Του Στέργιου Μπακολουκά
1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Συνθηκολόγηση
‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’
Η Αράχοβα τις πρώτες
μέρες της κατοχής!
Πρώτος χρόνος- Ανασυγκρότηση
Οι Ιταλοί
‘‘Κατακτούν’’ την Αράχοβα !
Διελκυστίνδα
2. ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΙΣΗ ΙΤΑΛΙΑΣ, ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Συνθηκολόγηση
Ιταλίας
Διαπραγματεύσεις
Συνέχεια διαπραγματεύσεων Πέμπτη,
9 Σεπτεμβρίου 1943. Παραμονή της Μάχης!
Προεόρτια
Αυτή η επιστολή έγραφε:
Για μας τους Έλληνες δεν υπήρξε ποτέ τίποτα που να δικαιώνει την παρουσία και τη δράση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής στην Πατρίδα μας. Για το λόγο αυτό άλλωστε αρνηθήκαμε από την πρώτη στιγμή να δεχτούμε να υποκύψουμε στη σκλαβιά και πήραμε τα όπλα σύσσωμος ο λαός και πολεμάμε για την ελευθερία μας, όπως θα έκανε κάθε λαός άξιος του ονόματός του.
Εν τούτοις αυτό δεν είναι ζήτημα για να ζητάμε τώρα από σας προσωπικώς την ευθύνη. Θα είμασταν πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι σεις, εκτελώντας διαταγές των ανωτέρων σας και μιας καταστάσεως στη χώρα σας που παρουσιαζόταν να μιλάει στο ιερό όνομα της Πατρίδας, βρεθήκατε στην ελληνική κωμόπολη Αράχωβα σαν κατέχουσα αρχή. Αλλά και το επιχείρημα αυτό για την παρουσία σας εδώ και την άσκηση των καθηκόντων σας, μόνο έως χθες μπορούσε να σταθεί.
Από χθες στη χώρα σας έγινε μια αλλαγή ιστορική, αλλαγή σωτήρια και για τον ιταλικό λαό. Η εξουσία, τις διαταγές της οποίας εκτελώντας βρεθήκατε στο έδαφος της πατρίδας μας, ανατράπηκε τελειωτικά. Και μάλιστα η νέα ιταλική εξουσία αποφάσισε την άνευ όρων κατάθεση των όπλων από τον ιταλικό στρατό και ζήτησε να γίνει δεκτή στο στρατόπεδο των συμμάχων που αγωνίζονται γιγάντιο αγώνα κατά των φασιστικών και χιτλερικών δυνάμεων. Κατόπιν της εξελίξεως αυτής παύει να υπάρχει για σας, όπως και για κάθε αξιωματικό ή στρατιώτη των ιταλικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα, κάθε επιχείρημα ή πρόσχημα υπέρ του να συνεχίσετε τη δράση σας σα δύναμη κατοχής. Το μόνο πλέον καθήκον που σας μένει να εκπληρώσετε και σας δεσμεύει βαριά, είναι, τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται υγιείς στα χέρια σας, να τους οδηγήσετε σώους και αβλαβείς στους πατέρες τους και στις μητέρες τους στην Ιταλία. Σε περίπτωση που και οι δικές σας εκτιμήσεις, συμβαίνει να συμπίπτουν με τις δικές μας, αναλαμβάνομε την υποχρέωση, αφού καταθέσετε αμέσως τα όπλα, να εγγυηθούμε την ασφάλεια, όλης της δύναμης που βρίσκεται υπό τις διαταγές σας.
Αν, παρ’ όλα αυτά, θελήσετε να συνεχίσετε τη δράση σας, σα δύναμη κατοχής της πατρίδας μας, σας δηλώνουμε ρητά, ότι κανένας νόμος πλέον δε θα καλύπτει τις πράξεις σας και ότι θα ευρεθούμε στην ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε ένοπλη βία εναντίον σας και να μην έχετε τότε καμμιά αμφιβολία, ότι είμαστε σε θέση να επιβάλουμε απολύτως τη θέλησή μας χωρίς καμμιά χρονοτριβή. Η διάθεσή μας και η ευχή μας είναι να μη χρειαστεί η προσφυγή στη βία των όπλων. Αρκετό αίμα χύθηκε στην ανεκδιήγητη περιπέτεια που μας οδήγησε ο φασισμός έξω από κάθε λογική και από κάθε ιστορική ηθική. Θα περιμένουμε αμέσως απάντησή σας, με τον ίδιο τρόπο που θα λάβετε το γράμμα μας.
(Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της
Ρούμελης).
3.
Μια
διμοιρία του 2ου Λόχου του Τάγματος να περάσει ψηλά, βόρεια της
Αράχοβας, και να μπλοκάρει, κάνοντας εμφανή την παρουσία της, την Γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’, ώστε να ελέγξει
τις πιθανές Γερμανικές ενισχύσεις από την πλευρά της Λιβαδειάς, αλλά και για να
τρομοκρατήσει τους Ιταλούς που την φύλαγαν. Πράγματι η περιοχή φυλασσόταν ακόμα
από μεγάλη Ιταλική δύναμη και το μέρος ήταν γεμάτο ναρκοπέδια, η δε γέφυρα ήταν υπονομευμένη με εκρηκτικά.
4.
Άλλη
μια διμοιρία από τον ίδιο λόχο, να σταθεί πάνω από την εκκλησία του Αγίου
Γεωργίου στο ύψωμα. Οι άντρες της να στέκονται επιδειχτικά ορθοί,
μετακινούμενοι συνεχώς.
Να πηγαινοέρχονται δηλαδή πέρα-δώθε, στην κορυφογραμμή, ώστε να
φαίνονται περισσότεροι, για να τους βλέπουν οι Ιταλοί και να αντιλαμβάνονται
ότι είναι κυκλωμένοι .
(Κολοκοτρωναίικες διδαχές από την περίοδο της
καταστροφής του Δράμαλη στα ‘’Δερβενάκια’’).
5.
Μια
ομάδα 30-40 οπλισμένων ανδρών να εισχωρήσουν στην Αράχοβα και να λάβουν θέσεις
γύρω από την εκκλησία. Μεταξύ αυτών ήταν ο αδερφός του Νικηφόρου, Γιάννης
Δημητρίου (Σόλων), ο Θύμιος Καψής (Ανάποδος), ο Γιώργος Διαβάτης , ο Γιώργος
Στέφος και άλλοι.
6. Ο όλμος και τα πολυβόλα του Τάγματος να στηθούν στο ‘’Σταυρό’’, υποστηριζόμενα από μια διμοιρία ακόμα ανταρτών, αλλά και κάποιων ντόπιων παλαίμαχων αγωνιστών του Αλβανικού μετώπου.
Συνάντηση
«Μόλις
φτάσαμε κοντά, κάμαμε να κατεβούμε απ’ τ’ άλογα. Πετάχτηκαν όμως οι αξιωματικοί
με τις μηχανές και μας παρακάλεσαν, ένα λεπτό, να τραβήξουν τις φωτογραφίες.
Δεν τους κάμαμε τη χάρη, ό,τι πρόλαβαν, πρόλαβαν, θα ‘ταν λίγο αστείο τέτοια
ώρα να καθόμαστε εκεί δα να
φωτογραφιζόμαστε ».
(Δημητρίου:
Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).
Προετοιμασίες
1.
Πρώτα απ’ όλα ειδοποιήθηκαν οι οργανώσεις των
γύρω χωριών (όσες δεν ήταν ήδη παρούσες), Δεσφίνας, Αντίκυρας, Δίστομου, Στειρίου, Δελφών, Αγόριανης, για να
συνδράμουν με τις δυνάμεις τους τον αγώνα, οι οποίες και ανταποκρίθηκαν άμεσα,
σπεύδοντας στην Αράχοβα.
2.
Μια μεγάλη ομάδα Αραχοβιτών εθελοντών,
εφοδιασμένη με σκαπτικά εργαλεία, αξίνες, τσάπες και φτυάρια, έφτασαν στη θέση
‘’Βαθύρεμα’’ στα Δυτικά του Χωριού (περίπου στο σύνορο Αράχοβας και Δελφών), ακριβώς πάνω στη φουρκέτα
του δρόμου και κατά την διάρκεια της νύχτας έσκαψαν μια τάφρο ένα μέτρο βάθος,
δύο μέτρα πλάτος και μάκρος όσο ήταν το άνοιγμα του κεντρικού δρόμου Αράχοβας -
Δελφών από την πλαγιά μέχρι το πρανές
της δημοσιάς και το ρέμα από κάτω.
Σκοπός αυτού του χαντακιού ήταν η
ανακοπή της προέλασης των Γερμανικών αυτοκινήτων και η παρεμπόδιση της
στρατιωτικής δύναμης, ώστε αυτή να μην προωθηθεί κοντύτερα στο χωριό.
3.
Δόθηκε η εντολή στ’ αδέρφια Ζήση και Κώστα Γεωργίου,
επαγγελματίες κτίστες - πετράδες της Αράχοβας, μαζί με τους βοηθούς τους, ν’
ανοίξουν πολεμίστρες - μαζγάλια στο
στηθαίο ταμπούρι της απάνω κδέλας του Αγίου Μηνά, στρατηγικό σημείο της
περιοχής, στις οποίες τοποθετήθηκαν βαριά πυροβόλα τα οποία έλεγχαν αποτρεπτικά
ολόκληρη την περιοχή. Χειριστές αυτών των όπλων ήταν οι : Στ. Μάμαλης ή Γεροδήμος , Ν. Παπαγιανόπουλος ή λεχρίτης, Γ. Σημαρέσης, Α. Μπασάνος, Γ.
Πάλλας, Ν. Σπηλιώτης, Ν. Κοντούλης.
4.
Μια οπλισμένη ομάδα ανταρτών και ντόπιων
πολιτών με ένα όλμο και πολυβόλα, εγκαταστάθηκε στον ‘’Σταυρό’’ . Αυτά τα τμήματα τα πλαισίωναν οι : Νίκος Ευσταθίου
(Θάνος) δεινός ολμιστής, Λ. Τριάντης, Κ.
Παπανικολής , Χ. Αλεξάκης και άλλοι Αραχοβίτες. Διοικητής τους ήταν ο Χ.
Τσαρούχης. Όλοι τους ήταν πολεμιστές του Αλβανικού κατορθώματος, χειριστές
αντίστοιχων όπλων.
Αυτοί είχαν τρία βλήματα, τα
οποία προέρχονταν από άλλου διαμετρήματος όλμο, τα οποία είχαν τροχίσει για να
είναι κατάλληλα γι’ αυτόν που χειρίζονταν (μαρτυρία Χαράλαμπου Αλεξάκη).
5.
Ο δεύτερος
και ο τρίτος λόχος του Ι/36
τάγματος Παρνασσίδας, με διοικητές
τους μόνιμους ανθυπολοχαγούς, Μίλτο
Παπαθανασίου – ‘‘Χουαρέζ’’ από την Σουβάλα Παρνασσού και τον Νίκο Γιαννέτσο –‘‘Τηλέμαχος’’ από το Γαλαξίδι , αντίστοιχα, επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος της αμυντικής διάταξης, καταλαμβάνοντας
θέσεις από την κορυφογραμμή του
‘’Σταυρού’’ και ολόκληρη την ‘’Κατσιπλαγιά’’ , μέχρι κάτω χαμηλά
στη δημοσιά πάνω από
το εξωκλήσι του Αγίου Μηνά (Τότε λεγόταν Μακραν’(ι)κόλας). Επίσης τμήμα του 3ου λόχου με καπετάνιο
τον Στρογγυλάκο απόκλεισε τα περάσματα της αρχαίας οδού προς το Κωρύκειο
Άντρο(Σαρανταύλι) πάνω από τους Δελφούς στη θέση ‘‘Κρόκι’’ και σε ολόκληρη την
κορυφογραμμή μέχρι το ξάγναντο του Σταυρού βορειοδυτικά της Αράχοβας, έχοντας
ως κύρια βοήθεια την δύναμη των ντόπιων Δελφιωτών ανταρτών οι οποίοι γνώριζαν
τα κατατόπια, καθώς και τη μαχητική ομάδα της Αγόριανης, ώστε να αποτρέψουν την
όποια επίθεση των Γερμανών και από αυτή την πλευρά.
(Την
διοίκηση ολόκληρου του Τάγματος, το οποίο αποτελείτο από τέσσερις λόχους εκ των
οποίων ο ένας μηχανοκίνητος, ασκούσαν
από κοινού οι Νικηφόρος και Διαμαντής.
Σε αυτή τη μάχη ο Διαμαντής δεν ήταν παρών, παρά ήρθε αργότερα, συμμετέχοντας
στα επινίκια).
Ο 1ος λόχος του ίδιου τάγματος, με διοικητή τον Καλλία, ψευδώνυμο του μόνιμου
Ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Χαράλαμπου Μώκου από το Μαυρολιθάρι
Παρνασσίδας Φωκίδας, ήρθε την επόμενη μέρα και έλαβε μέρος στην συνέχεια της
ίδιας μάχης, από την πλευρά των Δελφών στην περιοχή ‘’Κρόκι’’ Παρνασσού. Στο Λόχο του Καλλία υπηρετούσαν
εθελοντικά και αρκετοί νέοι αλλά εμπειροπόλεμοι Αραχοβίτες πολεμιστές: Αντρέας
Μπακολουκάς, Γεώργιος Πατσαντάρας(
σκοτώθηκε στις 5/8/1944 στις’’Καρούτες’’ σε αντίστοιχη μάχη με τους
Γερμανούς), Συραίοι και άλλοι.
6.
Το ανατολικό τμήμα του πεδίου, ακριβώς πάνω
στη στροφή του αυτοκινητόδρομου στη θέση
‘‘Σφάλα’’, τάχτηκαν να υπερασπίσουν,
τμήμα του 9ου λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα του ΕΛΑΣ, με
καπετάνιο τον Νίκο Καλοπήτα και η ομάδα του Στειριώτη αρχηγού του τμήματος
Ελικώνα, καπετάνιου Χρήστου Κατσούλη.
