Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ

 


Ανάμεσα στα πολυάριθμα δημοσιογραφικά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στον ευρωπαϊκό Τύπο κατά τον Μεσοπόλεμο και είχαν ως αντικείμενο την Ελλάδα, ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ανταποκρίσεις που συνδύαζαν την ταξιδιωτική εμπειρία με την κοινωνική παρατήρηση. Δεν περιορίζονταν στην περιγραφή των αρχαιολογικών μνημείων ή των φυσικών τοπίων, αλλά επιχειρούσαν να προσεγγίσουν τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, τους ανθρώπους του, την καθημερινότητά τους και τις αντιθέσεις μιας χώρας που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική της κληρονομιά και στις προκλήσεις της νεότερης εποχής.
Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Populaire, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και κοινωνικές εφημερίδες της Γαλλίας κατά τον Μεσοπόλεμο. Συντάκτριά του είναι η Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Magdeleine Paz, η οποία ταξίδεψε στην Ελλάδα και κατέγραψε με ευαισθησία και διεισδυτική ματιά τις εντυπώσεις της από την περιήγησή της στους Δελφούς και στην Αράχωβα.
Η Paz δεν ακολουθεί την καθιερωμένη πορεία ενός απλού περιηγητή. Αντί να αρκεστεί στην εξύμνηση της αρχαίας Ελλάδας, αντιπαραβάλλει διαρκώς το ένδοξο παρελθόν με τη ζωντανή πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου. Οι Δελφοί παρουσιάζονται όχι μόνο ως ο «ομφαλός της γης» και το σπουδαιότερο μαντικό κέντρο της αρχαιότητας, αλλά και ως ένας τόπος που προκαλεί στον επισκέπτη σκέψεις γύρω από τη σχέση της εξουσίας, της θρησκείας και της ανθρώπινης ανάγκης για βεβαιότητα. Η συγγραφέας αποδομεί, σε ορισμένα σημεία, τη μυθοποιημένη εικόνα του δελφικού ιερού, ερμηνεύοντας τον ιστορικό του ρόλο μέσα από μια σύγχρονη, κοινωνική και πολιτική οπτική.
Η πραγματική, ωστόσο, πρωταγωνίστρια του άρθρου δεν είναι ούτε τα μνημεία ούτε οι αρχαιότητες. Είναι η νεαρή Αραχωβίτισσα Χρυσούλα, μια υφάντρα που γίνεται ο ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στην αρχαία παράδοση και στη σύγχρονη ελληνική ζωή. Μέσα από τη μορφή της αναδεικνύεται ο κόσμος της αραχωβίτικης υφαντικής, η εργατικότητα των γυναικών, η φτώχεια της ορεινής κοινωνίας, αλλά και η αξιοπρέπεια, η φιλοξενία και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η αφήγηση μετατρέπεται σταδιακά από ταξιδιωτική περιγραφή σε ανθρώπινη μαρτυρία, όπου η προσωπικότητα της Χρυσούλας επισκιάζει ακόμη και το μεγαλείο των Δελφών.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ένα ιρλανδικό βλέμμα στην Αράχωβα του 1856 και το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

 


