσκοντας τα πρόβατά του στις πλαγιές του Παρνασσού και τον ελαιώνα.

Μετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών, έδωσε το παρών,όπως και οι άλλοι συντοπίτες του συμμαχητές, αφού πρώτα αρματώθηκε με τα απαλλοτριωμένα όπλα του Ιταλικού λόχου, στη σημαντική αναμέτρηση με τους Γερμανούς στην περιοχή.

Την πρώτη ημέρα της μάχη πολέμησε στην περιοχή της Αράχοβας στη θέση ‘‘Σφάλα’’  και τη δεύτερη μέρα τάχτηκε να υπερασπιστεί την περιοχή ‘’Κρόκι’’ ενταγμένος, μαζί με άλλους συχωριανούς του, στην ομάδα του Ι. Ασημάκη.

Εκεί συνάντησε την μοίρα του, διότι το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα, από ένα θραύσμα κανονιού, το οποίο ήρθε από πολύ μακρυά (λέγετε ότι εκτοξεύτηκε από πλοίο ευρισκόμενο στην Ιτέα), πάνω στην ακμή της νιότης  του.

Θυσιάστηκε για την πατρίδα, σβήνοντας όρθιος.

Τον μετέφεραν στην Αράχοβα ακουμπισμένο στο σαμάρι ενός μουλαριού, τα δε χέρια του  που αιωρούνταν, επειδή ήταν μεγαλόσωμος, ακουμπούσαν σχεδόν στο έδαφος.

Την επομένη κηδεύτηκε με τις ανάλογες τιμές.

Ας είναι αιωνία  η μνήμη του.

 

10. Θανάσης Βασιλιάς

11. Γιάννης Τσότρας

12. Θύμιος Μήταλας

13. Ιωάννης Ασημάκης

14 Κώστας Γιαννέλος

15. Στυλιανή Ανδρίτσου

15. Στυλιανή Αγναντιώτη

 

17. Χρήστος Κατσούλης, του Γεωργίου και της  Ασήμως.

Γεννήθηκε στο Στείρι Βοιωτίας το έτος 1914 από γονείς κτηνοτρόφους. Ακολουθώντας από παιδί το επάγγελμα των γονιών του, παρέμεινε στο χωριό του οργώνοντας τον Παρνασσό και τον Ελικώνα με το κοπάδι του, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη ζωή των ποιμένων της περιοχής. 

Πολέμησε στην πρώτη γραμμή στο Αλβανικό μέτωπο, ως μάχιμος τυφεκιοφόρος και όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, μετά την συνθηκολόγηση,  παντρεύτηκε την συγχωριανή του Άννα Κουσκούκη.

Ήταν  θαρραλέος άντρας, μετρίου αναστήματος, χειροδύναμος και ψημένος στις κακουχίες.  Με γρήγορη σκέψη και έμφυτη αποφασιστικότητα, είχε μέσα του αυξημένο το  αίσθημα της φιλοπατρίας. Εμπειροπόλεμος και ανήσυχος, όπως τον περιγράφουν οι συχωριανοί του, βγήκε από τους πρώτους στο βουνό  για  να πολεμήσει τους κατακτητές, ακολουθώντας τους ντόπιους αντάρτες.

Γρήγορα όμως οι οικογενειακές του υποχρεώσεις (η γυναίκα του ήταν έγκυος), τον ανάγκασαν να επιστρέψει στο χωριό. Αργότερα εντάχτηκε στην τοπική μαχητική ομάδα του εφεδρικού ΕΛΑΣ στην οποία, μετά από λίγο καιρό λόγω της μαχητικής του πληρότητας κρίθηκε από τους ντόπιους ικανός να καταλάβει τη θέση του αρχηγού, την οποία και τίμησε μέχρι το τέλος.

Σκοτώθηκε στη μάχη της Αράχοβας στις 10/09/1943 κατά την οποία πολέμησε με ανδρεία και στήθος. Μια ριπή μυδράλιου  του έκοψε το νήμα της ζωής αφού προηγουμένως είχε προλάβει να σκοτώσει αρκετούς Γερμανούς, σύμφωνα με μαρτυρίες συμπολεμιστών του, πολεμώντας ακόμα και σώμα με σώμα. Λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, συγκεκριμένα στις 21/09/43 ήρθε στη ζωή η κόρη του, που πήρε το όνομά του, την είπαν Χριστίνα. Φυσικά δεν πρόλαβε να την δει, ενώ εκείνη τον γνώρισε μέσα από τις φωτογραφίες και τις διηγήσεις συγγενών, φίλων και συχωριανών.

