Του Στάθη Ασημάκη
Γενικά
Η αρχαιολογική σκαπάνη βρίσκει, συνήθως, κατόπιν πολλής έρευνας, αλλά και τύχης, τα τεκμήρια εκείνα που μπορούν να δομήσουν το προφίλ ενός τόπου, μέσα στο χρόνο. Ένας άλλος δρόμος για το σκοπό αυτό είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα τοπωνύμια («επιγραφαί επί του εδάφους γεγλυμμέναι») μαζί με το γλωσσικό ιδίωμα («επιγραφή…“πτερόεσσα”»), εφόσον το σχετικό υλικό που είναι διαθέσιμο είναι ικανοποιητικό.
Και ενώ μπορεί να επιτευχθεί, σχετικά εύκολα, η ανάλυση της δομής ενός γλωσσικού ιδιώματος, αντίθετα η τοπωνυμική έρευνα είναι, συνήθως, δυσκολότερη. Πράγματι, η μελέτη ενός τοπωνυμίου δεν απαιτεί μόνο επίπονη διερεύνηση (υπάρχει πάντα κίνδυνος γλωσσικών «αντικατοπτρισμών» που μπερδεύουν τα πράγματα) και προσεκτική επισκόπηση της περιοχής, αλλά επί πλέον και γνώση της μικροϊστορίας της, πράγμα καθόλου εύκολο, ειδικά όταν η σχετική έρευνα προχωρεί σε απώτερες εποχές.
Εάν, όμως, και η «τοπωνυμιογλωσσική σκαπάνη» τύχει και βρει επαρκή στοιχεία για τα επιμέρους στρώματα που επικάθισαν στην εξεταζόμενη περιοχή, μέσα στο διάβα του χρόνου, τότε μπορεί να δομηθεί με καλή προσέγγιση το προφίλ της, οπότε μπορούμε να μιλάμε για ρίζες και αρμούς.
Τώρα, αναφορικά με το τοπωνύμιο Αράχοβα που είναι ένα από τα πλέον εμβληματικά του ελληνικού χώρου, αυτό έχει ως γνωστόν χαρακτηριστεί σλαβικό, και είναι φορτωμένο με βεβαιότητες που μάλλον αποθαρρύνουν περαιτέρω έρευνες.