Υπάρχουν ταξιδιωτικές μαρτυρίες που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής περιγραφής τόπων και ανθρώπων και μετατρέπονται, με το πέρασμα του χρόνου, σε πολύτιμες ψηφίδες της ιστορικής μνήμης. Μια τέτοια μαρτυρία δημοσιεύτηκε στην ιρλανδική εφημερίδα The Nation του Δουβλίνου, στις 25 Ιουλίου 1857, με τίτλο «Προσωπικές αναμνήσεις—Τρεις μήνες στην Ελλάδα», και υπογραφή του William Smith O’Brien. Το κείμενο αποτελεί το έβδομο κεφάλαιο των ταξιδιωτικών του αναμνήσεων που πραγματοποίησε την άνοιξη του 1856 μαζί με τον γιό του και καταγράφει ένα σημαντικό τμήμα της περιήγησής του στην Ελλάδα.
Ο O’Brien ξεκινά την αφήγησή του από τη Λιβαδειά και, ακολουθώντας τη διαδρομή προς την Αράχωβα και τους Δελφούς, επιλέγει να περάσει πρώτα από τη Χαιρώνεια. Η επίσκεψη στο ιστορικό πεδίο μάχης, το αρχαίο θέατρο και κυρίως τα κατάλοιπα του κολοσσιαίου Λέοντα της Χαιρώνειας προκαλούν στον Ιρλανδό περιηγητή έντονη συγκίνηση. Μπροστά στο μνημείο του Ιερού Λόχου των Θηβαίων αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει ποιητικά τα συναισθήματά του, συνδέοντας την αρχαία ελληνική ιστορία με τις ιδέες της ελευθερίας και της αυτοθυσίας.
Από τη Χαιρώνεια ο δρόμος τον οδηγεί προς τον Παρνασσό και την Αράχωβα. Η εικόνα του τοπίου αλλάζει καθώς το ταξίδι προχωρεί προς τα ορεινά. Ο περιηγητής παρατηρεί με ενδιαφέρον τις καλλιεργημένες πλαγιές και ιδιαίτερα τους αμπελώνες της Αράχωβας, επισημαίνοντας την επιμέλεια με την οποία οι κάτοικοι καλλιεργούν τα αμπέλια τους. Η παρατήρησή του αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται στην ομορφιά του τοπίου, αλλά μας μεταφέρει και μια εικόνα της παραγωγικής δραστηριότητας της περιοχής στα μέσα του 19ου αιώνα.
Η πραγματική όμως αποκάλυψη για τον O’Brien είναι η ίδια η Αράχωβα και οι άνθρωποί της. Φιλοξενούμενος για μία νύχτα στο σπίτι του Δημάρχου, περιδιαβαίνει το χωριό και φθάνει σε ένα μικρό πλάτωμα στον δρόμο προς τους Δελφούς. Εκεί βρίσκεται σε εξέλιξη το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου. Χίλιοι περίπου άνθρωποι, κάτοικοι της Αράχωβας και της γύρω περιοχής, έχουν συγκεντρωθεί για τη γιορτή, δημιουργώντας μπροστά στα μάτια του ένα θέαμα που χαρακτηρίζει ως ένα από τα πιο γραφικά και ενδιαφέροντα που έχει δει ποτέ.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η Αράχωβα του 1839 μέσα από έναν επίσημο ιατροστατιστικό πίνακα

 

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία της Αράχωβας στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους δημοσιεύεται στον «Ἑλληνικό Ταχυδρόμο» στις 12 Μαρτίου 1839», στο Παράρτημα 17. Πρόκειται για τον «Γενικό Ἰατροστατιστικό πίνακα τῶν Δήμων Βοιωτίας», ο οποίος συντάχθηκε από τον Διοικητικό Ιατρό Ν. Καλογερόπουλο.
Το δημοσίευμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή αναφορά στην Αράχωβα, αλλά μας προσφέρει μια μικρή, σχεδόν φωτογραφική, εικόνα της κωμόπολης εκείνης της εποχής. Ο Δήμος Αραχοβιτών καταγράφεται με τα γεωγραφικά του όρια, τη φυσική και υγιεινή του κατάσταση, τον πληθυσμό, τα προϊόντα, την καλλιέργεια της γης, αλλά και την υγειονομική και κοινωνική του οργάνωση.
Σύμφωνα με τον πίνακα, ο Δήμος Αραχοβιτών είχε 2.075 κατοίκους, ενώ η Αράχωβα χαρακτηρίζεται ως ορεινή και υγιεινή κωμόπολη στον Παρνασσό. Γίνεται ακόμη αναφορά στα αξιόλογα πηγαία νερά της, στους δυτικούς και βόρειους ανέμους που επικρατούσαν, καθώς και στα βασικά προϊόντα της περιοχής: το κρασί, το λάδι, το σιτάρι και το κριθάρι. Η καλλιέργεια εμφανίζεται ως αρκετά προοδευμένη, με ιδιαίτερη έμφαση στην αμπελοφυτεία.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

1866 - Ο νεαρός Δημ. Φιλιππότης και ο Ναός του Αγίου Νικολάου (Ζαγαρά) στη Λιβαδειά.