Επίσης αργότερα σε αυτό το σημείο έφτασαν και οι μαχητικές ομάδες Δίστομου και
Στειρίου.
Στον τόπο αυτό έσπευσαν και
πολλοί Αραχοβίτες μαχητές , μεταξύ των οποίων οι : Σ. Κομνάς, Π. Πλήτσιος ή
Ζορμπάς, Α. Μπασάνος, Γ. Γρανιτσιώτης,
Δ. Ταγκαλάκης, Ε. Καλμαντής ή Νταλίπης, Θ. Μήταλας , Σ.
Κορίτος , Γ. Κορίτος, η ομάδα του Γ. Βαρελότα και πολλοί άλλοι Αραχοβίτες οι
οποίοι κατέφταναν συνεχώς οπλισμένοι με απαλλοτριωμένα Ιταλικά όπλα, κατά την
διάρκεια της μάχης.
7.
Την φύλαξη του υπογάστριου της Αράχοβας στην επικείμενη μάχη, στην νοτιοανατολική πλευρά της ‘‘Σφάλας’’
προς τη μεριά του Χωριού και τον κατήφορο προς τον ελαιώνα, στη γραμμή:
‘‘Γουράλα- Μαδούρ’- Ελένη- Παρτσό- Αϊ Λιάς’’
ανέλαβε να υπερασπιστεί ο Αραχοβίτης
Αντάρτης, έφεδρος Ανθ/λγος
Καπετάν –Νικήτας(Γεώργιος Αυγερίκος) με τους υπόλοιπους άνδρες του 9ου λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα. Μαζί του
στη μάχη στάθηκε και ο Αραχοβίτης Γεώργιος
Ξενοδόχος, ο οποίος τραυματίστηκε από σφαίρα στο στήθος.
Ἅ,
τί νύκτα ἦταν ἐκείνη!
Ἅ,
τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ
τὴν τρέμει ὁ λογισμός!
Ἄλλος
ὕπνος δὲν ἐγίνει
πάρεξ
θάνατου πικρός.’’
Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου
1943. 1η μέρα της Μάχης!
Οι
τρεις διοικητές των Λόχων Πεζικού του Ι/36 Τάγματος του ΕΛΑΣ Παρνασσίδας,
μόνιμοι ανθυπολοχαγοί, Νίκος Γιαννέτσος - Τηλέμαχος (3ος Λ.) από το Γαλαξείδι,
Χαράλαμπος Μώκος - Καλλίας (1ος Λ.) από το Μαυρολιθάρι Φωκίδας και Μίλτος
Παπαθανασίου - Χουαρέζ (2ος Λ.) από την Πολύδροσο / Σουβάλα Παρνασσού.
«….Πολλοί αντάρτες πιαστήκανε στα χέρια με τους Γερμανούς. Είδα με τα μάτια μου τον αρχηγό της μαχητικής ομάδας του Στειρίου, Χρήστος Κατσούλης λεγότανε και ήτανε παλικάρι από τους λίγους που γνώρισα εκείνα τα χρόνια. Πάλευε μ’ ένα Γερμανό και μια να πέφτει κάτω ο Γερμανός μια ο δικός μας. Για μια στιγμή κατόρθωσε και πετάει τον Γερμανό κάτω από τον τοίχο της στροφής και τον σκότωσε. Δίπλα του αμέσως πίσω από την τάφρο φύτρωσε άλλος Γερμανός με το μυδράλιο και άρχισε να μας βάζει. Γυρίζει απότομα ο Κατσούλης και τον σκοτώνει και αυτόν και μόλις έσκυβε να πάρει το μυδράλιο, τον σκότωσε ένας άλλος Γερμανός. Τον έκλαψε όλη η Αρβανιτιά στην περιφέρειά του. Δε γεννιέται εύκολα τέτοιο παλληκάρι……» (Μαρτυρία Νίκου Καλοπήτα, απ’ το βιβλίο του Δ. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).
Υφαρπαγή
Θάνατος Του Γιάννη Τσότρα του Ζαχαρία,
ετών 52!
«……Ένας, μ’ ένα άσπρο πουκάμισο και μ’
ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο του, κατέβαινε συνεπαρμένος κι είχε φτάσει στο
χέρσο το προηγούμενο χωράφι. Και εκείνη ακριβώς την ώρα που τον πρόσεξε το
δυστυχή μια στιγμή το μάτι μου, (και τη χάρηκα την ευτυχία του), βλέπω ξάφνου
άνοιξε στη θέση του ένα σύννεφο μακάβριο σκόνη κόκκινη, μια έκρηξη φοβερή τράνταξε
τη χούγγη και ο άνθρωπος με το πουκάμισο, πάει τον χάσαμε!
― Ε!... Τι έγινε...
– κάμαμε όλοι άλαλοι.
Γύρισα αλαφιασμένος να κοιτάξω στους Δελφούς – είπα πυροβολικό θα είναι, μήπως δηλαδή είχαν φτάσει ενισχύσεις και περίμενα συνέχεια κι άλλες οβίδες. Όμως τίποτα. Ούτε πρώτος ήχος κανονιά είχε ακουστεί καθόλου. Τι μυστήριο ήταν αυτό; Κατακάθισε στο μεταξύ το σύννεφο. Πουθενά ο άνθρωπος! Ούτε ίχνος. Μάθαμε κατόπιν, άναψαν οι χειροβομβίδες στο σακούλι του και τον διαλύσανε τον άτυχο….» (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης) .
Θάνατος
του Θύμιου Μήταλα του Δημητρίου, ετών 48!
« Εκείνη την ώρα κάτι μου έφταιξε κι έβρισα. Δίπλα μου ήταν ο
μπάρμπα-Νίκος, ο πατέρας του Νικηφόρου, με δυο αντάρτες και το γέρο - Θύμιο το
Μήταλα από την Αράχωβα.
Με άκουσε ο μπάρμπα-Νίκος που βλαστήμησα και μου λέει:
― Μη Νίκο, δεν κάνει. Μη βρίζεις. Κοίτα
πίσω απ’ αυτό το
πουρνάρι είναι ένας Γερμανός και μας βάζει με το μυδράλιο.
Ο μπάρμπα-Θύμιος ο Μήταλας
μου λέει:
― Παιδί μου, Νίκο, στρίψε αριστερά γιατί αυτού μπροστά που
πας είναι ένα νεράκι, μην περνάς από
κει γιατί οι Γερμανοί θα
το
έχουνε επισημάνει και θα σε σκοτώσουν.
Το μυδράλιό τους βρισκότανε δέκα μέτρα μπροστά από μας, πίσω από έναν
όχτο μέσα σε μια μάζα πουρνάρια. Έπεσε ο κλήρος σε μένα να πάω ν’ ανοίξω το
δρόμο.
Παίρνω τρεις Μιλς από το γέρο -Θύμιο και πάω σιγά-σιγά μπουσουλώντας κατά
’πο πάνω και τους ρίχνω δυο Μιλς και πάνε στο διάολο όλοι με το μυδράλιο.
Γύρισα σε λίγο στο γέρο- Θύμιο και τον βλέπω το κάτω μέρος σκοτωμένο τον
καημένο το γέρο.
Πήγε εκεί που δεν άφησε εμένα να μη σκοτωθώ, στο νερό, και μόλις έσκυψε να πιεί τον σκότωσε άλλος Γερμανός» (Μαρτυρία του Νίκου Καλοπήτα ,από το βιβλίο: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης του Δ. Δημητρίου).
Ενθουσιασμός
«……. Πιο γρήγοραα! Πιο γρήγοραα!
– τους φώναξα, χωνί τα χέρια μου στο στόμα.
Όλη την ώρα, έτσι φώναζα κι άρχισαν να μυρμηγκιάζουν τα χείλια μου και
τα μηνίγγια μου από τη δύναμη που έβαζα συνέχεια, βούιζε το κεφάλι μου. Μας
πήραν είδηση απ’ αρχή οι Γερμανοί, γύρισαν ένα μυδράλιο απάνω και σε μας, μας
ξάφνιαζαν κάθε τόσο και συμμαζευόμασταν για λίγο.
Είχαμε αρχίσει να διψάμε. Ο Θεός τις έστειλε
κι έφτασαν εκείνη τη στιγμή αναψοκοκκινισμένες μια παρέα κοπέλες απ’ την
Αράχωβα, φέρνανε νερό κι άλλα φιλέματα.
― Στα παιδιά, κάτω, να τα πηγαίνατε! – τους
φωνάξαμε.
― Πήγαν άλλες εκεί! – αποκριθήκανε αυτές
χαρούμενες.» (Δημητρίου: Αντάρτης στα
βουνά της Ρούμελης) .
«
…Αυτή τη μέρα όλος ο κόσμος είχε βγει στ’ αγναντερά μέρη του χωριού, που
φαίνονταν οι Γερμανοί και παρακολουθούσαν ‘’τι θα γίνει’’. Εγώ αν και ο ξάδερφός μου Μήτσος Σαμαρτζής είχε πεθάνει, καθόμουνα στην
Κ’μούλα να ιδώ τι θα γίνει, ποιος θα νικήσει. Τότε εφόσον η μάχη δεν τελείωνε,
στη μία η ώρα πήγα στην κηδεία. Πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο, ακολουθώντας
το λείψανο….»( ‘’ημερολόγιο πολέμου’’
Ασπασίας Αυγερίκου).
Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το απόγευμα. Απαράμιλλες στιγμές ηρωισμού
εκτυλίχτηκαν εκείνη την ημέρα κατά την διάρκειά της. Ολόκληρη η ‘’Κατσιπλαγιά’’
από τον ‘’Σταυρό και κάτω ήταν γεμάτη από αντάρτες των δύο λόχων του τάγματος
του Νικηφόρου, οι οποίοι πολέμαγαν με στήθος, κατεβαίνοντας μέτωπο προς την
πλευρά των Γερμανών. Ένας αντάρτης έριξε
μια χειροβομβίδα σε μια συστάδα που κρύβονταν Γερμανοί κι εκείνοι πανικόβλητοι
το έβαλαν στα πόδια.
«…..Αυτός (ο αντάρτης με τη χειροβομβίδα
στα χέρια) είχε κιόλας ξανοιχτεί θεσπέσιος – δίνει μια στη χειροβομβίδα και τη
βλέπαμε, έκανε τον κύκλο της στον αέρα, να πέσει ίσια στη στροφή!
― Μπράβο! – Μπράβο! – ζουρλαθήκαμε εμείς
απ’ τη χαρά.
Και κοιτάμε τότε άναυδοι, πήδησαν
ολόρθοι μέσα απ’ τη στροφή μια πενηνταριά ντερέκια Γερμανοί, χίμηξαν
αλαλιασμένοι απάνω, κι όρμησαν τον κατήφορο, κάτω απ’ τον τοίχο της δημοσιάς,
πίσω τους έσκαγε η χειροβομβίδα, εκεί που πήδησαν κρατούσαν θέσεις κι άλλοι,
ακόμα περισσότεροι, βρέθηκαν ορθοί κι αυτοί τρελοί απ’ την απόγνωση και δώσαν
όλοι αντάμα ένα μπουλούκι τον κατήφορο, έπηξε ο ελαιώνας πανικόβλητο φευγιό.
Και στο μεταξύ είχαν πεταχτεί από παντού οι αντάρτες αλαλάζοντας, άρπαξε φωτιά
όλη η πλαγιά.
― Α-άα! Αέραα! Αέρααα! Ουστ
κρεμανταλάδεεες! Αχα-χα-χάαα! Αέραααα!
Ωρύονταν κι απ’ την Αράχωβα το πλήθος.
Από πάνω μας στα βράχια οι άντρες του όλμου και των πολυβόλων μας το ίδιο και
γινόταν ένα μεγαλείο αθάνατο, ένα αλησμόνητο μεθύσι.
Σάρωμα ο ελαιώνας! Πηδώντας όχτους και
πεζούλια οι αντάρτες πήραν στο κοντό από παντού τους Γερμανούς, μια άγρια
καταδίωξη, σα να έδερνε το λόγγο σίφουνας. Έγερνε αυτή την ώρα να βασιλέψει ο
ήλιος και μια ευτυχισμένη αγαλλίαση χύθηκε παντού στη φύση. Κάμποσοι αντάρτες
πήδησαν από παντού και περιτριγύριζαν ασύχαστοι τα κυριευμένα αυτοκίνητα.
Πανηγύριζαν ξετρελαμένοι. Από πέρα έρχονταν ακόμα τρέχοντας Αραχωβίτες.
Κουβαλώντας άλλοι όπλα, άλλοι πυρομαχικά» (Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης) .
Δεσφίνα
Προμαχούντες
Έξοδος
Γιώργος Κορίτος (Καραΐσκος), ετών 33
Στάθης
Κορίτος , ετών 26
Στυλιανή Αγναντιώτη, ετών 38
Γιάννης
Τσότρας, ετών 50
Θύμιος Μύταλας, ετών 48.
«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς
Σε άνιση Πάλη κι Αγώνα
Ζωή λευτεριά και τιμή του Λαού
Γυρεύοντας βρήκατε μνήμα….»
Αφοπλισμός
4. 2Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 1943.
Προετοιμασία.
Σόλωνας και Δημήτρης Δημητρίου με τον πατέρα τους στη μέση, Νίκο Δημητρίου, στο ‘‘Σταυρό’’ μετά τη μάχη της Αράχοβας
Η Αράχοβα ζούσε ανεπανάληπτες
στιγμές. Τα επινίκια ήταν γλυκόπικρα λόγω των θυμάτων της μάχης. Αν μια λέξη
θα περιέγραφε τα αισθήματα του
χωριού εκείνες τις ώρες, ήταν η λέξη χαρμολύπη, με την οποία καταγραφόταν η
συνολική συναισθηματική ατμόσφαιρα της Αράχοβας! Εντούτοις οι απαιτούμενες εργασίες συνεχίζονταν
πυρετωδώς.
Οργασμός κινητικότητας ξετυλιγόταν στον
κεντρικό δρόμο, στις πλατείες και στις γειτονιές. Πάρα πολλοί νέοι, νέες και
μεγαλύτεροι, ξενύχτισαν βοηθώντας στις χίλιες δουλειές που έπρεπε να γίνουν.
