Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

ΟΜΗΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ …ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΚΟΝΤΟΣΟΥΒΛΙ!



Του Στέργιου Μπακολουκά

Το κοντοσούβλι είναι μία από τις παλιότερες γαστριμαργικές απολαύσεις των Ελλήνων! Η νοστιμιά του στηρίζεται στην απλότητα των υλικών καθώς και την ποιότητα των πρώτων υλών. Μπορεί να φτιαχτεί από τα μεριά όλων των  ειδών των ζώων που βάζουμε στο τραπέζι μας. Όμως η παραδοσιακή συνταγή της Ρουμελιώτικης πρότασης η οποία χάνετε στους αιώνες, θέλει αυτό να παρασκευάζετε από  μικρά κομμάτια πρόβειου, γίδινου και χοιρινού κρέατος, από τα οποία δεν αφαιρούνται τα κόκαλα.

Το  αλάτι, το πιπέρι και η ρίγανη θεωρούνται, για τους Ρουμελιώτες, μπαχαρικά και βότανα που  αυστηρά ΜΟΝΟ αυτά είναι αποδεκτά, ώστε όταν κατά περίπτωση  χρησιμοποιηθούν στις σωστές δόσεις, να εξασφαλίσουν την απογείωση  της νοστιμιάς του συγκεκριμένου εδέσματος!

Μια άλλη αναγκαία παράμετρος, επιβεβλημένη από την παράδοση, για τον καλύτερο τρόπο εκτέλεση της ….αποστολής! είναι η υποχρεωτική παρασκευή, καθώς και το ψήσιμό του από …Άνδρα!!!  Είναι γεγονός ότι στον τόπο μας, το κοντοσούβλι  συμπυκνώνει μια απλή, αλλά πολυετή τεχνική που αναμφίβολα είναι ανδρική υπόθεση!!!

Την πρώτη αναφορά για τον τρόπο παρασκευής και το ψήσιμο αυτού του εδέσματος και μάλιστα από Άνδρες, που στις μέρες μας σώθηκε με την ονομασία κοντοσούβλι, την βρίσκουμε στον Όμηρο!

Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Ι, στοίχοι 203-217!

‘‘Παρακολουθήστε’’ λοιπόν τη σκηνή, στο πρωτότυπο κείμενο, αφού προηγουμένως, για να συνδεθούν τα γεγονότα, σας περιγράψω με λίγα λόγια τι έχει προηγηθεί, ποιος φτιάχνει, σε αυτό το σημείο του Τρωικού Πολέμου, τα ….κοντοσούβλια και γιατί.   

«Ο Τρωικός Πόλεμος βρίσκεται στην κορύφωσή του. Ο Αχιλλέας χολωμένος από τη συμπεριφορά του Αγαμέμνονα απέναντί του, έχει αποσύρει τους Μυρμιδόνες από τη μάχη με αποτέλεσμα οι Αχαιοί να βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση. Οι Τρώες έχουν καταφέρει να κλείσουν τους Έλληνες στο ναύσταθμό τους! Ο Αγαμέμνονας , αγωνιώντας για την τροπή του πολέμου και φοβούμενος  τα χειρότερα που βλέπει   ότι έρχονται,  υπαναχωρεί   από την αρχική του απόφαση σε σχέση με την έχθρα του προς τον Αχιλλέα, στέλνει τον  Οδυσσέα και τον Αίαντα να πάνε στο στρατόπεδο του γιού του Πηλέα, να του προσφέρουν δώρα εκ μέρους του  και να τον παρακαλέσουν να επιστρέψει στη μάχη. Πράγματι Οδυσσέας και Αίαντας έφτασαν στο στρατόπεδο του Ήρωα και εκείνος αφού τους υποδέχτηκε θερμά και τους έβαλε να πιούν κρασί , για να τους ευχαριστήσει, με τη βοήθεια του Πατρόκλου και του Αυτομέδοντα τους έφτιαξε ένα  …κοντοσούβλι από πρόβειο, γίδινο και χοιρινό κρέας!»