 

Τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου του 19ου αιώνα αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, όχι μόνο για την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, αλλά και για τη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων που αργότερα σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Συχνά, μέσα από επιστολές, καταγγελίες και ανταποκρίσεις της καθημερινότητας, συναντά κανείς πρόσωπα τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό, αλλά έμελλε να αποκτήσουν εξέχουσα θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1866 και αναφέρεται στις εργασίες επέκτασης του ναού του Αγίου Νικολάου στη συνοικία Ζαγαρά της Λιβαδειάς. Η δημοσιευμένη επιστολή στην εφημερίδα είναι ουσιαστικά μια αναφορά – καταγγελία κατοίκων της συνοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών του ναού από τους επιτρόπους, για τις διοικητικές παραλείψεις που προηγήθηκαν της οικοδομής και για την προβληματική εξέλιξη των εργασιών.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

1891 - ΑΠΟ ΓΑΛΑΞΕΙΔΙΟΥ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

 

ΠΩΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
(Εγχωρίου ανταποκριτού.)
Σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, αμαξιτοί οδοί, βραχεία η απ’ Αθηνών εις Γαλαξείδιον οδός — και μετέβην εις Γαλαξείδιον προς επίσκεψιν των συγγενών μου.
Καλά, κακά έφθασα και αφού εκάθησα περί τας 20 ημέρας εσκέφθην περί επιστροφής — και εδώ αρχίζουν αι περιπλανήσεις μου, αντάξιαι υμνήσεως των ηρωικών χρόνων. Διότι αν δελφίνες δεν παρηκολούθουν το πλοίον μου, αν δεν ηναγκάσθην να προσδεθώ εις τον μέγαν ιστόν όπως μη σαγηνευθώ εκ των ασμάτων των Σειρήνων, αν δεν διήλθον την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν, υπέστην όμως όλας τας περιπετείας μεγάλου θαλασσοπόρου και κοντεύω να πιστεύσω ότι τα παθήματα του Ιωάννου Όρθ εν Παταγονία είναι μηδέν παραβαλλόμενα προς τα ιδικά μου.

Ανά τον Κορινθιακόν.

Ο Κορινθιακός είνε ο γλυκύτερος των κόλπων και ο ποιητικώτερος και ο γραφικώτερος.
Η επιφάνεια αυτού είνε λεία ως κάτοπτρον ομώνυμον, και η επ' αυτού ναυσιπλοΐα θα κατωρθούτο επί κελύφους καρύου.
Ατυχώς ο Κορινθιακός κόλπος ομοιάζει πολύ προς ωραίαν γυναίκα. Έχει όλην την επανθούσαν αυτής χάριν, αλλά και όλην την δυστροπίαν και παραξενιάν. Εκεί που τον βλέπεις γαλήνιον, ήρεμον, άκακον, εκεί αιφνιδίως συνοφρυούται, αγριεύει, κυλά υπερμεγέθη κύματα, δυστροπεί, τα κάμνει άνω κάτω. Αγάπη χωρίς γρίνα δεν έχει χάρι και δι' αυτό εγώ αγαπώ τον Κορινθιακόν.
Με οφθαλμούς ατενείς, με κανοκιάλια, με τηλεσκόπιον παρετήρουν επί ώραν πολλήν προς την Ιτέαν και εζήτουν εν μέσω του δεινώς συνταρασσομένου κόλπου και της ομιχλώδους ατμοσφαίρας να διακρίνω το ερχόμενον ατμόπλοιον.
Την 9 αφίκετο.
Μη υπάρχοντος λιμένος, το ατμόπλοιον καίτοι μικρόν, λιλιπούτειον, η «Ύδρα» έτεκεν επί ατμού εις μεγάλην απόστασιν.
Να μεταβής από της παραλίας εις το ατμόπλοιον εν τρικυμιώδη καιρώ πρέπει να είσαι Δήλιος κολυμβητής και επειδή εγώ δεν ήμαι έως ότου να φθάσω, ο ουρανός μού εφάνη σφονδύλι.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΣΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ

 

ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Κίρρα και Κρίσσα

 

Του Στάθη Ασημάκη

(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:

«[…]

Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,

υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.

Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν

Κρῖσάν τε ζαθέην  καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα.

οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,

οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,

οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.

τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,

Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,

και σημαίνουν:

«[…]

Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,                                                          

υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.

Τους έστειλε η Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η  πετρώδης                                                                

η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπέας 

κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας                                                         

κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει

και η Λίλαια, που χτίστηκε επάνω στις πηγές του

κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι                                                                           

Οι πολεμάρχοι εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.

[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)

 αναφέρεται η πόλη Κρίσσα με το επίθετο ζαθέην = ιερή, ενώ δεν γίνεται μνεία για την πόλη Κίρρα (παρότι αυτή παραλιακή), πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία δεν θα υφίστατο ως πόλη στα ομηρικά χρόνια. Ίσως ήταν ένα απλό επίνειο της Κρίσσας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

11. Φακές, Λαθούρια, Ρεβίθια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

      Ο Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του  Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε ανάψει τα καντήλια,  είχε προσευχηθεί γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον  οικισμό των καλυβιών  του Λιβαδιού της Αράχοβας).

      Κατευθύνθηκε ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο, πετρόχτιστο, στηθαίο του,  εξουθενωμένος και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη από γιδότριχα κάπα του. Τα  κουμπιά στην κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα, φανερώνοντας  το λούχωμα (απότομο ζέσταμα και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την  ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο, ακουμπισμένο στο πλάι,  ενώ πάνω του   είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική  σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά. 

           Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής  ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ανεμώρεια & Άμβροσσος

 


Του Στάθη Ασημάκη
(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

 Η τεκμηρίωση της θέσης της ομηρικής Ανεμώρειας που επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού. Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω βάσιμα, αφενός στο να την ταυτίσουμε με τη φωκική πόλη Αιολιδείς, την οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου του Απόλλωνα, και αφετέρου στο να την τοποθετήσουμε στη σημερινή θέση «Καστρούλι» Ζεμενού (στα μυκηναϊκά χρόνια) και στη διπλανή θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά χρόνια).
    Αυτό μας βοηθάει, επιπλέον, ώστε να λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος (Άμβρυσσος), η οποία δεν αναφερόταν στον κατάλογο νηών στην Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά εμφανίστηκε, πολύ αργότερα στις αρχαίες ιστορικές πηγές.
    Ειδικότερα, η πρώτη συγκεκριμένη αναφορά  για την ύπαρξη της Αμβρόσσου, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε, γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο στο βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18, της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου, στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί του Φιλίππου του Ε΄ της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και συγκεκριμένα καταγράφει:
    «[…] Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit. Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat […]», που σημαίνει:
   «[…] Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο Φλαμινίνος) τον Φανοτέα (Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…]».