Πάνω απ’ όλα έπρεπε να παρασχεθούν οι
πρώτες βοήθειες στους τραυματίες.
Αρκετοί Αραχοβίτες τραυματίστηκαν αυτή
την ημέρα, όμως σοβαρότερα χτυπημένοι από σφαίρες ή θραύσματα όλμων ήταν οι:
Γεώργιος Ξενοδόχος με σφαίρα στο στήθος,
Δημήτριος Ταγκαλάκης ο οποίος έχασε το ένα του μάτι και ο
Ευστάθιος Καλμαντής ή Νταλίπης, με
διαμπερές τραύμα στο πόδι.
Όλοι τους γιατροπορεύτηκαν στα σπίτια
τους, με την βοήθεια των δικών τους, της τοπικής υγειονομικής υπηρεσίας, η
οποία ήταν άριστη για την εποχή, και των ανταρτογιατρών.
Για τους αντάρτες τραυματίες όμως,
στήθηκε μια από τις απαλλοτριωμένες Γερμανικές σκηνές στη θέση ‘’Ασπρόχωμα’’
του Παρνασσού, όπου θεωρήθηκε απαραίτητο να μεταφερθούν για μεγαλύτερη ασφάλεια αλλά και για να τους περιθάλψουν ευκολότερα
οι γιατροί του Τάγματος.
Επειδή ο φόβος της επανάκαμψης των
Γερμανών ήταν μεγάλος, κρίθηκε αναγκαίο, τα λάφυρα της μάχης, τουφέκια,
μυδράλια, όλμοι και διάφορα υλικά
διοικητικής μέριμνας, να μεταφερθούν στα
‘’Καλύβια’’ του Λιβαδιού, ώστε εκεί να
αξιολογηθούν και να κατανεμηθούν αντίστοιχα σε όσους ντόπιους τα είχαν ανάγκη,
ενώ τα υπόλοιπα να προωθηθούν στο βάθος του
Παρνασσού.
Πράγματι χρησιμοποιώντας τα δεκαεπτά
Γερμανικά αυτοκίνητα και τα δύο, μάρκας FIAT, των Ιταλών, μετέφεραν τον πλεονάζοντα
οπλισμό στο Λιβάδι και τον τοποθέτησαν μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στη
θέση ‘’Τοπόλι’’.
Στα ‘‘Καλύβια’’ επίσης προωθήθηκαν και
οι δέκα αιχμάλωτοι Γερμανοί, οι οποίοι είχαν συλληφθεί κατά την διάρκεια της
μάχης, η τύχη των οποίων ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη! (οι αντάρτες δεν
κρατούσαν αιχμαλώτους, διότι δεν είχαν τα μέσα φύλαξης και συντήρησής τους).
Εκτελέστηκαν την μεθεπόμενη ημέρα στα
ριζά των λόφων βόρια της τοποθεσίας ‘‘Τοπόλι’’.
Παράλληλα στην Αράχοβα , την ίδια μέρα, ο 9ος Λόχος και το μηχανοκίνητο τμήμα του ΙΙΙ/34 Τάγματος του ΕΛΑΣ, με τους Καπετάνιους, Νίκο Καλοπήτα και Γιώργο Αυγερίκο ‘’Νικήτα’’, έφεραν σε πέρας την αποστολή για την οποία είχαν φτάσει πριν από μερικές μέρες στην περιοχή. Είχε νυχτώσει όταν ανατίναξαν το γεφύρι της ‘’Τούμπρης’’, αποκόπτοντας έτσι την αμαξιτή πρόσβαση στην Αράχοβα από την ανατολική πλευρά της, καθιστώντας με αυτή τους την πράξη αδύνατη την διέλευση Γερμανικών αυτοκινήτων, προερχόμενων από την Λιβαδειά, σε περίπτωση νέας εφόδου όποτε αυτή και αν γινόταν.
Έχουν γνώση οι φύλακες
Έχει επικρατήσει η παραδοχή, ότι η συγκεκριμένη μάχη της
‘’Σφάλας’’ στην Αράχοβα το έτος 1943 διήρκεσε μεν δυο μέρες, όμως η δεύτερη
μέρα δεν είχε την πολεμική ένταση της πρώτης. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από
τότε αλλά και η συστηματική προσπάθεια που έγινε στα μεταγενέστερα χρόνια για
την απόκρυψή της, συνηγόρησαν στην δημιουργία της πεποίθησης ότι αυτό που
συνέβη σε τούτον εδώ τον τόπο, εκείνες τις ημέρες, ήταν μια …..ασήμαντη
πολεμική αψιμαχία.
Αυτός ήταν ο κύριος λόγος ο οποίος
συνετέλεσε στην σμίκρυνση ενός
μεγαλειώδους έπους, που πέτυχε σύσσωμη η κοινωνία της Αράχοβας
και των γύρω Χωριών, σε αγαστή συνεργασία με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, των
Ταγμάτων ΙΙΙ/34 Ελικώνα και Ι/36 Παρνασσίδας, ώστε η αναφορά σε αυτό να χρονολογηθεί μόνο για
μια ημέρα, αυτή της 10ης του Σεπτέμβρη.
Όμως η γνώση της αλήθειας των γεγονότων έχει αποκατασταθεί πλέον.
Συνέβαλαν σ’ αυτό οι μαρτυρίες των
ντόπιων, οι διηγήσεις και τα γραπτά όσων μαχητών έλαβαν μέρος σε αυτή τη μάχη,
αλλά και οι αναφορές των ίδιων των Γερμανών στα βιβλία που αυτοί έγραψαν αργότερα,
στα οποία αναφέρουν και διαβεβαιώνουν
ξεκάθαρα, ότι η μάχη συνεχίστηκε σφοδρότερη την επομένη, ημέρα Σάββατο 11η
Σεπτεμβρίου 1943, και πιο χλιαρά, με
μικρές αψιμαχίες την μεθεπόμενη, ημέρα Κυριακή ,12η Σεπτεμβρίου.
Η έρευνα και οι μαρτυρίες είχαν ως
αποτέλεσμα την αποκατάσταση της Ιστορικής αλήθειας και την καταγραφή των
γεγονότων της μάχης στα κιτάπια της Ιστορίας.
Σ’ αυτή τη δεύτερη απόπειρα των
Γερμανών, το πλήθος των νεκρών τους ήταν
κατά πολύ μικρότερο έναντι της πρώτης
μέρας, λόγω της μεγάλης χρήσης βαριών πυροβόλων όπλων, ακόμα και κανονιών, από
την μεριά των επιτιθεμένων.
Στην κατακλείδα, οι δυνάμεις των
Χιτλερικών που έλαβαν μέρος σ’ αυτόν τον δεύτερο γύρο ήταν σαφέστατα
περισσότερες, αλλά και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν πολύ ισχυρότερα. Όμως το
μεγαλύτερο μέρος της επίθεσης έγινε από μακριά με συνεχόμενες πολλαπλές ρίψεις
όλμων και βλημάτων βαριών πυροβόλων.
Οι
καρδιές των κατοίκων της Αράχοβας, το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου,
ξεχείλιζαν από αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, φόβου και ενθουσιασμού,
αυτοπροστασίας και προσφοράς. Οι
αποφάσεις τους σε πολλές περιπτώσεις
χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις και αβεβαιότητα.
Πολλοί οικογενειάρχες εγκατέλειπαν το
χωριό, φοβούμενοι το ξέσπασμα των Γερμανών και τα αντίποινα που πιθανώς θα
ακολουθούσαν αν αυτοί έσπαζαν τα μέτωπα και κατάφερναν να περάσουν, ενώ άλλοι,
ιδιαίτερα οι νέοι, αφού αρματώνονταν με τα όπλα που αφαίρεσαν από τους Ιταλούς,
έπαιρναν τον δρόμο που οδηγούσε στο αμυντικό μέτωπο της ‘’Σφάλας’’ και της κορυφογραμμής
‘’Κρόκι’’, ‘’Πατσαντάρας’’, Σταυρός’’, ‘’Τριμιντέλια’’, ‘’Ασκαλιά’’ ,
‘’Κατσιπλαγια’’, ’’Όρνια’’, ‘’Κοκκινόβραχος’’ ‘’Άι Μηνάς’’.
Ολόκληρη αυτή η περιοχή ήταν γεμάτη από
αντάρτες, οπλισμένους πολίτες και μαχητικούς του εφεδρικού ΕΛΑΣ, προερχόμενους
από όλα τα γύρω Χωριά. Οι θέσεις αυτές
δυναμώθηκαν και με τα βαρύτερα, απαλλοτριωμένα από τους Ιταλούς πυροβόλα,
όλμους και οπλοπολυβόλα.
Στην κάτω πάντα της ‘’Σφάλας’’ και προς
την πλευρά του ελαιώνα, διατήρησε την αμυντική υπερασπιστική του διάταξη, ένα
μεγάλο τμήμα του 9ου λόχου
του ΙΙΙ/34 Τάγματος Ελικώνα, υπό τον Γ.
Αυγερίκο (‘‘Νικήτα’’).
Η εμπειροπόλεμη ηγεσία των ανταρτών
καταλάβαινε ότι ήταν αδύνατον η
Γερμανική διοίκηση να αποδεχτεί έτσι εύκολα την ήττα της. Χωρίς να εφησυχάζει
λοιπόν, ενίσχυσε τα μέτωπα αντίστασης σ’ αυτήν εδώ την πλευρά του πεδίου,
κάνοντας όμως το ίδιο και στην ανατολική πλευρά της Αράχοβας.
Μετά την ανατίναξη της γέφυρας της
‘’Τούμπρης’’, αργά το απόγευμα της προηγούμενης ημέρας, ισχυρή δύναμη ανταρτών
του 9ου Λόχου του ΙΙΙ/34 Τάγματος, με τον Ν. Καλοπήτα επικεφαλής,
πλαισιωμένη με ντόπιους μαχητές οι οποίοι τους καθοδηγούσαν, επειδή εκείνοι,
λόγο εντοπιότητας, γνώριζαν την
μορφολογία του εδάφους, εφοδιασμένοι με όλμους, μυδράλια και οπλοπολυβόλα,
αναπτύχτηκαν στο ‘’Τουμπρόρεμα’’, κατάντη της υδάτινης απορροής, διασφαλίζοντας
έτσι την αμυντική γραμμή και έχοντας ως στόχο την αποτροπή μέσω του περάσματος της ‘’Τούμπρης’’ προς την
Αράχοβα, των Γερμανικών ενισχύσεων από
την πλευρά της Λιβαδειάς, όταν αυτές σίγουρα θα κατέφθαναν!
Το ‘’Κρόκι’’ συνέχισαν να το
φρουρούν, η διμοιρία των ανταρτών υπό
τον Στρογγυλάκο, μαζί με τις τοπικές ανταρτομάδες Δελφών, Αράχοβας και Αγόριανης.
Οι ντόπιες ομάδες, γνωρίζοντας το
κακοτράχαλο τοπίο της περιοχής πάνω από τους Δελφούς, καθώς και τα δύσκολα
περάσματα, είχαν τοποθετήσει παντού
φυλάκια και βίγλες, κατάντη της χαράδρας
της ‘’Κασταλίας’’, έχοντας προστασία από τα έλατα, ξανοίγονταν μπροστά τους την άδεντρη
περιοχή και ελέγχοντάς την.
Αν και ο φόβος της διοίκησης των ανταρτών ήταν η πλευροκόπηση, από αυτήν την πλευρά, της αμυντικής γραμμής τους από τους Γερμανούς, η οποία θα είχε σαν αποτέλεσμα την πρόσβασή τους στα ‘’Καλύβια’’ Αράχοβας, όπου βρίσκονταν τα μετόπισθέν τους, τα λάφυρα, ο ανεφοδιασμός, οι αιχμάλωτοι και οι τραυματίες τους, η δύναμη που μπορούσαν να διαθέσουν σε αυτή την πλευρά δεν ήταν αρκετά σημαντική και σε καμία περίπτωση αυτή που θα έπρεπε.
Σύγκρουση
Η
νέα μέρα που ξημέρωσε ήταν μια φωτεινή και γλυκιά φθινοπωρινή ημέρα. Οι
μαχητές, υπερασπιστές της κοιλάδας του Απόλλωνα, ήταν στις θέσεις τους
τρώγοντας με τα μάτια τους τον δρόμο που
απλωνόταν μπροστά από τις Φαιδριάδες κατά τη μεριά των Δελφών.
Ο ήλιος θα είχε ανεβεί ένα καλάμι ψηλά
απ’ τον ορίζοντα όταν ξαφνικά μια κούρσα άρχισε να ανεβαίνει προς την Αράχοβα, ανιχνεύοντας την ύπαρξη
ανταρτών! Σε λίγο είκοσι φορτηγά αυτοκίνητα την ακολούθησαν.
Γερμανοί!
Ακούστηκαν ουρλιαχτά από τις βίγλες!
Σείστηκε ο τόπος από το κακάρισμα
των οπλοπολυβόλων, τους υπόκωφους
κρότους των κατασχεθέντων από τους Ιταλούς όλμων, το τερέτισμα μυδράλιων
και τον επαναλαμβανόμενο ξερό κρότο από
τις βολές των τουφεκιών, αλλά και από τις πολεμικές ιαχές των αμυνόμενων Ελλήνων,
που τους υποδέχτηκαν πανέτοιμοι, θυμίζοντάς
τους με άγριο τρόπο το πάθημά τους κατά την προηγούμενη ημέρα.
Τ’ αυτοκίνητα σταμάτησαν και κάνοντας μανούβρες γύρισαν
αμέσως προς τα πίσω, επιχειρώντας να κρυφτούν βάζοντας μπροστά τους, τον όγκο
των Φαιδριάδων.
