Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Ο ΛΙΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΑΤΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΝΑ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ

 


Η ανακάλυψη του 1884, οι ιστορικές μαρτυρίες, η επιστημονική διαμάχη και η περιπέτεια ενός μοναδικού παλαιοχριστιανικού μνημείου

Υπάρχουν ορισμένα ιστορικά ευρήματα που ξεπερνούν τα όρια ενός τόπου και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ένα τέτοιο εύρημα είναι και ο περίφημος «Λίθος της Κανά», ο οποίος ανακαλύφθηκε στην Ελάτεια της Φθιώτιδας κατά τις ανασκαφές του Γάλλου αρχαιολόγου Pierre Paris, το 1884.
Η ανακάλυψη αυτή προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, απασχόλησε αρχαιολόγους, θεολόγους, ιστορικούς και τον Τύπο της εποχής, ενώ συνδέθηκε με μία από τις γνωστότερες διηγήσεις της Καινής Διαθήκης: το πρώτο θαύμα του Ιησού Χριστού στον γάμο της Κανά της Γαλιλαίας, όταν, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, μετέβαλε το νερό σε κρασί.
Η ιστορία του ευρήματος, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην ανακάλυψή του. Ακολουθεί μια ενδιαφέρουσα διαδρομή από την Ελάτεια στην Αθήνα, συνοδεύεται από διαφορετικές επιστημονικές ερμηνείες και συνδέεται ακόμη και με ένα σημαντικό γεγονός της νεότερης ελληνικής βασιλικής ιστορίας.

 Η ανακάλυψη στην αρχαία Ελάτεια

Η ανακάλυψη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των αρχαιολογικών ερευνών που διεξήγαγε ο Γάλλος αρχαιολόγος Pierre Paris στην περιοχή της αρχαίας Ελάτειας, κατά τα έτη 1883-1884, για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, στην περιοχή του αρχαίου ιερού της Αθηνάς Κραναίας και στα ερείπια του μεσαιωνικού ναού της Μεγάλης Παναγίας, ήρθε στο φως ένας μεγάλος ορθογώνιος λίθος από φαιόχρωμο μάρμαρο, με λευκές φλέβες.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ευρήματος δεν οφειλόταν μόνο στις διαστάσεις του, αλλά κυρίως στην επιγραφή που έφερε.
Στην επιφάνειά του ήταν χαραγμένα, με βυζαντινούς χαρακτήρες, τα ακόλουθα λόγια:
«† Οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας ὅπου τὸ ὕδωρ οἶνον ἐποίησεν ὁ Κ(ύριο)ς ἡμῶν Ἰ(ησοῦ)ς Χ(ριστό)ς †».
Δηλαδή:
«Αυτός είναι ο λίθος από την Κανά της Γαλιλαίας, όπου ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετέβαλε το νερό σε κρασί».
Η επιγραφή αυτή ήταν αρκετή για να προκαλέσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Ένα αντικείμενο που βρέθηκε στην ελληνική επαρχία δήλωνε ότι προερχόταν από την Κανά της Γαλιλαίας και συνδεόταν άμεσα με το πρώτο θαύμα του Χριστού.
Οι διαστάσεις του μεγάλου λίθου, σύμφωνα με τις πρώτες περιγραφές, ήταν περίπου 2,33 μέτρα μήκος, 0,64 μέτρα πλάτος και 0,33 μέτρα ύψος. Η επεξεργασία των επιφανειών του δεν ήταν ομοιόμορφη, στοιχείο που έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.