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ (β’ μέρος)

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

 (Συνέχεια από το προηγούμενο)

Το αρχαίο Σπαρτιατικό έθιμο είναι ακόμη βαθειά ριζωμένο στην ψυχή του Ελληνικού λαού όπου δεν έχει πειραχτεί από τον ψευτοπολιτισμό των πόλεων. Αφ' ου ετελειώσαμε το θέμα της Αμερικής ο Ηρακλής μας έδωκε πολύτιμες πληροφορίες για το Μοναστήρι του Αγίου Λουκά όπου σκοπεύαμε να περάσουμε το βράδυ:

«Δυό βασίλεια αγωνιστήκαν να χτίσουν το Μοναστήρι. Στέκεται πάνω σε τρεις κολόνες και κάθε κολόνα είναι πέντε μέτρα — Θε μου, πως μπορούσαν να κουβαλήσουν τόσο μεγάλα μάρμαρα. Μωρέ σιδερένιοι άνθρωποι κείνη την εποχή! — ο Αη Λουκάς ζούσε τον καιρό που πάτησαν οι Τούρκοι το Μέγα Σπήλαιο. Η εικόνα της Παναγίας έφυγε μονάχη της για να μη την μαγαρίσουν οι άπιστοι. Σαν είδε ο Αη Λουκάς πως η Μεγαλόχαρη ήταν φευγάτη και πως το εικονοστάσι της ήταν άδειο πήρε κατά πόδι της να την εύρη. Μα η Παναγιά σαν κόρη γεννημένη από μάνα και κύρη ήρθε καταμόναχη σε μια ρεματιά μακρυά από το Μέγα Σπήλαιο. Κει δα βλέπει δυο κορίτσια που καθόνταν πάνω σ' ένα βράχο και κλώθαν με τις ρόκες τους καθώς τα πρόβατα βόσκαν τριγύρω στο χορτάρι.»
«Έρχομαι μακριάθε παιδάκια μου» τους λέει, «κ' είμαι διψασμένη. Που 'ναι καμμιά πηγή να πιώ λίγο και να ξαποστάσω η έρμη;»
«Η πηγή που πίνουμε μείς, είναι μακρυά, μανούλα, μακρυά κείθε κατά το ηλιοβασίλεμα
«Παιδιά μου, δε μπορώ να πάω τόσο μακρυά. Είμ’ αποσταμένη από το μακρυνό δρόμο
«Μανούλα, δε μπορούμε να σε βοηθήσωμε γιατί είμαστε μικρές κι’ ανήμπορες. Βλέπεις κείνη τη σπηλιά πάνω κεί στο μεγάλο γκρεμό; Ο πατέρας μας είπε πως μέσα κεί τρέχει νερό κρύο σαν κρύσταλλο στην πιο βαθιά γωνιά της σπηλιάς. Μα ο ανήφορος είναι δύσκολος κ’ ένας δράκος φυλάει τη σπηλιά με μάτια που βγάζουν φωτιές. Αν κάνης πως πας κοντά ο δράκος θα σε φάη

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Οι υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς

Χάρτης της αρχαίας Φωκίδας

 Οι παρεξηγημένοι και, τελικά, υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς είναι πιο πολύ γνωστοί για την έχθρα τους προς το Δελφικό Ιερό, για τις ήττες τους στους Ιερούς πολέμους, κυρίως δε για την ολοκληρωτική καταστροφή των πόλεών τους από τον Φίλιππο, τον βασιλιά της Μακεδονίας.  Ακόμα είναι γνωστοί και για το άσβεστο μίσος που υπήρχε μεταξύ αυτών και των Θεσσαλών.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι Φωκείς, παρότι μικροί σε μέγεθος δεν δείλιασαν ποτέ. Αντιτάχθηκαν σε όσους κατά καιρούς τους επιβουλεύθηκαν, δηλαδή,  στους Θεσσαλούς, στους Βοιωτούς, στους Αθηναίους, στους Σπαρτιάτες και, τέλος, στους Πέρσες, την ίδια στιγμή που οι Θεσσαλοί και οι Θηβαίοι συμμάχησαν με τους Ασιάτες, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα.