Σε λίγο αποβιβάστηκαν από τα Γερμανικά καμιόνια οι άντρες του 7ου
και 8ου Λόχου του ΙΙ/38
Τάγματος, με Διοικητή τον Ταγματάρχη Τσίλκε και αναπτύχτηκαν σε αραιή διάταξη
τριών γραμμών, από πάνω προς τα κάτω, σε μήκος, προς τον ελαιώνα και μέτωπο
προς την Αράχοβα. Ήταν οι ίδιοι που την προηγούμενη μέρα βοήθησαν τον
απεγκλωβισμό των υπολειμμάτων του 5ου Λόχου.
Επιχείρησαν να προωθηθούν με
συντονισμένη αιχμή εμβόλου προς τα
ανατολικά, όμως πολύ γρήγορα, κάτω από τα πυκνά πυρά της καλά οχυρωμένης δύναμης της αμυντικής
γραμμής των ανταρτών, απωθήθηκαν χωρίς να κερδίσουν το παραμικρό, γυρίζοντας
πίσω.
Οι επιτιθέμενοι διαπιστώνοντας την αδυναμία τους να προελάσουν από αυτή
την πλευρά, έστειλαν τον 1ο λόχο του Ι/18 Τάγματος ορεινών Κυνηγών των S.S. με διοικητή το
λοχαγό Μπάουερ, να δοκιμάσει να
προωθηθεί από τη βορεινή κορυφογραμμή των Δελφών, ώστε να υπερφαλαγγίσει το
μέτωπο των αμυνόμενων Ελλήνων στο
‘’Κρόκι’’ κι από κει στα μετόπισθεν των αντιστεκόμενων, στο ‘‘Λιβάδι’’
Αράχοβας.
Παράλληλα Βαριά πυροβόλα όπλα πεζικού, της Μεραρχίας Πολιτσάι
(καταδρομών) των Ες -Ες, άρχισαν να
σφυροκοπούν την περιοχή, από το ‘’Κρόκι’’ μέχρι την Αράχοβα. Ακόμα και κανόνια
χρησιμοποιήθηκαν, της Μεραρχίας Brandenburg.
Ο τόπος φλεγόταν, οι όλμοι και οι βολές
αυτών των κανονιών και των βαριών
πυροβόλων, επέφεραν ζημιές σε αρκετά σπίτια του
χωριού, γεμίζοντας φόβο και σύγχυση τους άμαχους, οι οποίοι έφευγαν
κακήν κακώς προς το βουνό.
Οι μαχητές κατάφερναν να κρατούν σταθερά τις θέσεις τους, προτάσσοντας στήθος στις επιθέσεις των Γερμανών και απαντώντας συνεχώς, με όσα μέσα διέθεταν, στα πυκνά πυρά τους.
Άμαχοι
Ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή της δεκαοκτάχρονης Αραχοβίτισας Ασπασίας Αυγερίκου, όπως κατέγραφε την ζοφερή κατάσταση αυτών των ημερών, στα μετόπισθεν, στο ημερολόγιο πολέμου που τηρούσε. Το αυθεντικό χειρόγραφο του οποίου σήμερα βρίσκεται στο Λαογραφικό Μουσείο Αράχοβας.
«….Την
άλλη μέρα ξαναήρθανε απ’ τους Δελφούς 20 αυτοκίνητα, μια κούρσα προχώρησε προς
τα επάνω να ιδεί αν είναι Αντάρτες.
Τότε
αμέσως της επιτέθηκαν και επέστρεψε πίσω. Τότε η αντίδραση λέει πως τα αυτοκίνητα έφτασαν στον Αϊ Νικόλα
(Άγιο Μηνά) και αμέσως τα γυναικόπαιδα έφευγαν προς τα πάνω. Οι άντρες ήταν
επιστρατευμένοι δεν μπορούσαν να φύγουν. Ο κόσμος τα έχασε, ρωτούσε ο ένας τον
άλλον τι να κάμουν. Οι γειτόνισσές μου έφευγαν και μου λέει η μητέρα μου να πάω
κι εγώ μαζί τους, γιατί αυτή θα καθόταν στο σπίτι. Τότε παίρνω βιαστικά ένα
καρβέλι και έτρεξα τον ανήφορο για τα βουνά. Η ώρα ήταν 1 το μεσημέρι και
προχωρώντας έσκασε ένας όλμος μπροστά
μας, στην Ανάληψη. Μόλις βλέπουμε να χτυπάει βαρύ πυροβολικό, πέφτουμε στο ρέμα
και προχωράμε με φόβο για την σπηλιά
του ‘’Τυργιά’’. Φτάνοντας βρήκαμε εκεί και άλλες οικογένειες και ως το βράδυ
ερχόντουσαν κι άλλες. Όταν έπεσε ο Ήλιος έκανε πολύ κρύο. Εγώ και η παρέα μου
δεν είχαμε κουβέρτες, πως να τις πάμε στον ώμο; Είμαστε 6 άτομα η Δεμερτζή η
Στυλιανή με την Φούλα και η Παναγιού με τα κορίτσια της. Τότε ζητάει η Παναγιού
δυο κουβέρτες από την Παναγιωτίτσα του Κουτσούμπα ,που είχε φέρει με το
μουλάρι, την μια ρίξαμε χάμω και με την άλλη σκεπαστήκαμε. Όλη την νύχτα
υποφέραμε από το κρύο. Όταν ξημέρωσε δεν ακουγόταν τίποτα. Ήταν ησυχία. Το
απόγευμα ήρθε σύνδεσμος ο Κώστας Κοπανιάς και μας είπε πως οι Γερμανοί έφυγαν
για την Άμφισσα και τα κορίτσια να μαζευτούν στο χωριό να περιποιηθούν τους
τραυματίες και αμέσως φύγαμε για το χωριό. Αλλά και στο χωριό δεν καθόμαστε με
ησυχία, γιατί φοβήθηκαν οι αντάρτες μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί και ειδοποίησαν
να φύγει ο κόσμος τη νύχτα μήπως την ημέρα δώσουν στόχο. Μαζέψαμε τα πράγματά
μας, φορτώσαμε το μουλάρι και στις 2 η ώρα ξεκινήσαμε για την ‘’Μάνα’’ με όλες
τις γειτόνισσες.
Καθίσαμε 4 ημέρες εκεί και εφόσον ήτανε ησυχία στο χωριό κατεβήκαμε κάτω, δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο εκεί, αλλά στο χωριό με φόβο καθόμασταν γιατί ξέραμε πως οι Γερμανοί δεν ημπορούσαν να ξεχάσουν αυτά που τους είχαν κάμει οι Αντάρτες, ξέραμε πως μια μέρα θα μας επιτεθούν και έτσι είχαμε κρύψει τα ρούχα, λάδι και ότι άλλο κρυβόντουσαν και είχαμε έτοιμο από ένα ταγάρι ο καθένας μας με ψωμί, μήπως έρθουν νύχτα και δεν προκάνουμε…..»
‘‘Κρόκι’’- Εποποιία
Μετά
τους συνεχόμενους κανονιοβολισμούς, η μάχη μετατοπίστηκε στο ‘’Κρόκι’’. Αφού
αυτή η περιοχή είχε σφυροκοπηθεί άγρια
για αρκετή ώρα από πάρα πολλά βλήματα,
όλμων και βαρύτερων πυροβόλων, στη συνέχεια έγινε προσπάθεια κατάληψής της από
καταδρομικές δυνάμεις.
Ξαφνικά, από την νοτιοδυτική
πλευρά του γκρεμού, πάνω από το Ιερό των Δελφών, στο αρχαίο μονοπάτι που οδηγεί
στο Κωρύκειο Άντρο, άρχισαν να εμφανίζονται πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες, οι
οποίοι αμέσως δημιούργησαν προγεφύρωμα, κρυμμένοι πίσω από τα βράχια, τα οποία
σχημάτιζαν φυσικά ταμπούρια στο
σώμα του κακοτράχαλου ανάγλυφου.
Η μάχη που άναψε ήταν σκληρή και
δύσκολη.
Αντάρτες και πολίτες μαχητές, καλά
οπλισμένοι και ακόμα καλύτερα προφυλαγμένοι από τα έλατα και τα βράχια της
περιοχής, έλεγχαν όλα τα περάσματα και κράταγαν γερά και αποφασιστικά.
Για πολλή ώρα ή μάχη ήταν αμφίρροπη,
κανένας δεν πισωπάταγε. Οι Γερμανοί δεν κατάφερναν μεν να προχωρήσουν μπροστά,
αλλά μήτε παραχωρούσαν ούτε χιλιοστό των θέσεων τους.
Οι μαχητές μετά από δύο ώρες πολέμου,
εξαντλημένοι πλέον έδιναν τις τελευταίες τους δυνάμεις κρατώντας με τα δόντια
αυτές τις επίλεκτες επιτιθέμενες δυνάμεις των Γερμανών.
Δυο ακόμα Αραχοβίτες, κατά την διάρκεια
αυτής της σύγκρουσης, έδωσαν το αίμα τους υπερασπιζόμενοι τα πατρώα.
Σκοτώθηκαν ο Θανάσης Βασιλιάς ή Τσακμάκης και ο Λουκάς Κομματάς ή Γερακάρας.
Οι εφεδρείες κερδίζουν τον πόλεμο!
Ο 1ος λόχος του Ι/36 Τάγματος Παρνασσίδας με διοικητή τον Καλλία, ψευδώνυμο του μόνιμου
Ανθυπολοχαγού του Ελληνικού Στρατού Χαράλαμπου Μώκου από το Μαυρολιθάρι Φωκίδας, δεν έλαβε μέρος στα γεγονότα της
πρώτη ημέρα.
Κατά την διάρκειά της, η δύναμη του
λόχου ήταν στρατωνισμένη στο χωριό
Κουκουβίστα (Καλοσκοπή) της Γκιώνας. Μόλις έμαθαν τα νέα της
μεγαλειώδους νίκης της 10ης
Σεπτεμβρίου στην Αράχοβα, ενθουσιάστηκαν αλλά και ζήλεψαν ταυτόχρονα για
την δική τους απουσία.
Την επόμενη μέρα, νωρίς το πρωί
ξεκίνησαν με γρήγορο βηματισμό έχοντας προορισμό την Αράχοβα είτε για να
συμμετάσχουν στα επινίκια, είτε για να βοηθήσουν στην οποιαδήποτε αναζωπύρωση
της μάχης.
Στο Λόχο του Καλλία υπηρετούσαν εθελοντικά
και αρκετοί νέοι αλλά εμπειροπόλεμοι Αραχοβίτες πολεμιστές, μεταξύ αυτών ήταν ο
Αντρέας Μπακολουκάς, ο Γεώργιος Πατσαντάρας( σκοτώθηκε στις 5/8/1944 στις
‘‘Καρούτες’’ σε αντίστοιχη μάχη με τους Γερμανούς), και αρκετοί άλλοι κυρίως από την συνοικία ‘‘Κούκουρα’’.
Τρέχοντας σχεδόν σε όλη τη
διαδρομή, έφτασαν στα ‘’Καλύβια’’ και από εκεί, ακούγοντας τον θόρυβο της μάχης
κατευθύνθηκαν προς το ‘’Κρόκι’’.
Έφτασαν την κατάλληλη στιγμή, όταν
δηλαδή οι ντόπιοι μαχητές μαζί με τους αντάρτες είχαν πλέον κουραστεί.
Ρίχτηκαν αμέσως πάνω στους Γερμανούς και
κατάφεραν να τους πισωγυρίσουν πολύ γρήγορα, γκρεμίζοντάς τους τον κατήφορο στα
βράχια των Φαιδριάδων και στέλνοντάς τους, όπως και τους συναδέλφους τους την
προηγούμενη ημέρα, σε κακά χάλια πίσω
στην Άμφισσα.
Και αυτή η μάχη είχε κερδηθεί.
Για την υπογραφή του σύμφωνου της
νίκης, χρησιμοποιήθηκε το αίμα των δυό νέων ανδρών της Αράχοβας,
Βασιλιά και Κομματά, οι οποίοι έπεσαν πολεμώντας για την προάσπιση της ελευθερίας και των
πατρώων σεβασμάτων στο ‘’Κρόκι’’, αλλά και των άλλων πατριωτών και πατριωτισσών
μας που έπεσαν σε διαφορετικά σημεία της πόλης.
Του Ασημάκη Ιωάννη του Νικολάου, ετών
40, ο οποίος σκοτώθηκε στην ‘’Τούμπρη’’ από νάρκη.
Του Κώστα Γιαννέλου του Γεωργίου, ετών
20, ο οποίος σκοτώθηκε στην περιοχή ‘’Καλανάκι’’, από σφαίρα.
Της Στυλιανής Λουκά Ανδρίτσου, ετών 45,
η οποία σκοτώθηκε από σφαίρα, κοντά στην
εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Η Αράχοβα τους νεκροστόλισε, τους έκλαψε και τους κήδεψε με
παλλαϊκή συμμετοχή και πάνδημο πένθος, ενώ
οι πληγές των κατοίκων της συνέχισαν να αιμορραγούν, γιατί περίσσευε η
πίκρα στις ψυχές, ενώ η περηφάνια γινόταν βάλσαμο για να τις μαλακώσει..
«………..Τότε λοιπόν ακριβώς έφτασε ο
λόχος του Καλλία. Έρχονταν φωτιά μοναχή τρέχοντας όλο το δρόμο από την
Κουκουβίστα, παλαβωμένοι γιατί να λείπουν από τέτοιο πανηγύρι αυτοί. Μόλις
είδαν τι γίνεται στο Κρόκι, στιγμή δε χασομέρησαν. Έτσι όπως έφταναν λαίμαργοι,
ανοίχτηκαν αστραπιαία και χύθηκαν ολόρθοι αλαλάζοντας άγρια. Τάχασαν οι
Γερμανοί, γκρεμίστηκαν στο λεπτό κάτω από την Κακιά Σκάλα. (Και τόπος οχυρός!
Διαβολεμένος. Όλο ριζιμιά λιθάρια. Μπήγεσαι ανάμεσα, καρφωτό πρέπει να σε
βγάλουν). Αυτό ήταν η χαριστική τους βολή των Γερμανών. Τα μάζεψαν κι έφυγαν
από όλη την περιοχή της μάχης»
(Η περιγραφή είναι απ’ το βιβλίο του Δ. Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης).
