Του Στέργιου Μπακολουκά
Είμαστε συγχωριανοί
και σχεδόν συνομήλικοι. Έχουμε αμοιβαία αισθήματα σεβασμού και εκτίμησης. Τον
συνάντησα τυχαία, μετά από πολύ καιρό, να πίνει τον καφέ του στο μπαράκι ενός
κεντρικού βιβλιοπωλείου. Αν και είχε «γεράσει»
δεν είχε κόψει τη συνήθεια να επισκέπτεται τακτικά, ακόμα και μόνο για καφέ,
αυτούς τους χώρους στο κέντρο της Πόλης, όπως μου είπε. Με χαιρέτησε εγκάρδια
και με υποχρέωσε να παραγγείλω καφέ.
-Δεν θα τ’ αγοράσω όλα, απολογήθηκε γελώντας, όταν είδε ότι
παρατηρούσα τη στοίβα από τα βιβλία που είχε απιθώσει στο τραπέζι μπροστά του.
-Μεγαλώσαμε! Θαύμασε! Και στη συνέχεια με
μελαγχολικό ύφος διαπίστωσε αναφερόμενος, από ευγένεια, μόνο στον εαυτό του!
-Τώρα πλέον ο χρόνος μου ‘‘μάζεψε’’
και δεν έχω καιρό για χάσιμο, γι’ αυτό είμαι πολύ επιλεκτικός ακόμα και στο
διάβασμα. Όμως μου αρέσει που και που να κάνω τη βόλτα μου εδώ, και πίνοντας
τον καφέ μου, να ξεφυλλίζω πολλά από αυτά τα βιβλία και μερικές φορές ν’ αγοράζω
ένα δυο!
Ύστερα
από λίγη ώρα, η συζήτηση για το «Χωριό», ήρθε καταληκτικά ως σημείο
αναφοράς. Συμφωνήσαμε ότι συμμετείχαμε και οι δυο σε νοσταλγικά «νεφελώματα» εξ αιτίας του.