«Αυτή η συνεχής πολεμική «γυμναστική» δεν τους άφησε χρόνο και περιθώρια για να ζήσουν ειρηνικά, να αναπτυχθούν οικονομικά και, εν τέλει, να δημιουργήσουν πολιτισμό. Αυτός είναι, ίσως, και ο λόγος που οι Φωκείς δεν γέννησαν πνευματικές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες καθ’ όλη τη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, όπως ας πούμε οι γείτονές τους Βοιωτοί. Αξίζουν, πάντως, σίγουρα τον θαυμασμό μας για το ότι πάλεψαν δυνατά και αποφασιστικά και μάλιστα με μεγάλο κόστος και θυσίες για τα δίκαιά τους και την ελευθερία τους, απέναντι εχθρών υπέρτερων, όλους αυτούς τους αιώνες. Μπορεί, τέλος, να υποστηριχθεί, βάσιμα, ότι οι αρχαίοι Φωκείς ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα λαού στον ελληνικό χώρο, την εποχή εκείνη, με δυνατό αντιστασιακό φρόνημα, για την εξασφάλιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους.» («Σύμμεικτα Ι», Στάθη Ασημάκη, Αθήνα 2020).

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

1950: ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΤΑΣΤΟΜΟ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

 

Του Τάσου Ζάππα

Ο Παρνασσός δεν έχει μόνο τετράψηλες κορφές σαν την ξακουστή τη Λιάκουρα, που την τραγούδησαν τα κλέφτικα τραγούδια μας. Δεν έχει μονάχα παρθένα χιόνια, έλατα που μοσκοβολούν και αητούς που τροχάνε τα νύχια τους στον άγριο βράχο, καθώς το ήθελε ο Κρυστάλλης, αλλά και αβυσσαλέα βάραθρα που σκίζουνε τη γη και κατεβαίνουν θαρρείς στα σκοτεινά υπόγεια του Πλούτωνος στον κάτω κόσμο. Τέτοια βάραθρα συναντούμε στο Επτάστομο του Παρνασσού, σε υψόμετρο 1220 μέτρα και σε απόσταση δύο ωρών περίπου από την Άνω Αγόριανη. Όπως φανερώνεται και από την ονομασία που έχει δώσει ο λαός, στην περιοχή αυτή υπάρχει ένα πλέγμα βαράθρων με επτά στόμια.

Πριν από τον πόλεμο και συγκεκριμένα στις 14 Αυγούστου του 1939, έγινε η πρώτη απόπειρα για την εξερεύνηση των βαράθρων αυτών από ομάδα του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου. Επειδή όμως η κάθοδος δεν είχε τότε προπαρασκευαστεί καλά και δεν υπήρχαν τα απαραίτητα μέσα για τις έρευνες του είδους αυτού, η πρώτη αυτή ομάδα δεν κατόρθωσε να φτάσει ως το χαμηλότερο σημείο του μεγάλου βαράθρου. Η ταραχώδης δεκαετία που ζήσαμε έκτοτε δεν επέτρεψε επανάληψη της απόπειρας. Προ ημερών, κατόπιν επιμελημένης προπαρασκευής, έγινε δεύτερη – επιτυχής αυτή τη φορά – απόπειρα εξερευνήσεως του βαράθρου από μια 10μελή ομάδα ειδικών, που την αποτελούσαν όχι μόνο παλιά, δοκιμασμένα και έμπειρα πρόσωπα της σπηλαιολογικής ομάδας του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου καθώς και άλλοι έμπειροι ορειβάτες και σπηλαιολόγοι, αλλά και νεαροί αρχάριοι. Την ειδική αυτή εξερευνητική ομάδα αποτέλεσαν το ζεύγος Πετροχείλου και οι Αντ. Μυστακίδης, Σωτ. Λέκκας, Σέργ. Κωνσταντίνου, Ηλ. Νικόπουλος, Ανδρ. Πάγκαλος, Αιμ. Στεφανόπουλος, Μιχ. Λεβής, και φίλ. Καπάκογλου. Με την ευκαιρία της εξερευνήσεως αυτής, άλλη ομάδα ορειβατών ανέβηκε ως τις ψηλότερες κορφές του Παρνασσού, που είχαν από χρόνια να πατήσουν οι φίλοι του βουνού.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