‘‘Τούμπρη’’
Την
ίδια ώρα που η μάχη μαινόταν στο ‘’Κρόκι’’, δέκα δώδεκα Γερμανικά αυτοκίνητα,
γεμάτα με πάνοπλους στρατιώτες,
ανηφόριζαν, ανατολικά του Χωριού, από
την μεριά της Λιβαδειάς, πλησιάζοντας την γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’.
Όταν οι ανιχνευτές, τους ειδοποίησαν ότι
το γεφύρι είναι γκρεμισμένο αυτά σταμάτησαν στο πλάτωμα του Ζεμενού, κατά μήκος
του αμαξιτού δρόμου και αφού οι άνδρες αποβιβάστηκαν, άρχισαν να αναπτύσσονται
σε θέση μάχης.
Φτάνοντας όμως κοντά στο στένωμα του
περάσματος, κόλαση φωτιάς ξέσπασε από τους
αντάρτες και τους πολίτες που υπερασπίζονταν τα οχυρωμένα φυλάκια.
Αυτή η γερή μπαταριά και το αναπάντεχης
έκτασης ξεφταλάγιασμα, πισωγύρισε τους Γερμανούς και τους ανάγκασε ν’
αντιληφθούν ότι επειδή ο χώρος ήταν ξάγναντος, χωρίς καλά σημεία κάλυψης,
δύσκολα θα κατάφερναν να προφυλαχθούν. Αντίθετα οι θέσεις των αμυνόμενων
ανταρτών ήταν πλεονεκτικότερες και συνεπώς ισχυρότερες.
Προβλέποντας επομένως ότι σε περίπτωση
εφόδου οι απώλειές τους θα ήταν μεγάλες, αναγκάστηκαν να πάρουν την απόφαση να εγκαταλείψουν το
εγχείρημα, γυρίζοντας πίσω.
Πράγματι, επιβιβάστηκαν των φορτηγών και
εγκατέλειψαν την περιοχή κάτω από τα προγκήματα, τις φωνές, τα σφυρίγματα και
τους πυροβολισμούς των μαχητών.
Νωρίς το απόγευμα οι Γερμανοί εγκατέλειψαν όλα τα μέτωπα αποσύροντας τα βαριά όπλα καθώς και τις
επίγειες δυνάμεις και συντεταγμένα και
όχι κυνηγημένοι, αυτή τη φορά, έφτασαν στην Άμφισσα και τη Λιβαδειά.
Εκείνο που οι ίδιοι παραδέχτηκαν ακόμα και γραπτά ήταν η ήττα τους, σφραγισμένη με το αίμα των διακοσίων πενήντα περίπου Γερμανών στρατιωτών που άφησαν την πνοή τους, και τις δυό μέρες συνολικά της μάχης, στην ιερή κοιλάδα των Δελφών.
Επινίκια
Ο
Κόσμο της Αράχοβας και των γύρω Χωριών, έμεινε ελεύθερος πλέον για να γιορτάσει
χαρούμενος την μεγάλη επιτυχία.
Πήχτρα ο κόσμος στην πλατεία ‘’Λάκκα’’
και την αγορά της Αράχοβας!
Κινητικότητα, αγκαλιές, χοροί, φωνές,
τραγούδια, ευτυχία, αλληλοκεράσματα στις
ταβέρνες και τα καφενεία, συνέθεταν ένα σκηνικό που ποτέ κανένας δεν το ξέχασε
από τους παρευρισκόμενους, όσο και αν τα χρόνια που ήρθαν αργότερα ήταν δύσκολα,
στανικά και επικίνδυνα.
Έφτασε στο χωριό και ο Καλλίας με τους
άντρες του. Οι Αραχοβίτες αντάρτες του Λόχου του που έλειπαν μήνες από τα
σπίτια τους, δέχονταν περήφανοι τις περιποιήσεις και τα κεράσματα των
συγχωριανών τους. Είχαν την ευκαιρία να επισκεφτούν τους δικούς τους, έστω και για λίγο!
Συναντήθηκαν στην Αράχοβα και οι δύο
Αρχηγοί του Τάγματος, ο Διαμαντής, ο οποίος έφτασε από την Αγόριανη με μικρή
δύναμη Ανταρτών και ο Νικηφόρος που επέστρεψε από την Δεσφίνα ύστερα από τον
αφοπλισμό των Ιταλών, συμμετέχοντας και οι δυό στις εκδηλώσεις χαράς για την
επιτυχία του Τάγματός τους.
Τα επινίκια, γλέντια και χαρές
συνεχίστηκαν μέχρι αργά την νύχτα. Ταυτόχρονα όμως οι ενέργειες για τις
δουλειές που έπρεπε να γίνουν όχι μόνο δεν σταμάτησαν, παρά δε εντάθηκαν χωρίς καθυστέρηση.
Τα φυλάκια, ανατολικά και δυτικά της Αράχοβας, ούτε αυτά καταργήθηκαν, απεναντίας ενισχύθηκαν αλλάζοντας σκοπιές ανά δίωρο, ελέγχοντας την περιοχή, από τον φόβο της επανάκαμψης των Γερμανών. Τα λάφυρα μεταφέρθηκαν με προσοχή και σύστημα στο βάθος του Παρνασσού.
«…Δεν
ήταν όμως να χάνουμε ούτε λεπτό. Έπρεπε να σηκώσουμε τα λάφυρα. Τα αυτοκίνητα,
17 φορτηγά των Γερμανών και 2 των Ιταλών, πήγαιναν κι έρχονταν ως βαθιά στον
Παρνασσό. Στο ασπρόχωμα, λίγο μετά το Λιβάδι, στήσαμε σκηνές, μεγάλες ωραίες
σκηνές γερμανικές, και τακτοποιήσαμε τους τραυματίες μας. Οι γιατροί μας, οι
νοσοκόμοι και κοπέλες από Αράχωβα κι Αγόριανη, συνέχεια στο πόδι. Άλλα λάφυρα,
σωροί, μένανε ακόμα στο Λιβάδι στην εκκλησούλα, γέμισε μέσα, σωριάζανε κι
απόξω. Στο Λιβάδι είχαν πάει και τους αιχμαλώτους, δέκα-δώδεκα όλους-όλους.
Έπρεπε να κάμουμε και την αναφορά στο Σύνταγμα. Πριν τη γράψουμε ήρθε διαταγή:
να προσέξουμε ιδιαίτερα τα κανόνια, να μην πάθουν αβαρίες και να τα στείλουμε
υπεύθυνα στην Κουκουβίστα. Έτσι είχαν μάθει εκεί πάνω, ότι πήραμε και κανόνια.
(Μας έλεγαν στα τηλέφωνα ότι βούιζαν όλα τα χωριά στο Μαυρολιθάρι για τη μάχη
μας). Τόχαμε κι εμείς κρυφό καμάρι ότι θα παίρναμε οπωσδήποτε και κανόνια, αλλά
ούτε ένα βαρύ όλμο δεν είχε αυτό το παληοτάγμα. Πήραμε όμως καμμιά εικοσαριά
ατομικούς όλμους (διαβολεμένο οπλάκι, από τα λίγα καλά των Ιταλών). Πήραμε
ακόμα 10-12 πολυβόλα και αποθήκες άφθονα υλικά, 180 φορτώματα φορτηγά
αυτοκίνητα. Σκοτωμένους Γερμανούς, τους λογαριάσαμε 200-250 και τις δυο μέρες.
Και 10 αιχμάλωτοι. Νεκροί δικοί μας, 12 (οι 4 Αραχωβίτες). Πήραμε 17 φορτηγά
αυτοκίνητα από τους Γερμανούς, μια κούρσα, ένα σα μεγάλο τζιπ και μια τρίκυκλη
μοτοσυκλέτα, ζηλεμένο, θηρίο πράμα. Πήραμε και τα 2 φορτηγά Φίατ των Ιταλών.
Πήραμε 15-20 και παρα-πάνω σκηνές. Οι δυο-τρεις ήταν τεράστιες. Οι άλλες, τρία
μέτρα επί τέσσερα, με κουνουπιέρες, παράθυρα ζελατίνες, πολύ χρήσιμα και γερά
πράγματα κι αυτές. Στις αποθήκες των Ιταλών, και του πουλιού το γάλα (ο λόγος
το λέει, αλλά για μας ήταν άφθονα και πολύτιμα όλα). Ζάχαρη και καφέ, τσουβάλια
ολόκληρα. Αλλά ο καφές, ερζάτς (καφέ έπινες και καφέ επιθυμούσες)…….»
(Δ.
Δημητρίου: Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης)
3. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ- ΘΡΗΝΟΣ
Απ’ τη μεριά των κατακτητών
Ο μεγαλύτερος ύμνο για τη Μάχη της ‘’Σφάλας’’, προέρχεται
από τον Γερμανό Ναζί, αντιστράτηγο
Χέρμαν Φράντς, στο βιβλίο του για την ιστορία του 18ου Συντάγματος Πολιτσάι, το
οποίο ως Συνταγματάρχης, κατά την Κατοχή διοικούσε.
«…..Ήταν
μια θαυμάσια ηλιόλουστη μέρα…Κάποιος διμοιρίτης ανέφερε τότε στο λοχαγό του,
πως στα υψώματα κοντά στην Αράχωβα είχαν φανεί οι αντάρτες. Ο Κωχ το πήρε
αψήφιστα, ήταν της γνώμης πως επρόκειτο για βοσκούς που φεύγουν. Ο υπολοχαγός
Σαίφερ πρότεινε να πάρουν τον πιο σίγουρο δρόμο της Γραβιάς….δεν κατόρθωσε όμως
να μεταπείσει το λοχαγό Κωχ…. Τρία χιλιόμετρα πιο πέρα, καθώς η φάλαγγα
κουλουριαζόταν πάνω στο φιδωτό δρόμο, που ανεβαίνει προς την Αράχοβα, δέχτηκε
από ψηλά τα πρώτα πυρά.
Σχεδόν αμέσως το τμήμα βρέθηκε σε ένα χαλάζι από πυρά πολυβόλων και όλμων…Οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες είχαν πέσει πάνω στα χωράφια…η κατάσταση για το λόχο το μεσημέρι γίνηκε απελπιστική. Από τα υψώματα ακούγονταν τώρα σαλπίσματα…η είδηση για την καταστροφή του τμήματος κρούσης, που ήλθε σε λίγο, βρήκε το λοχαγό Κωχ να κείτεται στο χώμα, βαριά πληγωμένος με τραύματα στην κοιλιά….Η ευθύνη ήλθε τώρα στον υπολοχαγό Σαίφερ, που πήρε τη διοίκηση του Λόχου, όταν λόχος δεν υπήρχε πλέον. Προς τις πρώτες απογευματινές ώρες, έγινε στο Σαίφερ, αντιληπτός ο κίνδυνος να αποκοπεί από κάθε δυνατότητα διαφυγής του αλλά ακριβώς τότε, ακούστηκε πάταγος από κάποια σύγκρουση προς το μέρος των Δελφών, που ξανάδωσε ελπίδα για ενισχύσεις. Πραγματικά ο διοικητής του ΙΙ/18 τάγματος, ταγματάρχης Τσίλκε, με τον 7ο Λόχο του λοχαγού Μάλτεν, τον 8ο λόχο του λοχαγού Καχούν και με μια ακόμη μονάδα του Συντάγματος υπό τον υπολοχαγό Σουγκ είχαν προωθηθεί για να βοηθήσουν τον 5ο Λόχο…. Ο υπολοχαγός Σαίφερ και οι γενναίοι άνδρες του είχαν αποκάμει… πάνω στην προσπάθεια να διασπάσουν τον κλοιό, ο Σαίφερ χτυπήθηκε στην κοιλιά και στο δεξί του χέρι… Μόνον 25 άντρες, σχεδόν όλοι τους χτυπημένοι, ξαναγύρισαν στην Άμφισσα σαν 5ος λόχος. Ο ταγματάρχης Τσίλκε ανέπτυξε τις δυνάμεις του πάνω από τους Δελφούς αλλά δεν μπόρεσε να διασπάσει την αντίσταση των ανταρτών. Γι αυτό στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου, εστάλησαν ενισχύσεις από το Ι/18 Τάγμα. Ο ενισχυμένος 1ος Λόχος με το λοχαγό Μπάουερ δοκίμασε να προωθηθεί από τη βορεινή κορυφογραμμή των Δελφών, για να υπερφαλαγγίσει το εχθρικό μέτωπο. Οι άλλες μονάδες του Συντάγματος, ενισχυμένες από βαριά όπλα πεζικού της Μεραρχίας Πολιτσάι (καταδρομών) τως Ες-Ες, προχώρησαν με επίμονο αγώνα από τους Δελφούς προς τα υψώματα της Αράχοβας, αλλά και πάλι δεν κατόρθωσαν να υπερνικήσουν τον αντίπαλο…….».
Αποδοχή ήττας
Αυτή η μάχη είχε πάρει τέλος .
Αν και κατά την Τρίτη μέρα δημιουργήθηκαν μικρής έκτασης αψιμαχίες,
τίποτα το συνταρακτικό δεν συνέβη.
Σποραδικά, έπεσαν λίγα βλήματα όλμων,
ενώ κάποιοι λεονταρισμοί των Γερμανών
που εκδηλώθηκαν από αυτοκίνητα (κούρσες) που πηγαινοέρχονταν, από τους Δελφούς
προς την μεριά της Αράχοβας, ανιχνεύοντας τις διαθέσεις των αμυνόμενων,
κατάληξαν ατελέσφοροι.
Κάθε φορά που αυτά ξεμύταγαν από τις
Φαιδριάδες, αναγκάζονταν να πισωγυρίσουν επειδή δέχονταν ένα χαλάζι από σφαίρες
από την μεριά των μαχόμενων ανταρτών και πολιτών, εισπράττοντας για τα καλά την
βεβαιότητα ότι οι φρουροί του τόπου ήταν άγρυπνοι.