 Πρωτότυπο κείμενο
«…ς φάτο, Πάτροκλος δ φίλ πεπείθεθ ταίρ.
α
τρ γε κρεον μέγα κάββαλεν ν πυρς αγ,
ν δ ρα ντον θηκ ϊος κα πίονος αγός,
ν δ συς σιάλοιο άχιν τεθαλυαν λοιφ.
τ
δ χεν Ατομέδων, τάμνεν δ ρα δος χιλλεύς.
Κα τ μν ε μίστυλλε κα μφ βελοσιν πειρε,
π
ρ δ Μενοιτιάδης δαεν μέγα σόθεος φώς.
α
τρ πε κατ πρ κάη κα φλξ μαράνθη,
νθρακιν στορέσας βελος φύπερθε τάνυσσε,
πάσσε δ
λς θείοιο κρατευτάων παείρας.
Ατρ πεί ῥ᾽ πτησε κα εν λεοσιν χευε,
Πάτροκλος μ
ν στον λν πένειμε τραπέζ
καλο
ς ν κανέοισιν, τρ κρέα νεμεν χιλλεύς……»

Μετάφραση  
«Έτσι είπε, ο δε Πάτροκλος υπάκουσε στον αγαπητό του σύντροφο.
Εκείνος δε έβαλε κάτω δίπλα στη λάμψη της φωτιάς μεγάλο κρεατοσάνιδο,
Σ’ αυτό δε απόθεσε μπούτι, από πρόβατο και από παχιά γίδα και πλάτη από παχύ χοιρινό.
Του κρατούσε δε ο Αυτομέδων και ο ευγενής Αχιλλέας έκοβε.
Και αυτά καλώς τα λιάνιζε και στις σούβλες τα περνούσε, φωτιά δε μεγάλη έκαιγε ο Μενοιτιάδης, άνδρας σεβαστός.
Αφού δε εντελώς κάηκαν τα ξύλα και η φλόγα έσβησε,
έστρωσε τα κάρβουνα  και έβαλε από πάνω τις σούβλες
Τοποθετώντας τες στους κρατευτές (βάσεις) πασπάλιζε δε με θεϊκό αλάτι.
Αφού δε τα έψησε και στα τραπέζια τα άπλωσε,
Ο μεν Πάτροκλος, αφού πήρε ψωμί το μοίραζε στο τραπέζι,
μέσα σε ωραία κάνιστρα, τα δε κρέατα τα μοίρασε ο Αχιλλέας.»

Οι στίχοι σε ελεύθερη μετάφραση από τον Γ. Ψυχουντάκη:

“Του συντρόφου του ό Πάτροκλος κείνα πού του ‘πε πιάνει.
Κι αυτός κρεατοκούτσουρο μεγάλο τότες βάνει
έκειά στη φέξη της φωθιάς, αίγας παχιάς κι αρνιού το μπούτι
πάνω ‘θεκε, και γουρουνιού της πλάτης το κομμάτι,
π’ από το πάχος γυάλιζε, και πιάνει τα κι αρχίζει,
και βαστά ντου Αύτομέδοντας και τα χοντρομελίζει,
κατόπι σε μικρότερα κομμάτια διαμελά τα,
κι ωσάν τ’ άπομορφόκοψε, στις σούβλες και περνά τα.
Κι ό Πάτροκλος ό θεϊκός φωθιά μεγάλην άφτει
κι  ως ή φωθιά κατάκατσεν, ή φλόγα κι ασκοντάφτει,
κι αποκαταφλογόσβησε, τότες κι εκείνος παίρνει,
έστρωσε την καρβουνοσιά, τις σούβλες του και σέρνει
πάνω σε διχαλόξυλα, κι ανασηκώνοντάς τις
απ’ τα διχάλια, μ’ άγιον άλάτσι πασπαλά τις.
Σάν τα ‘ψησε και τ’ άπιλωσε στην τάβλα και τα σιάζει,
σ’ ώρια πανέρια το ψωμί κι ό Πάτροκλος μοιράζει.

Πηγές:
Βιβλίο Rakopolio.blogspot.com –Στάθης Ασημάκης
Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «οι Έλληνες» ΙΛΙΑΣ Ραψωδία Ι –Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
Ελεύθερη απόδοση στίχων από τον Γ. Ψυχουντάκη.