ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ
ΙΟΥΝΙΟΣ 1940
Ένα γράμμα με σταμάτησε
πάλι σήμερα, μου λέει για τις χαρές και τις ξέγνιαστες ώρες της εξοχής, μου το
στέλνει ο φίλος μου ο Αντρέας ο Ζηνέλης απ’ τους Δελφούς, που τόγραψε στα
γόνατα πάνω σ’ ένα καραούλι του Παρνασσού. Δεν είναι ένα συνηθισμένο γράμμα, το
γράμμα του φίλου μου, είναι ένας κόσμος ολάκερος, αγνός και παρθενικός. Το
περίμενα τώρα και τόσον καιρό, μου το είχε υποσχεθεί, μόλις θ’ ανέβαινε στο
βουνό. Σαν να μάντευε την αγωνία μου δεν άργησε και τόσο πολύ. Ήρθε απάνω στην
ώρα. Το φάκελλο φέρνει τα ίχνη της βροχής απάνω του, απ’ τις συγνεφιασμένες
«μπουλμπιριές», τα ίχνη της περιπέτειας ώσπου να ρθεί σιγά-σιγά απ’ τη μάνα του
Ουρανιώ στο χωριό.
Πίσω διαβάζει κανείς
λακωνικά τον αποστολέα του: Β.Β. Δελφοί=βασανισμένος βοσκός. Τούτο είναι το
ψευδώνυμο του μπιστικού. Ο πατέρας του, ο μπάρμπα-Νικόλας, είναι ο
αρχιτσέλιγγας του Καστριού. Ο Αντρέας κι’ ο Θύμιος ακολουθάνε το προβατοκοπάδι.
Φέτος μούλεγε για το καινούριο τσοπανόσκυλο που πήρανε. Του Αντριγιά η ζωή
περνά με διαβάσματα και με τεχνουργοσκαλίσματα, είναι ο νεροκουβαλητής κι’ ο
μάγειρας της στάνης.