Οι Γερμανοί πλέον εγκατέλειψαν την
περιοχή, αλλά σαφέστατα δεν παράτησαν τον πόλεμο! Δεν μπόρεσαν να χωνέψουν αυτό
που έπαθαν αυτές τις δυό ημέρες και όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, ετοίμαζαν
την αντεπίθεσή τους.
Οι Αραχοβίτες προς το παρόν κατάφεραν να αποφύγουν τον κίνδυνο.
Γνώριζαν όμως ότι οι Γερμανοί σε καμία
περίπτωση δεν ήταν σαν τους Ιταλούς των οποίων είχαν πάρει τον αέρα!
Εκείνο που δεν γνώριζαν ήταν οι προσωπικές διαταγές του Χίτλερ, με τις οποίες είχε κηρυχτεί ολοκληρωτικός πόλεμος στους
άτακτους.
Αποτέλεσμα αυτής της διαταγής ήταν ο
καθορισμός της συλλογικής ευθύνης, ως
χιτλερικό μέτρο το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται από το Αύγουστο του 1943
:
« Αν
ο αγώνας αυτός κατά των συμμοριών δεν διεξαχθεί με τα πιο ωμά μέσα, τότε σε σύντομο διάστημα δεν θα επαρκούν πια οι διαθέσιμες δυνάμεις
για να αντιμετωπίσουν αυτή την πανούκλα. Γι’ αυτό ο στρατός έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση σ’
αυτόν τον αγώνα να χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμό, επίσης και κατά γυναικών και
παιδιών, κάθε μέσο, αρκεί μόνο αυτό να οδηγεί σε επιτυχία »(Sekendorf).
Για τους Γερμανούς δεν υπήρχαν άμαχοι!
« Όλοι οι οπλισμένοι άντρες πρέπει κατά βάση να εκτελούνται επιτόπου. Χωριά όπου έχουν πέσει πυροβολισμοί ή όπου έχουν απαντηθεί ένοπλοι άντρες πρέπει να καταστρέφονται και ο αρσενικός πληθυσμός αυτών των χωριών να τουφεκίζεται » (Κέδρος).
Λυγμοί
Το κυρίαρχο συναισθηματικό
στοιχείο αυτής της νίκης, το οποίο επικράτησε τις επόμενες μέρες,
συνταράσσοντας την μικρή τοπική κοινωνία, ήταν το πένθος και ο οδυρμός,
ειδικά για τους δέκα πεσόντες
Αραχοβίτες/τισες και κυρίως τους νέους.
Ο πόνος και η στενοχώρια που διαχύθηκε σε ολόκληρη την κοινότητα,
καταπλάκωσε τις καρδιές των πολιτών της, περιορίζοντας τα επινίκια.
Οι άνθρωποι που θυσιάζονται για την
Πόλη, μέσα μας σίγουρα δεν πεθαίνουν ποτέ. Ζουν στις αναμνήσεις, ζουν στις
ιστορίες, ζουν στα ποιήματα και τα τραγούδια, ζουν αποτυπωμένοι στα μάρμαρα και
τους ανδριάντες, στις εικόνες και γενικότερα στις αναμνήσεις.
Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει για να
σταματήσουν να ζουν αυτοί που έπεσαν για την πατρίδα. Να αρνηθούμε να τους
μνημονεύουμε. Τότε αυτοί πεθαίνουν δυο
φορές.
Ο λαϊκός στιχουργός Δημήτριος
Γιαννακόπουλος θρήνησε αυτούς τους θανάτους μ’ ένα εξαιρετικό φραγμέντο, το
οποίο μέσα από την προφορική παράδοση σώθηκε μέχρι τις μέρες μας.
Εν προκειμένω από την Αραχοβίτισα
Ασπασία Αυγερίκου- Καλαφάτη (1925-2020)
Ποίημα
Μάχη
της ‘‘Σφάλας’’
Δ. Γιαννακόπουλος
Γιατί βογκάει ο Παρνασσός
και η Λιάκουρα μουγκρίζει
κι οι κουκουβάγιες κούρνιασαν,
κλαίει η φωνή του γκιώνη;
Μήπως η Μάννα στέρφεψε
και το νερό της Πάνιας;
Γιατί ακούμε
θλιβερά
τον ήχο της καμπάνας;
Ούτε η Μάννα στέρφεψε
Μηδέ της Πάνιας το νερό.
ΤΕΣΣΕΡΟΙ νέοι πέσανε
και βαρυγκωμάει η καμπάνα.
Τους Κοριταίους σκότωσαν
του Χίτλερ οι φυλάκοι.
Ένα παιδί του Κομματά
κι εκείνο του Τσακμάκι.
Αντάμα και η Στυλιανή
κυρά του Αγναντιώτη.
Τον γέρο Τσότρα πού ’φερνε
τα λαμπερά φουσέκια,
τον Μήταλα που
έριχνε
κι αυτός αστροπελέκια.
Ο Ελαιώνας γέμισε
Γερμανικά κουφάρια
και πίστεψαν οι άπιστοι
ποια είν’ τα παλικάρια.
ΜΗΝ κλαίτε μάνες τα παιδιά
και έχετε την Ελπίδα
Πως τα παιδιά σας έπεσαν
Για λεύτερη πατρίδα!
6. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ
ΕΠΙΘΕΣΗ
Επόμενες Μέρες!
Η Αράχοβα έμεινε ελεύθερη για ένα μήνα
περίπου.
Ένα
μέρος των ανταρτών και των δύο Ταγμάτων,
άρχισε σιγά σιγά να αποσύρεται από την περιοχή.
Η προστασία του Χωριού πλέον αφέθηκε, ως
επί το πλείστον, στους εφεδρικούς μαχητές της τοπικής κοινωνίας, σε όσους
ντόπιους μπορούσαν και ήθελαν να κρατήσουν όπλο και στα τμήματα του ΕΛΑΣ που
έμειναν στο Χωριό, οι οποίοι στρατοπέδευσαν στο Δημοτικό Σχολειό.
Ναι μεν
η καθημερινότητα των ανθρώπων του Χωριού επανήλθε στην προηγούμενη
ρουτίνα της, ο φόβος όμως των Γερμανών ήταν εκεί, παρών, και ζυμωνόταν με την
περηφάνια, το σθένος και την ίδια τη ζωή
τους, μέρα την ημέρα.
Οι φαμελιάριδες έλαβαν τα μέτρα
τους. Εφοδίασαν κάθε μέλος της οικογένειάς τους από ένα ατομικό ταγάρι μέσα στο
οποίο υπήρχαν τα απαραίτητα επιβίωσης σε ώρα έκτακτης ανάγκης.
Παράλληλα έκρυψαν τα πολύτιμα υπάρχοντά
τους σε σημεία που δύσκολα θα τα έβρισκαν οι κατακτητές. Άνοιξαν κρύπτες
σκάβοντας στα κατώγια και τα περβόλια και θάβοντας εκεί λάδι, κρασί, όσπρια,
στάρι και άλλα τρόφιμα.
Μετέφεραν με τα μουλάρια τις προίκες των
κοριτσιών στα υποστατικά τους στον ελαιώνα ή στα καλύβια του Λιβαδιού,
ασφαλίζοντάς τες.
Δασκάλεψαν τα μεγαλύτερα παιδιά για την
κατεύθυνση που θα έπαιρναν και τον προορισμό τους, όταν θα ερχόταν εκείνη η
ώρα.
Φρόντισαν τα μουλάρια του κάθε σπιτιού
να είναι μόνιμα σε ετοιμότητα και σε
εύκολα σημεία πρόσβασης.
Δεν είχαν άδικο! Οι Γερμανοί σχεδίαζαν την κατάληψη της Αράχοβας για να επανακτήσουν το χαμένο τους γόητρο, ύστερα από την ταπεινωτική ήττα των προηγούμενων ημερών.
Κατάληψη της Αράχοβας
Στις
8 Οκτωβρίου 1943, ημέρα Παρασκευή, νύχτα
ακόμα, ακούστηκαν πολυβολισμοί απ’ την
απέναντι πλευρά του Παρνασσού, στο ‘’Ξεροβούνι’’, ενώ οι τροχιοδεικτικές
φωτοβολίδες που έπεφταν ήταν τόσες πολλές που ξημέρωσαν παράκαιρα τον τόπο!
Η Αράχοβα βρέθηκε και πάλι στο πόδι.
Βγήκαν όλοι στ’ αγνάντια και τους δρόμους
για να δουν και να καταλάβουν τι συμβαίνει.
Δεν είχε φέξει ακόμα όταν όλμοι ανάρια άρχισαν να πέφτουν
στους γύρω λόφους, ενώ από την μεριά των
Δελφών κανονιοβολισμοί τράνταζαν τα βουνά, απαχάζοντας.
Σε λίγο από την πλευρά του Ζεμενού και
από την πλευρά της ‘’Μάνας’’ ακούστηκαν πολυβόλα να κροταλίζουν και βλήματα να
σκάνε παντού.
Η Πολιτεία ήταν ζωσμένη από ένοπλες Γερμανικές δυνάμεις.
Ο κόσμος φόρτωσε τα μουλάρια και κίνησε
να κρυφτεί διαβαίνοντας τα διάσελα μέσα από τα δυσκολοπάτητα μονοπάτια, είτε
τον κατήφορο προς τον ελαιώνα προς τις σπηλιές και τις κρυψώνες του, είτε κατά τα ‘’Καλύβια’’ και
τον Παρνασσό.
Μια μυρμηγκιά ξεσπιτωμένων και αλαφιασμένων ανθρώπων, τραβώντας τα ζώα τους
και φορτωμένοι τα λίγα υπάρχοντά τους, προσπαθώντας να κάνουν τα μικρά παιδιά να μην κλαίνε,
σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Ελάχιστοι ανήμποροι ηλικιωμένοι έμειναν
πίσω καρτερώντας το ριζικό τους.
Κυρίαρχο συναίσθημα ήταν ο φόβος, ο
οποίος είχε αντικαταστήσει τον ενθουσιασμό, την αγωνιστικότητα και το πατριωτικό φρόνημα των προηγούμενων ημερών.
Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της
προστασίας των δικών του είχε κυριέψει κάθε οικογενειάρχη.
Οι Γερμανοί συντονισμένα ανέβηκαν και
από την βορινή μεριά των Δελφών, καταλαμβάνοντας την οχυρή θέση ‘’Κρόκι’’,
απωθώντας τους Αντάρτες.
Ύστερα, από εκεί, προχώρησαν κατά μήκος
της κορυφογραμμής προς τον ‘’ Σταυρό’’, πάνω ακριβώς από την Αράχοβα,
πολιορκώντας την έτσι κι από τον Βοριά.
Οι αντάρτες καθώς και οι οπλισμένοι
ντόπιοι, ανταπέδωσαν τα πυρά στην αρχή, αλλά μόλις αντιλήφθηκαν την υπεροπλία
σε άνδρες και μέσα των Γερμανών, αποσύρθηκαν στο βάθος του Παρνασσού.
« Οι
αντάρται μάχονται μόνον όταν αι τακτικαί συνθήκαι εξασφαλίζουν την φθοράν του
εχθρού, άνευ ή δια μηδαμινών απωλειών του μαχόμενου ανταρτικού τμήματος, εν
συγκρίσει προς τας τοιαύτας του αντιπάλου. Ευθύς ως εκλείψουν αι ευνοϊκαί αύται
συνθήκαι, διακόπτουν την μάχην »
ΓΕΣ/3ον
ΕΓ, Ανταρτοπόλεμος.
Τα γερμανικά όπλα ‘‘έβαζαν’’ πλέον
από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα : Δελφούς, ‘‘Σταυρό’’, ‘‘Σκλιβνίτσα’’,
‘‘Καρούτια’’ και ‘‘Μάνα’’ ( είχαν περάσει εκεί από την μεριά της Δαύλειας, από
τον δρόμο του ‘‘Μουστάμπεη’’).
Αχολογούσε ο τόπος από τους κανονιοβολισμούς και τον ήχο
των πολυβόλων.
Στο δρόμο τους τα Γερμανικά τμήματα,
κατά την επέλασή τους από την νότια πλευρά προς τη Αράχοβα, σκότωσαν τους
ντόπιους κατοίκους, Ισίδωρο Μαντά στην περιοχή
‘‘Κ’μαριάς’’ και τον Γεώργιο Οικονομάκη, 17ων ετών, στον ελαιώνα στη θέση ‘‘Μοσχονοβός’’.
Μέχρι το μεσημέρι είχαν καταλάβει την
Αράχοβα, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, την οποία και λεηλάτησαν.
Δεν άφησαν κανένα σπίτι, πλην ελαχίστων,
χωρίς να το ψάξουν και στη συνέχεια να το διαγουμίσουν.
Πήραν οτιδήποτε τους ήταν χρήσιμο και τα
υπόλοιπα αντικείμενα των σπιτιών τα πέταξαν στους δρόμους.
Έβαλαν φωτιά και έκαψαν, στοχευμένα,
ύστερα από πληροφορίες που είχαν, πολλές από τις οποίες ήταν εκ του πονηρού,
προερχόμενες από πολιτικές
αντιπαλότητες, ή από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, πολλά Αραχοβίτικα σπίτια,
πάνω από τριάντα τον αριθμό, δίχως να νοιάζονται αν θα καίγονταν και κάποια
διπλανά, ακόμα και ολόκληρο το χωριό.
Έκαψαν επίσης και πολλά από τα μαγαζιά
και τις επιχειρήσεις της αγοράς, κατά μήκος του κεντρικού δρόμου.
Ανέβηκαν ύστερα στο Λιβάδι και έβαλαν
φωτιά, για δεύτερη φορά, στα Καλύβια! (τα είχαν επίσης κάψει και οι Ιταλοί στην
αρχή της ίδιας χρονιάς). Απέφυγαν όμως να προχωρήσουν προς το βάθος του
Παρνασσού, διότι γνώριζαν ότι εκεί ήταν οχυρωμένοι αντάρτες.
Δυο μέρες μπαινόβγαιναν
στα σπίτια των μαχαλάδων του Χωριού, διαγουμίζοντας και καταστρέφοντας,
χωρίς όμως, παραδόξως, να πειράξουν
όσους ανθρώπους έβρισκαν στο δρόμο τους.