Η πρώτη δημοσιογραφική αναφορά – 14 Φεβρουαρίου 1885

Η είδηση της ανακάλυψης δημοσιεύθηκε στην ελληνική εφημερίδα «Εφημερίς» στις 14 Φεβρουαρίου 1885, με τον χαρακτηριστικό τίτλο:
«Ο από Κανά της Γαλιλαίας λίθος».
Το δημοσίευμα ανέφερε ότι επρόκειτο για μια σημαντική και αξιοπερίεργη ανακάλυψη αρχαίου χριστιανικού μνημείου στην Ελάτεια της Λοκρίδας.
Στην αρχή του άρθρου διαβάζουμε:
«Σπουδαίαν και ικανώς περίεργον ανακάλυψιν αρχαιοτάτου χριστιανικού μνημείου εποιήσατο κατά συγκυρίαν εν Ελατεία της Λοκρίδος ο κ. Paris».
Η εφημερίδα ενημέρωνε τους αναγνώστες της ότι περισσότερες πληροφορίες για το εύρημα είχαν γίνει γνωστές μέσα από την επιστημονική μελέτη του Γάλλου βυζαντινολόγου Charles Diehl, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Bulletin de Correspondance Hellénique.
Το σημαντικό αυτό δημοσίευμα του Diehl, με τίτλο «La pierre Cana» (Ο λίθος της Κανά), καταλαμβάνει τις σελίδες 28-42 του ένατου τόμου του περιοδικού, το 1885.
Ο Diehl δεν περιορίστηκε στην περιγραφή της επιγραφής. Προσπάθησε να αναζητήσει την ιστορική διαδρομή του μνημείου και να εξετάσει εάν ο λίθος που βρέθηκε στην Ελάτεια μπορούσε πράγματι να συνδεθεί με το αντικείμενο που αναφερόταν στις παλαιότερες χριστιανικές περιηγητικές μαρτυρίες.

 Η μαρτυρία του Αντωνίνου από την Πλακεντία

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία του ευρήματος ήταν το οδοιπορικό του Αντωνίνου από την Πλακεντία, ενός δυτικού προσκυνητή που επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους περίπου το 570 μ.Χ.

Στην περιγραφή της επίσκεψής του στην Κανά αναφέρει ότι έφθασε στον τόπο όπου, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πραγματοποιήθηκε ο γάμος και το πρώτο θαύμα του Χριστού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η φράση του:
«Et accubuimus in ipso accubitu».
Η φράση αναφέρεται στο ανάκλιντρο στο οποίο, κατά την περιγραφή του, ανακλίθηκε και ο ίδιος, συνδέοντάς το με το ανάκλιντρο του γάμου της Κανά.
Ο Diehl θεώρησε ότι το ανάκλιντρο αυτό μπορούσε να ταυτιστεί με τον μεγάλο λίθο της Ελάτειας. Επιπλέον, παρατήρησε ότι στην επιφάνεια του λίθου διακρίνονταν ίχνη μιας δεύτερης, δυσανάγνωστης επιγραφής, στην οποία αναγνώρισε το όνομα «Αντωνίνου».
Η πιθανή σύνδεση του ονόματος με τον προσκυνητή του 6ου αιώνα αποτέλεσε για τον Diehl ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της ταύτισης.
Ωστόσο, η ταύτιση αυτή δεν έγινε αποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις. Ήδη από την πρώτη περίοδο της έρευνας υπήρξαν διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες αφορούσαν τόσο την ερμηνεία της επιγραφής όσο και την πραγματική χρήση του λίθου.

 Η μεταφορά του λίθου στην Αθήνα – Οι εφημερίδες του Απριλίου 1885

Η ανακάλυψη προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον ώστε αποφασίστηκε η μεταφορά του ευρήματος στην Αθήνα, προκειμένου να εξεταστεί από ειδικούς επιστήμονες.

Η εφημερίδα «Εφημερίς», στις 21 Απριλίου 1885, έγραφε:
«Επανέκαμψαν εκ της εκδρομής αυτών εις Ελάτειαν ο αρχιεπίσκοπος Πατρών κ. Νικηφόρος Καλογεράς και Σπ. Λάμπρος».
Οι δύο άνδρες είχαν μεταβεί στην Ελάτεια για να εξετάσουν τον λίθο.
Την επόμενη ημέρα, στις 22 Απριλίου 1885, η ίδια εφημερίδα δημοσίευσε την είδηση της άφιξής του στην Αθήνα:
«Εκομίσθη χθες ενταύθα εξ Ελατείας [...] ο από Κανά της Γαλιλαίας ανευρεθείς ενεπίγραφος λίθος».
Το δημοσίευμα συμπλήρωνε ότι ο λίθος τοποθετήθηκε στον ναΐσκο του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στη Μητρόπολη Αθηνών, με εντολή του υπουργού της Παιδείας.
Αναφερόταν επίσης ότι θα εξεταζόταν από αρμόδιους επιστήμονες.
Οι παραπάνω ειδήσεις έχουν ιδιαίτερη αξία, καθώς μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε με ακρίβεια τη μεταφορά του μνημείου από την Ελάτεια στην Αθήνα και την άμεση κινητοποίηση των αρμόδιων προσώπων.

