Του Στέργιου Μπακολουκά
Ήταν πολύ θυμωμένος, εκείνο το σαββατιάτικο πρωινό, όταν είχε έρθει να με βρει. Μόλις είχε τελειώσει το καλοκαίρι, και καθώς ο καιρός ήταν καλός, ήμουν ξαπλωμένος με δυο φίλους μου, τεμπελιάζοντας ακόμα, στα καθίσματα ενός καφέ στην Πλάκα, δίπλα από τη Ρωμαϊκή Αγορά.
Οι λίγοι τουρίστες που είχαν περισσέψει, γυρόφερναν στα στενά κάτω από την Ακρόπολη και τα παιδιά του μαγαζιού είχαν όλο το χρόνο να μας περιποιηθούν και να χαζολογήσουν μαζί μας.
Στο τραπέζι, ανάκατα, εφημερίδες και περιοδικά πρόσφεραν πληροφορίες που δεν προλαβαίναμε να αφομοιώσουμε.
“Περίμενε”, του είπα, “μη χαλιέσαι! Παράγγειλε καφέ και μετά θα τα πούμε με την ησυχία μας.”
Ο Στάθης δούλευε στον ΟΤΕ. Ήταν ηλεκτρονικός. Είχε τελειώσει τη Σχολή “Μπένου - Πάλμερ’’. Στη δουλειά πήγαινε …ξενόκαρδα, μόνο για βιοπορισμό, γιατί το πάθος του ήταν το θέατρο. Έχοντας παρακολουθήσει κάποια μαθήματα υποκριτικής και έχοντας, κυρίως, παρακολουθήσει άπειρες παραστάσεις της εποχής, σε κάθε λογής θεατρικούς χώρους, άρχισε να “υποκρίνεται’’ μικρούς ρόλους σε δημιουργίες επίδοξων ερασιτεχνών σκηνοθετών, σε ορχήστρες περιφερειακών θεάτρων. Έπαιζαν έργα σημαντικών συγγραφέων του διεθνούς ρεπερτορίου, πολλές φορές, τολμώ να πω, με σημαντική απόδοση, αλλά τις περισσότερες μπροστά από ….άδεια καθίσματα! Επειδή ήταν παιδικός μου φίλος, είχαμε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, πάντα είχα …δωρεάν προσκλήσεις, στις παραστάσεις που συμμετείχε, παίρνοντας μέρος στη συνέχεια στον επινίκιο ….συμπόσιο - ρεφενέ που ακολουθούσε.