Την τρίτη ημέρα έστειλαν Αραχοβίτες
γέροντες προς τις μεριές που κρύβονταν οι φαμελιές, στον ελαιώνα και στο βουνό, για να τις
προσκαλέσουν να επιστρέψουν στο χωριό, υποσχόμενοι ότι δεν θα πειράξουν
κανέναν, αλλά ταυτόχρονα απειλώντας τους ότι όσοι δεν γύριζαν πίσω θα τους
αντιμετώπιζαν ως μάχιμους εχθρούς.
Όσοι ανταποκρίθηκαν στο τελεσίγραφο,
βρήκαν ένα χωριό αναστατωμένο σε πλήρη αποδιοργάνωση και σε κακά χάλια.
Βάλθηκαν να πλένουν και να καθαρίζουν, σπίτια και δρόμους, γλείφοντας
ταυτόχρονα αδιαμαρτύρητα τις πληγές τους.
Από αυτή την ημέρα και μετά οι Γερμανοί
εγκατέλειπαν την Αράχοβα αλλά επανέρχονταν συνεχώς σε αυτήν,
στρατοπεδεύοντανς κάθε φορά που επέστρεφαν
στο Δημοτικό Σχολείο και την πλατεία Λάκκα, την οποία είχαν οχυρώσει, αφού
είχαν επιτάξει μερικά από τα κεντρικά σπίτια και αφού,προληπτικά, έβγαζαν
φυλάκια ελέγχου στον Αφανό και την
Κ’μούλα. Η συμπεριφορά τους προς τους κατοίκους ήταν βίαιη και εκφοβιστική,
προσπαθώντας με την τρομοκρατία να καταστείλουν οποιαδήποτε μορφή αντίστασης
ήθελε εκδηλωθεί.
Η ποιο ακραία συμπεριφορά τους
χαρακτηρίστηκε εκείνη κατά την οποία, ξαφνικά και αυθαίρετα, συνέλαβαν εκατόν τριάντα έξη Αραχοβίτες
ομήρους, αρκετούς στοχευμένα και όχι
στην τύχη, ιδιαίτερα όσους είχαν λάβει
μέρος στη μάχη, τους οποίους
έστειλαν στη Θήβα, στο εκεί στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, για να
εκτελούν διάφορες εργασίες, αλλά και για να τους χρησιμοποιούν ως ανθρώπινη
ασπίδα στα τρένα της γραμμής Θεσσαλονίκη –Λάρισα-Αθήνα, από τον φόβο των
δολιοφθορών εκ μέρους των αντάρτικων ομάδων. Μερικοί από αυτούς
εξαφανίστηκαν χωρίς να δώσουν κανένα
σημείο ζωής. Όπως ο γιατρός Γεώργιος
Μαριανός, ο Δημήτριος Μπόκας, ο Γεώργιος Σιμαρέσης, Ιωάννης Φώτης και ο
Δημήτριος Παπαδήμος .
Επί ενάμιση μήνα η Αράχοβα και οι πολίτες της έζησαν την
Γερμανική τρομοκρατία, τους
εξευτελισμούς, τους προπηλακισμούς και την
κατοχική μπότα των.
Στο ίδιο διάστημα οι Γερμανοί
επισκεύασαν την ανατιναγμένη γέφυρα της ‘’Τούμπρης’’, χρησιμοποιώντας
επιστρατευμένους τεχνίτες και εργάτες
από την Αράχοβα και τα γύρω χωριά.
Στις 21 Νοεμβρίου του 1943 έφυγαν,
αφήνοντας τους ντόπιους στην ησυχία τους. Εκείνοι, σ’ αυτό το διάστημα προσπάθησαν
να επουλώσουν της πληγές τους και να κλάψουν τους νεκρούς τους.
Όμως και πάλι, αυτή η απουσία των
Γερμανών ήταν προσωρινή. Θα επέστρεφαν σε τέσσερις μήνες περίπου, στις αρχές
της επόμενης χρονιάς, και θα παρέμεναν στην Αράχοβα για να σπείρουν τον τρόμο
και να διχάσουν την κοινωνία της Αράχοβας.
Από τις αρχές του 1944 τα πράγματα
άλλαξαν προς το χειρότερο. Η Εθνική
Αντίσταση θέριευε και ταυτόχρονα τα εκδικητικά αντίποινα των Γερμανών
γίνονταν συνεχώς σκληρότερα. Οι εκτελέσεις αιχμαλώτων πολιτών, αμάχων, ακόμα
και παιδιών, ήταν καθημερινή.
Οι θηριωδίες των Γερμανών ήταν πέρα και πάνω από τον ανθρώπινο νου!
Όσο το λαβωμένο θηρίο του Ναζισμού ζούσε
τις τελευταίες μέρες του, τόσο πιο επικίνδυνο και μοχθηρό γινόταν.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να δώσω τον
λόγο στην νεαρή τότε, Αραχοβίτισα Ασπασία Αυγερίκου, να
κλείσει αυτό το σημείωμα, περιγράφοντας,
με την απλότητα της ηλικίας της, τις ζοφερές μέρες της κατάληψης, από τους
Γερμανούς, της Αράχοβας.
«…..Στις 2 η ώρα ειδοποιεί
το τηλέφωνο πως οι Γερμανοί έχουν κινήσει, τότε αμέσως αναστατώνεται όλος ο
κόσμος. Σηκώνομαι κι εγώ, βρίσκω τις φίλες μου και πήγαμε στον Αφανό. Εκεί ήταν
όλο το χωριό, γιατί στη ‘’Σκλιβνίτσα’’ ακουγόταν πολυβόλο και στη ‘’Μάνα’’ και
δεν ξέραμε τι γινόταν. Τα είχαμε χάσει.
Όταν χάραξε, ο κόσμος
άρχισε να φεύγει, άλλος για το Λιβάδι και άλλος για τις ελιές. Εμείς είχαμε
έτοιμα τα πράγματα και καθόμαστε μέχρι την τελευταία στιγμή να ιδούμε τι θα
γίνει.
Κατά τις 10 το πρωί
έρχεται σύνδεσμος και λέει πως έσπασαν τα μέτωπα και η Γερμανική δύναμη είναι
μεγάλη.
Τότε αμέσως παίρνω ένα
δέμα ρούχα και φεύγω με την οικογένεια Καραθανάση και την Δεμερτζή που περνούσαν εκείνη τη στιγμή απέξω από το σπίτι μας. Βάζω τα ρούχα απάνω
στο μουλάρι και στα χέρια πηγαίναμε το ράδιο, μαζί με την Γιούλα γιατί δεν πρόκαμα
να το κρύψω. Προχωρώντας φτάνουμε στο
‘’Πρόντολο’’ στη ράχη, ξεφορτώνουμε
και καθίσαμε να φάμε. Μόλις τελειώσαμε βλέπουμε αυτοκίνητα στο Μουσείο.
Προχωράει μια κούρσα και της επιτίθονται
οι αντάρτες .Ήταν στο’’Κρόκι’’ . Τότε βάζουν και από το ‘’Σταυρό’’ με βαρύ πολυβόλο, βούιζαν τα
βουνά από τέσσερις πάντες του χωριού. Επίθεση από ‘’Σκληβνίτσα’’ από τη
‘’Στενή΄΄, από την ‘’Μάνα’’ και από τον ‘’Σταυρό’’.
Τότε φεύγουμε από εκεί και
πάμε στο ‘’Γοσκιόρεμα’’. Εκεί ήταν η Δεμερτζίνα η Παναγιού και ανεβήκαμε στου
Πασχάλη την σπηλιά.
Εκεί καθίσαμε 1 μέρα και
την άλλη έστειλαν οι Γερμανοί το γέρο Μανιάτη με λευκή σημαία να ειδοποιήσει
τον κόσμο, να μαζευτεί στο χωριό, γιατί από την άλλη μέρα όποιον έβλεπαν έξω θα
τον σκότωναν.
Τότε αμέσως κατεβαίνουμε στο ρέμα , φορτώνουμε τα μουλάρια και ξεκινάμε για το χωριό.
Όταν φτάσαμε βλέπουμε τον
τόπο γεμάτο φτερά από κότες, τομάρια από κουνέλια, είχε βρωμίσει το χωριό.
Βλέπω και στη ‘’Λάκκα’’ τραπεζαρίες, μαξιλάρια, καρέκλες, και άλλα πολλά
πράγματα. Είχαν γεμίσει οι δρόμοι, λεηλάτησαν όλο το χωριό. Κανένα σπίτι δεν
άφησαν άθικτο, από όλα πήραν και στο τέλος έκαψαν και 36 σπίτια και το απόγευμα
έφυγαν και έτσι μείναμε λίγο ελεύθεροι.
Από λίγες ημέρες
ξανάρχονται και πιάνουν 136 Αραχωβίτες, τους φυλακίζουν στην Θήβα και αυτοί
έφτιαξαν την γέφυρα ‘’Τούμπρη’’, που την
είχαν ανατινάξει οι αντάρτες και στις 21
Νοεμβρίου του 1943 φεύγουν και έτσι μείναμε ελεύθεροι……».
( ‘’ημερολόγιο πολέμου’’ Ασπασίας Αυγερίκου 1925-2020)
Τα ονόματα των πεσόντων και τις δύο ημέρες
στην μάχη της Αράχοβας (‘’Σφάλας-
Κρόκι’’)
1. Χρήστος
Κατσούλης ετών 29 (Στείρι). Αρχηγός μαχητικής ομάδας Στειρίου.
2. Χαράλαμπος
Παππάς (Δεσφίνα) Αρχηγός μαχητικής ομάδας Δεσφίνας
3. Χρήστος
Κρεμμύδας (Δεσφίνα)
4. Μήτσος
Μακρής (Χρισσό)
5. Πέτρος
Χώος ή Κώχας (Κίρρα)
6. Μιχαήλ
Αντωνόπουλος
7. Στάθης
Κορίτος του Ιωάννου ετών 26(Αράχοβα)
8. Γιώργος
Κορίτος –Καραΐσκος του Κωσταντίνου ετών 33 (Αράχοβα)
9. Θύμιος
Μύταλας του Δημητρίου ετών 48(Αράχοβα)
10. Γιάννης
Τσότρας του Ζαχαρία ετών 50 (Αράχοβα)
11. Στυλιανή
Αγναντιώτη, ετών 50 (Αράχοβα)
12. Λουκάς
Κομματάς ή Γερακάρας του Κωσταντίνου,
ετών 26(Αράχοβα)
13. Θανάσης
Βασιλιάς ή Τσακμάκης του Ευσταθίου,
ετών 19(Αράχοβα)
14. Στυλιανή
Ανδρίτσου του Λουκά, ετών 45 (Αράχοβα)
15. Κώστας
Γιαννέλος του Γεωργίου, ετών 20 (Αράχοβα)
16. Ιωάννης
Ασημάκης του Νικολάου, ετών 40 (Αράχοβα)
17.
Μικρές
Βιογραφίες
1. Δημήτριος Δημητρίου ‘‘Νικηφόρος’’
Ανθυπίλαρχος Δημήτριος Δημητρίου, διοικητής Ι/36 Τάγματος
Παρνασσίδας
2. Χαράλαμπος Μώκος (Καλλίας)
3. Νίκος Καλοπήτας
4. Γεώργιος Αυγερίκος ‘‘Νικήτας’’
Γεννήθηκε στην Αράχοβα κατά την ανατολή
του εικοστού αιώνα.
Ήταν ο νεότερος από τα τέσσερα παιδιά
της αγροτικής οικογένειας του Πλούταρχου
και της Ευσταθίας Αυγερίκου. Μεγάλωσε στο χωριό όπου και έμαθε τα πρώτα του
γράμματα, χωρίς όμως να τελειώσει το σχολείο.
Ανήσυχο πνεύμα όπως ήταν, ξενιτεύτηκε
στην Αθήνα κατά την εφηβεία του, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όπου και
εργάστηκε στον πρωτογενή τομέα ασκώντας το επάγγελμα του βυρσοδέψη.
Παντρεύτηκε την Αραχοβίτισα Βασιλική
Σύρου με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, διαμένοντας στα Πετράλωνα Αθηνών.
Η γυναίκα του πέθανε πριν τον πόλεμο. Ο
θάνατός της ήταν η αιτία, λόγω των δύσκολων συνθηκών της εποχής, αλλά και των
δυσχερειών που αντιμετώπιζε κατά την ανατροφή των παιδιά του, να τα πάρει και
να επιστρέψει στην πατρογονική γη, ζητώντας την βοήθεια των δικών του.
Όταν κηρύχτηκε ο Ιταλικός πόλεμος
υπηρέτησε στο Αλβανικό μέτωπο ως λοχίας και στη συνέχεια προήχθη σε έφεδρο
ανθυπολοχαγό επ’ ανδραγαθία.
Αμέσως μετά την συνθηκολόγηση επέστρεψε, μαζί με άλλους
συμπατριώτες του, με τα πόδια στην
Αράχοβα, διατηρώντας με χίλιες προφυλάξεις και άλλους τόσους κινδύνους τον
ατομικό του οπλισμό.
Ήταν από τους πρώτους ένοπλους που
βγήκαν στο βουνό για να αντισταθούν στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές.
Υπηρέτησε στο ΙΙΙ/34 τάγμα
Ελικώνα του ΕΛΑΣ, με το ψευδώνυμο
‘‘Νικήτας’’ μέχρι και την απελευθέρωση, λαμβάνοντας μέρος σε πάρα πολλές μάχες,
με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, προαχθείς αργότερα σε λοχαγό.