Το καλοκαίρι του 1912 ο κ. Φάρκουχαρ και εγώ είχαμε εκδράμει μαζί με τα μέλη του ορειβατικού Σωματείου της Αμερικής «Sierra Club» στα ψηλά βουνά της Καλιφόρνιας, τα χιονισμένα Sierra Nevada. Από τη στιγμή που επάτησα στην Καλιφόρνια, μου έκαμε εντύπωση η ομοιότης της με την Ελληνική φύση. Άνθη, δένδρα, θάλασσα, ουρανός, βουνά όλα είχαν σημάδια Ελληνικά, και η μαγευτική των ομορφιά μου έφερε μια ακράτητη νοσταλγία να ξαναδώ την Ελλάδα και να πατήσω άλλη μια φορά τα δοξασμένα της βουνά. Ο κ. Φάρκουχαρ, τελειόφοιτος και αυτός του Harvard, έχει μεγαλώσει με τα παραμύθια του Ομήρου και με τα όνειρα του Ελληνικού νου.

Οι παραλληλισμοί μου των δυο χωρών του μετέδωκαν την ανυπομονησίαν μου για την Ελλάδα, και στην πευκοστεφανωμένη κοιλάδα του Kern απεφασίσαμε να περάσωμε λίγες εβδομάδες στα Ελληνικά βουνά. Από τους πέντε που είχαμε συμφωνήσει μόνον οι δυο μας κατορθώσαμε να πραγματοποιήσωμε τη συμφωνία μας. Όταν ήμουν στο Βερολίνο έγραψα του κ. Φάρκουχαρ να συναντηθούμε στη Νεάπολη το Μάρτη ή εις τας Πάτρας τας 10 του Απρίλη του 1914. Πραγματικώς στας 10 του Απρίλη ύστερα από μια ανοιξιάτικη Ελληνική Δύση βρεθήκαμε μαζί στο σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών εγώ ερχόμενος από την Αίγυπτο κ’ εκείνος από την Ιταλία. Έτσι μαζί είδαμε την Ολυμπία, την Αττική, ανεβήκαμε τον Παρνασσό, περάσαμε τη Φωκίδα και τη Βοιωτία με τα πόδια, ξαπλωθήκαμε στις πυκνές σκιές των πλατάνων των Τεμπών, και μαζί καθίσαμε στο συμπόσιο των Αθανάτων στη φωτοστέφανη κορυφή του Ολύμπου.

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Μια πληροφορία για τη Σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου

 



Του Στάθη Ασημάκη

 Αναφορικά με τη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, η παραδεδεγμένη άποψη είναι ότι αυτή ταυτίζεται με τη σπηλιά Μαύρη Τρούπα, που βρίσκεται στην περιοχή της Βελίτσας (Άνω Τιθορέας) και συγκεκριμένα στα μέσα ενός βράχου - Ισώματα - στο πετροβούνι Ανατολικό, κατά την αριστερή ακρορεματιά του Καχάλη ποταμού, μια ώρα με τα πόδια μακριά από το χωριό Βελίτσα1

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

1959 : ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΜΟΔΑΣ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΧΩΡΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

 

Σε φύλλο Αθηναϊκής εφημερίδας τον Μάρτιο του 1959 δημοσιεύονται δύο φωτογραφίες μανεκέν τα οποία μας επιδεικνύουν δημιουργίες ιταλικού οίκου μόδας στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Η επίδειξη της ανοιξιάτικης και καλοκαιρινής μόδας είχε πραγματοποιηθεί πριν την άφιξη των μανεκέν στους Δελφούς στο υπερωκεάνιο «ΟΛΥΜΠΙΑ»

Η λεζάντα των φωτογραφιών γράφει:

ΕΠΙΔΕΙΞΙΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΜΟΔΑΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ

«Τα κομψά και γοητευτικά μανεκέν του ιταλικού οίκου μόδας επέτυχαν ένα ιδεώδη, ομολογουμένως, συνδυασμού του τερπνού μετά του ωφελίμου μια εκδρομή, δηλαδή, έως τους Δελφούς και μια εκτός προγράμματος επίδειξη των τελευταίων μοντέλων που έρχονται σε ζωηρή αντίθεση με τη λιτή και αυστηρή γραμμή των αρχαίων μνημείων».