 Η επιστημονική άποψη του Νικηφόρου Καλογερά

Μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές για το θέμα είναι η εκτενής μελέτη του Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Καλογερά, η οποία δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα» της 23ης Μαΐου 1885, με τίτλο:

«Ο από Κανά της Γαλιλαίας λίθος και η τούτου ιστορική εξήγησις».
Ο Νικηφόρος Καλογεράς, αρχιεπίσκοπος Πατρών και λόγιος θεολόγος, είχε μεταβεί στην Ελάτεια κατόπιν εντολής του Υπουργείου Εκκλησιαστικών, προκειμένου να εξετάσει επιτόπου το εύρημα και να συγκεντρώσει πληροφορίες για την ιστορία του.
Στο κείμενό του περιγράφει αναλυτικά τον λίθο, την επιγραφή, τη σχέση του με την Κανά της Γαλιλαίας και τις παλαιότερες μαρτυρίες των προσκυνητών.
Ο Καλογεράς υποστήριζε ότι ο λίθος αποτελούσε το ανάκλιντρο στο οποίο είχε ανακλιθεί ο Χριστός κατά τον γάμο της Κανά.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματά του ήταν ότι ο λίθος, όσο βρισκόταν στην Κανά, δεν είχε ανάγκη επιγραφής, επειδή η τοπική παράδοση διατηρούσε ζωντανή τη μνήμη του. Κατά την άποψή του, η επιγραφή χαράχθηκε όταν το αντικείμενο απομακρύνθηκε από την Κανά, ώστε να διατηρηθεί η προέλευσή του.
Χαρακτηριστικά σημείωνε:
«Ότε δε εκ Κανά απεκομίσθη, τότε πάντως εχαράχθη επ' αυτού και η ανωτέρω επιγραφή».
Ο Καλογεράς τοποθετούσε πιθανώς τη χάραξη της επιγραφής στον 6ο ή 7ο αιώνα μ.Χ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προσπάθειά του να συνδέσει τη μεταφορά του μνημείου με την παρουσία μοναχών από την Παλαιστίνη στην περιοχή της Ελάτειας.
Στη μελέτη του καταγράφει αρκετές τοποθεσίες της ευρύτερης περιοχής που έφεραν το όνομα «Ιερουσαλήμ», μεταξύ άλλων σε σπήλαια και μοναστικά κέντρα του Παρνασσού και των γύρω περιοχών.
Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις διατύπωσε την υπόθεση ότι μοναχοί που εγκατέλειψαν την Παλαιστίνη εξαιτίας των ιστορικών αναταραχών εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και μετέφεραν μαζί τους ιερά κειμήλια.
Ο ίδιος, πάντως, δεν παρουσίαζε όλες τις επιμέρους εκτιμήσεις του ως οριστικά αποδεδειγμένα γεγονότα. Επιδίωκε να προσφέρει στοιχεία και επιχειρήματα για περαιτέρω έρευνα.

 Οι διαφορετικές απόψεις των επιστημόνων

Η υπόθεση του Καλογερά δεν ήταν η μοναδική.