   

18. Χαράλαμπος Παππάς (Δεσφίνα) Αρχηγός μαχητικής

      ομάδας Δεσφίνας

19. Χρήστος Κρεμμύδας (Δεσφίνα)

20. Μήτσος Μακρής (Χρισσό)

21. Πέτρος Χώος ή Κώχας (Κίρρα)

22. Μιχαήλ Αντωνόπουλος

 

                                          ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                    

Βιβλιογραφία –Πηγές

1.     ‘’Περιπέτεια Πολέμου’’- Ημερολόγιο, της Αραχοβίτισας Ασπασίας Αυγερίκου, θυγατέρας Παναγιώτη  και της Ευσταθίας το γένος Ντζεμέ.

2.     Σχεδιαγράμματα της μάχης, φτιαγμένα την ίδια εποχή από τον αυτόπτη μάρτυρα, Ιωάννη Καλμαντή (Νταλίπη)

3.     Μαρτυρίες Αραχοβιτών/τριών, κατοίκων Στειρίου και Δεσφίνας που έζησαν τα γεγονότα, αλλά και επιγόνων οι οποίοι διέσωσαν μαρτυρίες αυτοπτών.

4.     Αράχωβα- Εικόνες & μνήμες του χτες- Βιβλίο του Τάκη Μυλωνά.

5.     Μάχη Αράχωβας, 9-10/9/1943, Δημήτρη Ν. Δημητρίου - Νικηφόρου "Αντάρτης στα Βουνά της Ρούμελης" (τρίτομο), σελ. 454-502, Τόμος Β΄

6.     Ιστορία της Αντίστασης 1940-1945, Τόμος 2, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1979.

7.     ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ , Η ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, της ΕΡΤ1. Μιλούν πρωταγωνιστές της μάχης. Από το αρχείο της ΕΡΤ:http://archive.ert.gr/23051/

8.     ‘‘Η Ιστορία του 18ου  Συντάγματος Polizei’’. Του αντιστράτηγου Herman  Franz (Συνταγματάρχης, κατά την Κατοχή όταν ήταν διοικητής του).

9.     ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: Μάχη της Αράχωβας (1943) https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%AC%CF%87%CF%89%CE%B2%CE%B1%CF%82_(1943)

10.  ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ   Δημήτρης Δημητρίου (Νικηφόρος)

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85_(%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82)

11.  Γιώργος Παρνασιώτης https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0xJPD32gTgJbrEYc42SCnEwkBm2pQqmKDpjFb7UbVcbZcAUWeuQNEyBptq3VyVQ7Al&id=100076466527679

12.  ΑΡΗΣ ΟΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΑΤΑΚΤΩΝ –Διονύσης Χαριτόπουλος

13.  ΟΙ ΑΤΑΚΤΟΙ - Διονύσης Χαριτόπουλος

14.  ΓΕΣ/3ΟΝ ΕΓ, Ανταρτοπόλεμος, Στρατωτικόν Τυπογραφείον.

15.  Κέδρος Αντρέας. Η Ελληνική Αντίσταση 1940-44. ΘΕΜΕΛΙΟ

16.  ΑΡΑΧΟΒΑ ΤΟΠΟΝΥΜΙΟΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ –Στάθη Ασημάκη

17.  Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΩΚΙΔΑ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ -Γεωργίου             

      Γάτου

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΌΛΟΓΟΣ

1.   Ιστορικά δεδομένα- ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ

Συνθηκολόγηση, Η Αράχοβα τις πρώτες μέρες της κατοχής, Πρώτος χρόνος - Ανασυγκρότηση,  Οι Ιταλοί ‘‘Κατακτούν’’ την Αράχοβα, Διελκυστίνδα..

2.    ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΙΤΑΛΙΑΣ  - ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Συνθηκολόγηση Ιταλίας, Διαπραγματεύσεις, Γεώργιος Αυγερίκος -‘‘Νικήτας’’, Συνέχεια διαπραγματεύσεων Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 1943  Παραμονή της Μάχης, Δημήτριος Δημητρίου -‘‘Νικηφόρος ’’ , Προεόρτια, Συνάντηση, Προετοιμασίες, Ἅ, τί νύκτα ἦταν ἐκείνη.                             

3. 1Η  ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 1943 1η μέρα της  Μάχης, Υφαρπαγή, Θάνατος Του Γιάννη Τσότρα του Ζαχαρία ετών 52, Θάνατος του Θύμιου Μήταλα του Δημητρίου ετών 48, Ενθουσιασμός, Δεσφίνα, Προμαχούντες, Έξοδος, Αφοπλισμός.

4.  2Η   ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 1943. Προετοιμασία, Έχουν γνώση οι φύλακες, Σύγκρουση, Άμαχοι,  ‘‘Κρόκι’’- Εποποιία, Οι εφεδρείες κερδίζουν τον πόλεμο,‘‘Τούμπρη’’, Επινίκια.

5. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ - ΘΡΗΝΟΣ

Απ’ τη μεριά των κατακτητών, αποδοχή ήττας, Λυγμοί, Ποίημα - Μάχη της ‘‘Σφάλας’’    

6. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ  ΕΠΙΘΕΣΗ

Επόμενες Μέρες, κατάληψη της Αράχοβας.

 

7.  ΜΙΚΡΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ

8.  ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