Κυριακή 10 Μαΐου 2026

10. ΛΑΜΠΡΗ!..... ΑΡΝΙΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΛΑ!

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

 Ο μεσόκοπος άντρας,  όρθωσε το κορμί του και βάζοντας το ένα χέρι  αντήλιο στο κούτελο και τ’ άλλο στη μέση του, παρατήρησε καχύποπτα τον ηλικιωμένο χωρικό που πλησίαζε  καβάλα αντρίτσα στο γάιδαρό του, από τη βορεινή πλευρά του οροπέδιου των Δερβενοχωριών, έχοντας κατεύθυνση προς τον ορεινό όγκο της Πάρνηθας. 

Η παρέα των  πέντε νέων ανδρών είχε οδηγηθεί απ’ τον ίδιο, σ΄ αυτά τα κλαδεμένα αμπέλια, επειδή αυτός  γνώριζε καλά την περιοχή, ώστε να μαζέψουν τ’ αποκάθαιρα κλήματα, χρήσιμα για το ψήσιμο των πασχαλιάτικων αρνιών τους.

Ο ….εποχούμενος στον γάιδαρο γέρος, φθάνοντας κοντά στην παρέα των περίεργων γι’ αυτόν  μουσαφιραίων, τους χαιρέτησε απορημένος:

-        Καλημέρα ορέ καλόπαιδα! τι χαμπάρια;  τις κληματσίδες που μαζεύετε τι τις θέλετε;

Ο Ζάχος- έτσι έλεγαν τον μεγαλύτερο της παρέας- τον πλησίασε και του είπε σοβαρά:

-        Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα! Μήπως κάνουμε λάθος που τις μαζεύουμε χωρίς άδεια; τον ρώτησε ξέροντας ότι για τους ντόπιους αυτές ήταν άχρηστες, ίσως επειδή δεν γνώριζαν την χρησιμότητά τους!

-        Κάθε άλλο, του απάντησε ο Χωρικός! Το αμπέλι είναι δικό μου, το κλάδεψα πριν από λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να  συγκεντρώσω τα ‘‘αποκάθερα’’  για να τα κάψω και να τώρα που εσείς με γλυτώσατε από την ταλαιπωρία, γι’ αυτό και σας έχω υποχρέωση! Όμως συνεχίζω να αναρωτιέμαι τι θα τις κάνετε τόσες πολλές κληματόβεργες  που συγκεντρώνετε;

-        Να, θα ψήσουμε μ’ αυτές τ΄ αρνιά της Λαμπρής! Του απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Ζάχος.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ένα μοναδικό κειμήλιο από τη Μάχη της Αράχωβας !

 


Το Πολεµικό Μουσείο αποσκοπεί στη διάπλαση ενός κοινού µε υψηλό υπόβαθρο της ιστορικής συνείδησης, διά του εξωραϊσµού του µε κειµήλια µοναδικά, µέσω των οποίων οι επισκέπτες οικειώνονται µε τα ιστορικά γεγονότα. Στον κειµηλιακό πλούτο του Μουσείου ανήκει ο «Κάβουρας»1, το καριοφίλι του Μοναχού Παφνούτιου Χαρίτου, συνοδευόµενο από την αυθεντική δωρητήρια επιστολή, αποτελώντας έτσι, µία ζωντανή µαρτυρία ότι η συµβολή του κλήρου στον Αγώνα υπήρξε καταλυτική. Πρόκειται για µία ιστορική σελίδα βρίθουσα µεγάλων γεγονότων, στην οποία περιγράφεται µετά πατριωτικής υπερηφάνειας µία των ενδοξοτάτων περιπετειών του αιµατηρού αγώνος της εθνικής µας Παλιγγενεσίας.