Ο Charles Diehl είχε διατυπώσει τη δική του ερμηνεία, ενώ ο Σπυρίδων Λάμπρος ασχολήθηκε επίσης με το ζήτημα και δημοσίευσε εκτενή μελέτη με τίτλο:
«Ο εξ Ελατείας λίθος από Κανά της Γαλιλαίας», στον Νέο Ελληνομνήμονα, το 1904.
Στη συζήτηση συμμετείχε και ο Γερμανός αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld, ο οποίος εξέτασε τη μορφή και την κατασκευαστική χρήση του λίθου.
Οι απόψεις των ερευνητών διέφεραν σε σημαντικά σημεία.
Ο Σπυρίδων Λάμπρος τοποθετούσε τη χρονολόγηση της επιγραφής στον 5ο αιώνα μ.Χ., ενώ ο Diehl την τοποθετούσε στον 6ο ή 7ο αιώνα.
Ο Dörpfeld εξέταζε διαφορετικά τη μορφή και την αρχική χρήση του μνημείου, θεωρώντας ότι ο λίθος είχε χρησιμοποιηθεί ως τμήμα κατασκευής και ότι η επιγραφή χαράχθηκε σε μεταγενέστερη φάση.
Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι οι διαφωνίες αυτές δεν αφορούσαν απλώς τη χρονολόγηση. Αφορούσαν την ίδια την ταυτότητα του αντικειμένου και τη σχέση του με την Κανά.
Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: ένα εύρημα που αρχικά φαινόταν να προσφέρει μια σαφή απάντηση, εξελίχθηκε σε ένα σύνθετο επιστημονικό ζήτημα.

 Η βασιλική εμπλοκή και η χρήση του λίθου στους γάμους του 1889

Η ανακάλυψη του λίθου δεν παρέμεινε αποκλειστικά υπόθεση των αρχαιολόγων και των θεολόγων.

Το εύρημα απέκτησε ιδιαίτερη απήχηση και στους εκκλησιαστικούς και βασιλικούς κύκλους, ενώ το ενδιαφέρον της βασίλισσας Όλγας συνέβαλε στην περαιτέρω ανάδειξή του.
Η σύνδεση του λίθου με το πρώτο θαύμα του Χριστού προσέδιδε σε αυτόν ιδιαίτερο θρησκευτικό και συμβολικό χαρακτήρα.
Η σημαντικότερη στιγμή της μεταγενέστερης ιστορίας του ήρθε το 1889, όταν χρησιμοποιήθηκε ως Αγία Τράπεζα στους γάμους του διαδόχου Κωνσταντίνου, μετέπειτα βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, και της πριγκίπισσας Σοφίας της Πρωσίας.
Το γεγονός αυτό έδωσε στο εύρημα ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα και το συνέδεσε με ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της βασιλικής οικογένειας εκείνης της περιόδου.
Ο λίθος, που είχε ανακαλυφθεί στην Ελάτεια, χρησιμοποιήθηκε πλέον σε μια επίσημη βασιλική τελετή στην Αθήνα.
Η διαδρομή του από ένα μνημείο της ελληνικής επαρχίας σε αντικείμενο ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας για το παλάτι αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η αρχαιολογία, η θρησκευτική παράδοση και η πολιτική συμβολική συνδέθηκαν στη νεότερη ελληνική ιστορία.

 Μια νεότερη επιστημονική προσέγγιση: Ήταν ολόκληρος ο μεγάλος λίθος από την Κανά;

Ιδιαίτερη σημασία για τη σημερινή κατανόηση του ευρήματος έχει η νεότερη επιστημονική μελέτη του Γεωργίου Α. Ζάχου, με τίτλο:

«Ο λίθος από την Κανά της Γαλιλαίας. Ιστορική περιπέτεια και πολιτική εκμετάλλευση ενός ευρήματος», η οποία δημοσιεύθηκε στο Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, τόμος 41, 2020, σελίδες 341-362.
Η μελέτη αυτή επανεξετάζει το σύνολο της ιστορίας του ευρήματος, αξιοποιώντας παλαιότερες πηγές, αρχαιολογικά δεδομένα, επιγραφικές παρατηρήσεις και νεότερη βιβλιογραφία.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που εξετάζονται είναι η ερμηνεία της επιγραφής και η σχέση της με τη μεγάλη μαρμάρινη κατασκευή.
Σύμφωνα με τις απόψεις της Margherita Guarducci και του Donato Mazzoleni, η επιγραφή ενδέχεται να μην αναφερόταν στον ίδιο τον μεγάλο λίθο, αλλά σε ένα μικρότερο λίθινο αντικείμενο που υπήρχε ενσωματωμένο σε ειδική κοιλότητα στο κέντρο του εγχάρακτου σταυρού.
Η υπόθεση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Εάν γίνει δεκτή, τότε ο μεγάλος λίθος της Ελάτειας δεν ήταν κατ' ανάγκην το ίδιο το αντικείμενο από την Κανά, αλλά μια κατασκευή στην οποία είχε ενσωματωθεί ένα μικρότερο ιερό κειμήλιο που συνδεόταν με την παράδοση του γάμου της Κανά.
Στην περίπτωση αυτή, η επιγραφή θα λειτουργούσε ως προσδιορισμός της προέλευσης του μικρού λίθου και όχι κατ' ανάγκην ολόκληρης της μαρμάρινης πλάκας.
Πρόκειται για μια ερμηνεία που αξίζει να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς προσφέρει διαφορετική προσέγγιση στη χρήση και στην ιστορία του μνημείου.
Η ίδια νεότερη έρευνα εξετάζει επίσης την περιπέτεια του ευρήματος μετά τη μεταφορά του στην Αθήνα, τη σύνδεσή του με τη βασιλική τελετή του 1889 και τη μεταγενέστερη πορεία του.

Η σημερινή θέση του μνημείου

Ο λίθος μεταφέρθηκε στην Αθήνα το 1885 και συνδέθηκε με τον ναό της Παναγίας Γοργοεπηκόου, γνωστό σήμερα ως Άγιος Ελευθέριος, δίπλα στη Μητρόπολη Αθηνών.

Σύμφωνα με τη νεότερη δημοσιευμένη έρευνα, μεταφέρθηκε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1940.
Στη μουσειακή τεκμηρίωση αναφέρεται ως μνημείο με αριθμό ΒΧΜ 4403, ενώ καταγράφονται και οι διαστάσεις του, η κατάσταση διατήρησης, η επεξεργασία των επιφανειών του και τα επιμέρους στοιχεία της επιγραφής και του σταυρού.
Η περιγραφή του μνημείου από τον Γεώργιο Α. Ζάχο είναι ιδιαίτερα λεπτομερής. Καταγράφει τις φθορές στις γωνίες, την κατεργασία των πλευρών, τη διακοσμητική ταινία, τον εγχάρακτο σταυρό και την κοιλότητα στο κέντρο του.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι απαραίτητα για την κατανόηση της αρχικής μορφής και της πιθανής χρήσης του αντικειμένου.
Παρά τη μεγάλη ιστορική και αρχαιολογική σημασία του, η σημερινή προβολή του μνημείου δεν ανταποκρίνεται κατ' ανάγκην στη σημασία που απέκτησε από την πρώτη στιγμή της ανακάλυψής του.
Είναι ένα εύρημα που αξίζει να γίνει περισσότερο γνωστό, τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στο ευρύτερο κοινό.

 Η Ελάτεια και η ιστορική σημασία του ευρήματος

Για την Ελάτεια, η ανακάλυψη του λίθου αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της τοπικής ιστορίας.

Η περιοχή δεν συνδέεται μόνο με τη σπουδαία αρχαία πόλη και το ιερό της Αθηνάς Κραναίας, αλλά και με την παρουσία σημαντικών χριστιανικών μνημείων και παραδόσεων.
Η ανακάλυψη του λίθου το 1884 έφερε την Ελάτεια στο επίκεντρο μιας διεθνούς επιστημονικής συζήτησης. Οι μελέτες του Diehl, του Καλογερά, του Λάμπρου και του Dörpfeld, οι δημοσιεύσεις των ελληνικών εφημερίδων και η νεότερη έρευνα του Γεωργίου Ζάχου αποδεικνύουν ότι το εύρημα απασχόλησε επί πολλές δεκαετίες την αρχαιολογική και ιστορική επιστήμη.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ιστορία του παραμένει ανοιχτή σε περαιτέρω έρευνα.
Δεν πρέπει να συγχέουμε την επιγραφή που φέρει ο λίθος με την οριστική απόδειξη ότι ολόκληρη η μεγάλη μαρμάρινη κατασκευή βρισκόταν κάποτε στην Κανά. Ούτε, από την άλλη πλευρά, πρέπει να παραγνωρίζουμε τη σημασία της παλαιάς χριστιανικής παράδοσης που συνδέεται με το μνημείο.
Η αξία του ευρήματος βρίσκεται τόσο στην αρχαιολογική και επιγραφική του διάσταση όσο και στην ιστορική διαδρομή που ακολούθησε.
Για όλους που ασχολούνται με την ιστορία της Φθιώτιδας και των τόπων της, ο Λίθος της Κανά αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό τεκμήριο του πλούτου της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.
Η Ελάτεια δεν υπήρξε απλώς ο τόπος όπου ανακαλύφθηκε ένας εντυπωσιακός λίθος. Έγινε το σημείο εκκίνησης μιας ιστορίας που ένωσε την Παλαιστίνη, τη βυζαντινή χριστιανική παράδοση, την ελληνική αρχαιολογική έρευνα και τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα της υπόθεσης: ότι πίσω από κάθε ιστορικό εύρημα δεν βρίσκεται μόνο ένα αντικείμενο, αλλά μια ολόκληρη διαδρομή ανθρώπων, παραδόσεων, αναζητήσεων και ερμηνειών, που αξίζει να διασώζονται και να γίνονται γνωστές στις επόμενες γενιές.

Λουκάς Αλ. Παπαλεξανδρής
Αράχωβα 3/11/2026 

Βιβλιογραφία – Πηγές και τεκμήρια

Α. Πρωτογενείς πηγές – Εφημερίδες και ιστορικά δημοσιεύματα

  1. Εφημερίς, 14 Φεβρουαρίου 1885, «Ο από Κανά της Γαλιλαίας λίθος».
  2. Εφημερίς, 21 Απριλίου 1885, είδηση για την επίσκεψη του Νικηφόρου Καλογερά και του Σπυρίδωνος Λάμπρου στην Ελάτεια.
  3. Εφημερίς, 22 Απριλίου 1885, είδηση για τη μεταφορά του λίθου στην Αθήνα.
  4. Νικηφόρος Καλογεράς, «Ο από Κανά της Γαλιλαίας λίθος και η τούτου ιστορική εξήγησις», Εφημερίς, 23 Μαΐου 1885.
  5. Charles Diehl, «La pierre Cana», Bulletin de Correspondance Hellénique, τόμος 9, 1885, σελ. 28–42.

Β. Ιστορικές και αρχαιολογικές μελέτες

  1. Σπυρίδων Π. Λάμπρος, «Ο εξ Ελατείας λίθος από Κανά της Γαλιλαίας», Νέος Ελληνομνήμων, 1904, τεύχος Β΄, σελ. 172 κ.ε.
  2. Βασιλική Συθιακάκη-Κριτσιμάλλη, «Ιστορική τοπογραφία της Φθιώτιδας κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Φθιωτικής Ιστορίας, 2001, σελ. 59, υποσημείωση 57.
  3. Γεώργιος Α. Ζάχος, «Ο λίθος από την Κανά της Γαλιλαίας. Ιστορική περιπέτεια και πολιτική εκμετάλλευση ενός ευρήματος», Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, τόμος 41, 2020, σελ. 341–362.
  4. Margherita Guarducci, Epigrafia greca, τόμος IV, Epigrafi sacre pagane e cristiane, Ρώμη, 1978, σελ. 350–354.
  5. Donato Mazzoleni, «Iscrizioni nei luoghi di pellegrinaggio», Akten des XII Internationalen Kongresses für Christliche Archäologie, Münster, 1995, σελ. 305–306.
  6. Γεώργιος Α. Ζάχος, περιγραφή του μνημείου και τεχνικά στοιχεία καταγραφής του, όπως περιλαμβάνονται στη μελέτη του για τον Λίθο της Κανά.

Γ. Συμπληρωματικές δημοσιεύσεις και διαδικτυακές πηγές

  1. Παναγιώτης Δημάκης, «Ο Ναός της Παναγίας Γοργοεπηκόου, ο Λίθος της Κανά και η Ελάτεια», Φθιωτικός Τυμφρηστός.
  2. «Η Χριστιανική επιγραφή του γάμου της Κανά που βρέθηκε στην Ελάτεια της Φθιώτιδας», Τριβώνιο.
  3. «Ο λίθος από την Κανά της Γαλιλαίας», Λειψανοθήκη.
  4. Ψηφιακό Αποθετήριο Αρχείου Οικογένειας Λαμπάκη, πρωτότυπο δημοσίευμα του Νικηφόρου Καλογερά στην εφημερίδα Εφημερίς, 23 Μαΐου 1885.