Ο Γιώργος Αυγερίκος εκείνη την εποχή δεν
ήταν νεαρός, ήταν ένας ώριμος άντρας πάνω από σαράντα ετών, με τρία παιδιά και
υποχρεώσεις ζωής απέναντί τους. Παρόλο που υπήρξε άνθρωπος χαμηλών τόνων,
οργανωτικός, εύστροφος και οξυδερκής, δεν υπήρξε ποτέ φυγόπονος. Απεναντίας μέσα του
επικράτησε το έμφυτο αυξημένο αίσθημα της
θυσίας για την Πατρίδα, για την αγάπη της οποίας παραμέλησε ακόμα και αυτή την πατρική
παρουσία στα παιδιά του, την ανατροφή των οποίων, όσο αυτός πολεμούσε, είχαν
αναλάβει οι συγγενείς του. Αγωνίστηκε
για την Πατρίδα του ανιδιοτελώς, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταμοιβή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν οι Ιταλοί
κατείχαν την Αράχοβα, τ’ αδέρφια του πέρασαν δύσκολη χρονιά από τις συνεχείς
οχλήσεις του Ιταλού ‘’Φράνκο’’, ο οποίος ασκούσε πάνω τους συνεχείς πιέσεις
ώστε να δώσουν πληροφορίες για την σύλληψή του.
Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του
πενήντα ύστερα από πολύχρονη ασθένεια, κληρονομιά των κακουχιών του πολέμου
αλλά και της ζωής.
5. Μέλτος Παπαθανασίου ‘‘Χουαρέζ’’
6. Νίκος Γιαννέτσος ‘‘Τηλέμαχος’’
7. Στάθης Κορίτος
8. Γιώργος Κορίτος
9. Λουκάς Κομματάς
Ο Λουκάς Κομματάς
γεννήθηκε στην Αράχοβα το 1918. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου και της Στυλιανής Κομματά,
οικογένειας κτηνοτρόφων. Από μικρό παιδί μπήκε στη βιοπάλη βοηθώντας τον πατέρα
του σε όλες τις δουλειές, είτε στο κοπάδι, είτε στα κτήματα.
Μεγαλώνοντας
εξελίχτηκε σε νεαρό άντρα με ευρωστία
διάπλασης και ρώμης. Ήταν ψηλός και όμορφος εκ φύσεως, αλλά και γυμνασμένος από
την συνεχή κίνηση και εργασία στα κτήματα και στις ανάγκες φύλαξης του κοπαδιού
της οικογένειας.
Η
σωματική του ανάπτυξη ήταν πολύ πάνω από τα δεδομένα των υπόλοιπων νέων, όχι
μόνον της ηλικίας του, αλλά και των μεγαλύτερων.
Τεράστιες
πλάτες, μακριά χέρια , μεγάλες παλάμες και υπερβολική δύναμη, συνέθεταν ένα
σμιλεμένο κορμί το οποίο στήριζε ένα πανέμορφο κεφάλι πλαισιωμένο από σγουρά
μαύρα μαλλιά.
Ήταν
κληρωτός το 1938. Λαμβάνοντας τη βασική εκπαίδευση σε στρατόπεδο της Θήβας,
ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στα βουνά της Ηπείρου αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού
πολέμου το 1940.
Βρέθηκε
στην πρώτη γραμμή στο παγωμένο Αλβανικό μέτωπο, μέσα στα χιόνια και τις λάσπες,
υπηρετώντας στην θρυλική VIII
(8η) Μεραρχία Πεζικού υπό τις διαταγές του
Υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου.
Ψημένος
από την μέχρι τότε σκληρή ζωή του στο χωριό, έδειξε απαράμιλλο θάρρος κατά την προσπάθεια
διατήρησης της γραμμής άμυνας στο Καλπάκι, απέναντι στην επίλεκτη Ιταλική
μεραρχία τεθωρακισμένων ‘’Κένταυρος’’,
την οποία και απώθησαν με μεγάλη επιτυχία.
Ιδιαίτερα
στην μάχη της Γκραμπάλας, κατά την ανακατάληψη αυτού του υψώματος, ανδραγάθησε
πολλαπλώς, κερδίζοντας τον σεβασμό των συμπολεμιστών του.
Η
σωματική του διάπλαση και η ψυχραιμία του τον έκαναν στήριγμα για τους γύρω του
σ΄ αυτές τις κρίσιμες ώρες.
Όταν
επέστρεψε στην Αράχοβα, μετά από πολλές κακουχίες, έλλειψη τροφής, ποδαρόδρομο,
ψυχική και σωματική καταπόνηση, αλλά και
από την παντελή απουσία καθαριότητας, χωρίς να ξεκουραστεί καθόλου άρχισε
αμέσως τη δουλειά που γνώριζε από παιδί,
βόσκοντας τα πρόβατά του στις πλαγιές του Παρνασσού και τον ελαιώνα.
Μετά
την συνθηκολόγηση των Ιταλών, έδωσε το παρών,όπως και οι άλλοι συντοπίτες του
συμμαχητές, αφού πρώτα αρματώθηκε με τα απαλλοτριωμένα όπλα του Ιταλικού λόχου,
στη σημαντική αναμέτρηση με τους Γερμανούς στην περιοχή.
Την
πρώτη ημέρα της μάχη πολέμησε στην περιοχή της Αράχοβας στη θέση ‘‘Σφάλα’’ και τη δεύτερη μέρα τάχτηκε να υπερασπιστεί
την περιοχή ‘’Κρόκι’’ ενταγμένος, μαζί με άλλους συχωριανούς του, στην ομάδα
του Ι. Ασημάκη.
Εκεί
συνάντησε την μοίρα του, διότι το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα, από ένα
θραύσμα κανονιού, το οποίο ήρθε από πολύ μακρυά (λέγετε ότι εκτοξεύτηκε από
πλοίο ευρισκόμενο στην Ιτέα), πάνω στην ακμή της νιότης του.
Θυσιάστηκε
για την πατρίδα, σβήνοντας όρθιος.
Τον
μετέφεραν στην Αράχοβα ακουμπισμένο στο σαμάρι ενός μουλαριού, τα δε χέρια
του που αιωρούνταν, επειδή ήταν
μεγαλόσωμος, ακουμπούσαν σχεδόν στο έδαφος.
Την
επομένη κηδεύτηκε με τις ανάλογες τιμές.
Ας
είναι αιωνία η μνήμη του.
10. Θανάσης Βασιλιάς
11. Γιάννης Τσότρας
12. Θύμιος Μήταλας
13. Ιωάννης Ασημάκης
14 Κώστας Γιαννέλος
15. Στυλιανή Ανδρίτσου
15. Στυλιανή Αγναντιώτη
17. Χρήστος Κατσούλης, του Γεωργίου και της Ασήμως.
Γεννήθηκε στο Στείρι Βοιωτίας το έτος 1914 από
γονείς κτηνοτρόφους. Ακολουθώντας από παιδί το επάγγελμα των γονιών του,
παρέμεινε στο χωριό του οργώνοντας τον Παρνασσό και τον Ελικώνα με το κοπάδι
του, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη ζωή των ποιμένων της περιοχής.
Πολέμησε στην πρώτη γραμμή στο Αλβανικό μέτωπο, ως
μάχιμος τυφεκιοφόρος και όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, μετά την
συνθηκολόγηση, παντρεύτηκε την
συγχωριανή του Άννα Κουσκούκη.
Ήταν
θαρραλέος άντρας, μετρίου αναστήματος, χειροδύναμος και ψημένος στις
κακουχίες. Με γρήγορη σκέψη και έμφυτη
αποφασιστικότητα, είχε μέσα του αυξημένο το
αίσθημα της φιλοπατρίας. Εμπειροπόλεμος και ανήσυχος, όπως τον
περιγράφουν οι συχωριανοί του, βγήκε από τους πρώτους στο βουνό για να
πολεμήσει τους κατακτητές, ακολουθώντας τους ντόπιους αντάρτες.
Γρήγορα όμως οι οικογενειακές του υποχρεώσεις (η
γυναίκα του ήταν έγκυος), τον ανάγκασαν να επιστρέψει στο χωριό. Αργότερα
εντάχτηκε στην τοπική μαχητική ομάδα του εφεδρικού ΕΛΑΣ στην οποία, μετά από
λίγο καιρό λόγω της μαχητικής του πληρότητας κρίθηκε από τους ντόπιους ικανός
να καταλάβει τη θέση του αρχηγού, την οποία και τίμησε μέχρι το τέλος.
Σκοτώθηκε στη μάχη της Αράχοβας στις 10/09/1943 κατά
την οποία πολέμησε με ανδρεία και στήθος. Μια ριπή μυδράλιου του έκοψε το νήμα της ζωής αφού προηγουμένως
είχε προλάβει να σκοτώσει αρκετούς Γερμανούς, σύμφωνα με μαρτυρίες
συμπολεμιστών του, πολεμώντας ακόμα και σώμα με σώμα. Λίγες μέρες μετά τον
θάνατό του, συγκεκριμένα στις 21/09/43 ήρθε στη ζωή η κόρη του, που πήρε το
όνομά του, την είπαν Χριστίνα. Φυσικά δεν πρόλαβε να την δει, ενώ εκείνη τον
γνώρισε μέσα από τις φωτογραφίες και τις διηγήσεις συγγενών, φίλων και
συχωριανών.
18. Χαράλαμπος Παππάς (Δεσφίνα) Αρχηγός μαχητικής
ομάδας Δεσφίνας
19. Χρήστος Κρεμμύδας (Δεσφίνα)
20. Μήτσος Μακρής (Χρισσό)
21. Πέτρος Χώος ή Κώχας (Κίρρα)
22.
Μιχαήλ Αντωνόπουλος
ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βιβλιογραφία
–Πηγές
1. ‘’Περιπέτεια
Πολέμου’’- Ημερολόγιο, της Αραχοβίτισας Ασπασίας Αυγερίκου, θυγατέρας
Παναγιώτη και της Ευσταθίας το γένος
Ντζεμέ.
2. Σχεδιαγράμματα
της μάχης, φτιαγμένα την ίδια εποχή από τον αυτόπτη μάρτυρα, Ιωάννη Καλμαντή
(Νταλίπη)
3. Μαρτυρίες
Αραχοβιτών/τριών, κατοίκων Στειρίου και Δεσφίνας που έζησαν τα γεγονότα, αλλά
και επιγόνων οι οποίοι διέσωσαν μαρτυρίες αυτοπτών.
4. Αράχωβα-
Εικόνες & μνήμες του χτες- Βιβλίο του Τάκη Μυλωνά.
5. Μάχη
Αράχωβας, 9-10/9/1943, Δημήτρη Ν. Δημητρίου - Νικηφόρου "Αντάρτης στα
Βουνά της Ρούμελης" (τρίτομο), σελ. 454-502, Τόμος Β΄
6. Ιστορία
της Αντίστασης 1940-1945, Τόμος 2, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1979.
7. ΧΡΟΝΙΚΟ
ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ , Η ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ
ΕΛΛΑΔΑ, της ΕΡΤ1. Μιλούν πρωταγωνιστές της μάχης. Από το αρχείο της
ΕΡΤ:http://archive.ert.gr/23051/
8. ‘‘Η
Ιστορία του 18ου Συντάγματος Polizei’’. Του αντιστράτηγου Herman Franz (Συνταγματάρχης, κατά την Κατοχή όταν
ήταν διοικητής του).
9.
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: Μάχη της Αράχωβας (1943) https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%AC%CF%87%CF%89%CE%B2%CE%B1%CF%82_(1943)
10. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ Δημήτρης Δημητρίου (Νικηφόρος)
11. Γιώργος
Παρνασιώτης https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0xJPD32gTgJbrEYc42SCnEwkBm2pQqmKDpjFb7UbVcbZcAUWeuQNEyBptq3VyVQ7Al&id=100076466527679
12. ΑΡΗΣ
ΟΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΑΤΑΚΤΩΝ –Διονύσης Χαριτόπουλος
13. ΟΙ
ΑΤΑΚΤΟΙ - Διονύσης Χαριτόπουλος
14. ΓΕΣ/3ΟΝ
ΕΓ, Ανταρτοπόλεμος, Στρατωτικόν Τυπογραφείον.
15. Κέδρος
Αντρέας. Η Ελληνική Αντίσταση 1940-44. ΘΕΜΕΛΙΟ
16. ΑΡΑΧΟΒΑ
ΤΟΠΟΝΥΜΙΟΓΛΩΣΣΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ –Στάθη Ασημάκη
17. Η
ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΩΚΙΔΑ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ -Γεωργίου
Γάτου
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΌΛΟΓΟΣ
1. Ιστορικά
δεδομένα- ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Συνθηκολόγηση, Η Αράχοβα τις πρώτες μέρες της κατοχής,
Πρώτος χρόνος - Ανασυγκρότηση, Οι Ιταλοί
‘‘Κατακτούν’’ την Αράχοβα, Διελκυστίνδα..
2.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ
ΙΤΑΛΙΑΣ - ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Συνθηκολόγηση Ιταλίας, Διαπραγματεύσεις, Γεώργιος
Αυγερίκος -‘‘Νικήτας’’, Συνέχεια διαπραγματεύσεων Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου
1943 Παραμονή της Μάχης, Δημήτριος
Δημητρίου -‘‘Νικηφόρος ’’ , Προεόρτια, Συνάντηση, Προετοιμασίες, Ἅ, τί νύκτα ἦταν
ἐκείνη.
3. 1Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 1943 1η μέρα της Μάχης, Υφαρπαγή, Θάνατος Του Γιάννη Τσότρα
του Ζαχαρία ετών 52, Θάνατος του Θύμιου Μήταλα του Δημητρίου ετών 48,
Ενθουσιασμός, Δεσφίνα, Προμαχούντες, Έξοδος, Αφοπλισμός.
4.
2Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 1943. Προετοιμασία, Έχουν γνώση οι
φύλακες, Σύγκρουση, Άμαχοι, ‘‘Κρόκι’’-
Εποποιία, Οι εφεδρείες κερδίζουν τον πόλεμο,‘‘Τούμπρη’’, Επινίκια.
5. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ - ΘΡΗΝΟΣ
Απ’ τη μεριά των κατακτητών, αποδοχή ήττας, Λυγμοί,
Ποίημα - Μάχη της ‘‘Σφάλας’’
6. ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ
Επόμενες Μέρες, κατάληψη της Αράχοβας.
7. ΜΙΚΡΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ
8. ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ










